Δεν πέθαναν σε πόλεμο. Δεν πέθαναν σε φυσική καταστροφή. Δεν πέθαναν από «κακιά στιγμή». Πέντε γυναίκες πήγαν για το μεροκάματο και βγήκαν από το εργοστάσιο μέσα σε σακούλες.
Η φωτιά που τύλιξε τη βιομηχανία μπισκότων Βιολάντα δεν ήταν απλώς μια τραγωδία· ήταν η στιγμή που η εργασία μετατράπηκε σε παγίδα θανάτου. Οι έρευνες μιλούν για σοβαρές παραλείψεις, για ένα κτίσμα που δεν προστάτευσε όσους δούλευαν μέσα του, για ευθύνες που πλέον εξετάζονται από τη Δικαιοσύνη σε βαθμό κακουργήματος. Δηλαδή όχι «ατύχημα», αλλά πιθανή ανθρώπινη επιλογή.
Κι όμως, την ώρα που ο κατηγορούμενος βιομήχανος οδηγείται στο δικαστήριο, κάποιοι εργαζόμενοι τον επευφημούν – κι απ’ όσο είδα στις φωτογραφίες, ήταν κυρίως γυναίκες.Τον υπερασπίζονται. Μιλούν για «άνθρωπο που έδινε ψωμί και είχε αξιοπρέπεια». Εκεί αποκαλύπτεται η βαθύτερη πληγή: όχι μόνο η φωτιά, αλλά η συνείδηση που έχει μάθει να ευγνωμονεί την εξάρτηση.
Όταν η εργασία παρουσιάζεται ως χάρη και όχι ως δικαίωμα, ο φόβος νικά τη δικαιοσύνη. Ο εργαζόμενος δεν βλέπει τον εργοδότη ως υπεύθυνο απέναντι στον νόμο, αλλά ως προστάτη απέναντι στην ανεργία. Και έτσι γεννιέται μια σιωπηλή συμφωνία: καλύτερα να συγχωρήσουμε, παρά να χάσουμε το μεροκάματο.
Αλλά οι πέντε γυναίκες δεν μπορούν να χειροκροτήσουν. Δεν μπορούν να συμφωνήσουν. Η απουσία τους είναι η πιο σκληρή μαρτυρία.
Το δικαστήριο θα αποφασίσει για την ενοχή. Η κοινωνία όμως κρίνεται ήδη. Από το αν θα σταθεί δίπλα στους νεκρούς ή δίπλα στην ανάγκη να πιστεύει πως τίποτα δεν φταίει πραγματικά.
Γιατί κάθε φορά που η ασφάλεια θεωρείται κόστος και όχι υποχρέωση, κάποιος πληρώνει τη διαφορά με τη ζωή του. Και τότε το ερώτημα δεν είναι ποιος ευθύνεται μόνο νομικά, αλλά ποιοι επιλέγουν να μη βλέπουν. Και ποια κοινωνία αντέχει να συνεχίζει κανονικά, ενώ γνωρίζει ότι η εργασία μπορεί ακόμη να σκοτώνει σιωπηλά;






































































