Το κίνημα των Τεμπών γεννήθηκε μέσα σε μια περίοδο πολλαπλής κρίσης. Μέχρι σήμερα υπάρχουν τρία βασικά ρήγματα, ή δυνάμει ρήγματα, που αλληλοτροφοδοτούνται:

– Τέμπη: Το έγκλημα των Τεμπών δεν ανέδειξε απλώς τα κενά ασφαλείας και την απαξίωση των υποδομών. Ανέδειξε τη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης, την αίσθηση εγκατάλειψης και την ηθική χρεοκοπία ενός συστήματος ατιμωρησίας και συγκάλυψης, που αδυνατεί να προστατεύσει τη ζωή των πολλών, ή μάλλον αδιαφορεί εντελώς γι’ αυτήν.

– Αδυναμία κοινωνικής αναπαραγωγής: Η οικονομική ανασφάλεια, η ερήμωση της υπαίθρου, η αγωνία των αγροτών, των νέων και των εργαζομένων συνιστούν τη βιωμένη εμπειρία των πολλών. Αυτό είναι το κοινωνικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο εκδηλώθηκε το ξέσπασμα και ενοποιεί την πλειοψηφία της κοινωνίας.

– Το εθνικό ζήτημα: Η χώρα όλο και περισσότερο ορίζεται ως χώρος, οικόπεδο προς πώληση και αποικία, σε μια επικίνδυνη και ταραγμένη περίοδο. Κυριαρχία, γεωπολιτικοί κίνδυνοι και στρατηγικές επιλογές συστηματικά βγαίνουν εκτός δημόσιας πολιτικής συζήτησης επιβάλλοντας τους μονόδρομους της «σωστής πλευράς της ιστορίας» παρά τη θέληση των πολιτών της χώρας.

Το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας συμπυκνώνεται και στα τρία αυτά ρήγματα. Αυτό που κρίνεται καθημερινά είναι η δυνατότητα ή μη υπέρβασης των αδιεξόδων που το πολιτικό σύστημα γεννά, και τείνουν να καταστούν καταστροφικά για την ίδια τη βιωσιμότητα της κοινωνίας και της χώρας μας.

Ποιο υποκείμενο για ποιες ανάγκες;

Το κίνημα των Τεμπών αναδείχθηκε σε κοινωνική αντιπολίτευση απονομιμοποίησης του καθεστώτος, σε μια περίοδο όπου κάθε άλλη αντιπολίτευση είχε ενσωματωθεί ή εξαντληθεί. Αυτό κατέστη εφικτό γιατί μίλησε μια άλλη γλώσσα από το πολιτικό σύστημα (και το όποιο αντι-σύστημα), κινήθηκε έξω από τις παγίδες που αυτό έστησε, και κατάφερε σε τελική ανάλυση να μετατρέψει σε πολιτική δύναμη την ίδια την κραυγή υπαρξιακής αγωνίας και συλλογικής οργής της ελληνικής κοινωνίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Ποιο το αναγκαίο υποκείμενο, και ποιες οι προϋποθέσεις για να ξεπεραστούν τα σημερινά αδιέξοδα; Αρκεί μια διευθέτηση, μια κάποια ρύθμιση, ένα σοκ; Ή το υπαρξιακό βάθος της κρίσης απαιτεί άλλες ποιότητες πολιτικής, άλλες μορφές συνείδησης και συλλογικής ωρίμανσης;

Το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας μάς φέρνει αντιμέτωπους με την ανάγκη για άλλες ποιότητες, που απαιτούν τη συλλογική μας «ενηλικίωση». Δεν αρκεί ένα κόμμα ή ένα ποσοστό. Απαιτούνται:

  • Συγκρότηση της κοινωνίας. Μορφές κοινωνικής οργάνωσης και διαβούλευσης.
  • Εκδημοκρατισμός, ως διαρκές ζητούμενο.
  • Συλλογικοί στόχοι με υλική υπόσταση.
  • Μηχανισμοί προστασίας από τις παγίδες του συστήματος.

Οι παραπάνω ανάγκες δεν μπορούν να παρακαμφθούν. Αποτελούν τα άμεσα και επείγοντα για τα οποία πρέπει να πασχίσουν όσοι και όσες αγωνιούν για το μέλλον του τόπου, αν θέλουμε κάποια στιγμή να σπάσει ο φαύλος κύκλος ελπίδα – ανάθεση – ματαίωση.

Για το αναγγελλόμενο κόμμα Καρυστιανού

Η αναγγελία δημιουργίας κόμματος από την κα Καρυστιανού εμφανίζεται να απαντά σε μια πραγματική ανάγκη: τη μετάβαση από την καταγγελία στην πολιτική σύγκρουση στο πεδίο της εξουσίας. Αν δεχτούμε αυτήν την αφετηρία, προκύπτουν ορισμένες σοβαρές επισημάνσεις:

1. Ζήτημα ενότητας: Η κίνηση περιορίζει αυτομάτως την ίδια σε ένα μόνο τμήμα του κινήματος. Οι πρώτες δημόσιες αποστάσεις συγγενών θυμάτων και στενών συνεργατών του Συλλόγου Τέμπη 2023 δείχνουν ότι ανοίγει μια διαχωριστική γραμμή, σε μια στιγμή που η ενότητα είναι κρίσιμη – ιδίως ενόψει της δικαστικής μάχης.

2. Εκλογικός εγκλωβισμός: Η μετατροπή της κοινωνικής δυναμικής σε απλό μοχλό εκλογικής πίεσης ακυρώνει τη δυνατότητα γέννησης νέων μορφών πολιτικής έξω από το υπάρχον σύστημα. Η εκλογική στόχευση, αν υπάρξει, οφείλει να εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική συγκρότησης και σύγκρουσης και όχι να θεωρείται ως η μάχη των μαχών.

3. Ο χρόνος ως πολιτικός παράγοντας: Ο προεκλογικός χρόνος σπάνια ενεργοποιεί πραγματικά την κοινωνία. Οι εξαγγελίες αυτοοργάνωσης, όταν δεν έχουν προηγηθεί ως πραγματική κοινωνική διαδικασία, καταλήγουν να λειτουργούν ως προεκλογικοί μηχανισμοί. Έχουμε ανάγκη συγκροτημένη κοινωνία, όχι απλώς υποψηφίους και ψηφοφόρους.

4. Διαφάνεια και δικλείδες ασφαλείας: Σε συνθήκες συστημικής πίεσης, η έλλειψη καθαρών συλλογικών διαδικασιών, διαφάνειας και διαβούλευσης ενισχύει την ευαλωτότητα σε επιθέσεις και χειραγώγηση (ήδη βλέπουμε τα πρώτα τέτοια δείγματα από «φίλους» και «εχθρούς»).

Η συστημική προληπτική καταστολή που ασκείται από δημοσιολογούντες και κόμματα (όχι μόνο φιλοκυβερνητικά, αλλά και «εντός των ορίων» αντιπολιτευόμενα) δεν αφορά μόνο την κα Καρυστιανού ή μια πιθανή πολιτική της κίνηση. Αφορά κάθε απόπειρα πολιτικοποίησης της κοινωνικής διαθεσιμότητας και των εμφανιζόμενων αιχμών της. Όμως η απάντηση σε αυτή τη στοχοποίηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή ή η αυτοαναστολή της κριτικής. Αντίθετα, η ανοιχτή συζήτηση, ο διάλογος για επιλογές και τη στρατηγική, οι διαδικασίες διαβούλευσης και η ίδια η δημοκρατία μέσα στο κίνημα, αποτελούν όρο συμμετοχής της κοινωνίας, και δείκτη πολιτικής ωριμότητας – όχι αδυναμία.

Δημοκρατία και συμμετοχή: όρος για να αναπνεύσουμε

Βρισκόμαστε στο έδαφος μιας γενικευμένης κρίσης της πολιτικής. Όχι μόνο της πολιτικής διαχείρισης, ενός κόμματος ή μιας ιδεολογίας, αλλά του ίδιου του τρόπου λειτουργίας της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, όμως στη χώρα μας συναντιέται με το υπαρξιακό της πρόβλημα και το ενισχύει. Η πολιτική κρίση γεννά απαξίωση θεσμών και μορφών συλλογικής οργάνωσης –κόμματα, συνδικάτα, ΜΜΕ– και διαλύει τις σταθερές κάθε συλλογικού σχεδίου.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη εμφανίζονται μαζικά κοινωνικά ξεσπάσματα, ατελείς απόπειρες αμφισβήτησης και αντιφατικοί φορείς της αλλαγής. Όλο και συχνότερα, πρόσωπα αναδεικνύονται σε ηγετικές μορφές, συμπυκνώνοντας τη θέληση σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας για ρήξη, χωρίς αυτή να αποκτά συλλογική, οργανωμένη υπόσταση. Ο Μεσσιανισμός, η ανάθεση, το καναλιζάρισμα αντισυστημικών προθέσεων είναι εκφράσεις αυτής της αντιφατικής κίνησης, που αποτελεί μέρος της κρίσης της πολιτικής και όχι δύναμη υπέρβασής της.

Και όμως, αυτό δεν είναι το καλύτερο που μπορούν να παράξουν οι σύγχρονες κοινωνίες. Έχουμε ανάγκη το άπλωμα της δημοκρατίας και της συμμετοχής, με τη συλλογικότητα στο κέντρο κάθε προσπάθειας αλλαγής. Μια τέτοια πορεία διαπαιδαγωγεί την κοινωνία στην ανάληψη ευθύνης, λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στις συστημικές παγίδες και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ουσιαστικές θεσμικές τομές.

Γνωρίζουμε τον αντίλογο της «επείγουσας ανάγκης». Όμως η ιστορία δείχνει ότι οι γρήγορες πολιτικές λύσεις χωρίς κοινωνικό βάθος καταλήγουν είτε να ενσωματώνονται είτε να καταρρέουν, αφήνοντας πίσω τους απογοήτευση και κυνισμό. Το σύστημα έχει βγάλει σχετική πείρα τα τελευταία χρόνια και έχει τρόπους να καναλιζάρει εκλογικές αυταπάτες και κινήσεις χωρίς προγραμματικό έρμα.

***

Το κίνημα των Τεμπών δεν γεννήθηκε για να βρει απλώς εκπροσώπηση. Γεννήθηκε από μια βαθιά ρωγμή στο κοινωνικό σώμα. Για την υπέρβαση αυτής της ρωγμής δεν αρκεί ένας «σωστός» ηγέτης ή ένα «καθαρό» κόμμα, αλλά χρειαζόμαστε –με όρους επείγοντος– τη συλλογική ωρίμανση της κοινωνίας και την επανεφεύρεση της δημοκρατίας ως καθημερινής πρακτικής. Η ωρίμανση περνά και μέσα από τον πολιτικό προσανατολισμό και την οικοδόμηση θέσεων και πολιτικών για την Ελλάδα που θέλουμε σε τρεις κυρίως κατευθύνσεις: 1) Ανεξαρτησία της χώρας κι όχι καθεστώς εξάρτησης και αποικίας, 2) Εκδημοκρατισμός παντού, 3) Κοινωνική συνοχή κι όχι διάλυση της κοινωνίας. Αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος. Δεν προσφέρει γρήγορες λύσεις, ούτε εγγυήσεις επιτυχίας. Προσφέρει όμως κάτι πιο ουσιαστικό: τη δυνατότητα να σπάσει ο φαύλος κύκλος ελπίδας – ανάθεσης – ματαίωσης. Και αυτή η δυνατότητα είναι ίσως το πιο πολύτιμο πολιτικό διακύβευμα που άνοιξαν τα Τέμπη.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!