Διαβάστε το πρώτο μέρος

Πρόθεσή μου ήταν να συνεχίσω με το τρίτο μέρος των σημειωμάτων, σχετικά με τον «διαδρομισμό ως φαινόμενο της πολιτικής σκηνής». Όμως όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες με ωθούν να τονίσω με έμφαση ορισμένα πράγματα, επειδή όντως βρισκόμαστε σε ένα πολύ ευαίσθητο και επικίνδυνο σημείο για τη χώρα και την κοινωνία. Επιμένω πως το κύριο ζήτημα στη χώρα είναι η αντιμετώπιση του Υπαρξιακού Προβλήματος σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη και δύσκολη περίοδο αναδασμών και ανακατατάξεων (πολύ κοντά μας), και φυσικά μια σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας ενός συλλογικού «Εμείς». Και τα δύο αυτά σπουδαία ζητήματα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν να απαντώνται γενικά με έναν εκλογικό τρόπο, ένα ποσοστό στις εκλογές, ακόμα και μια κυβέρνηση, χωρίς την αναγκαία προετοιμασία. Επιπλέον, αφού το πολιτικό σκηνικό είναι σημαδεμένο, βρώμικο και με πολυπλόκαμους μηχανισμούς, είναι αφέλεια να νομίζει κανείς ότι θα το καταβάλει σχετικά εύκολα και μάλιστα σκέτα εκλογικά. Πρόκειται για λάθος και αυταπάτη. Χωρίς αμφιβολία, αυτό που θα ονομάζαμε σύστημα έχει ήδη πάρει τα μέτρα του. Προωθεί μια μιντιακή επίθεση αποδόμησης και ευνουχισμού του κινήματος των Τεμπών, ενεργοποιεί πολλαπλούς μηχανισμούς, έχει πλάνα για διάφορα ενδεχόμενα.

Κίνημα και κόμμα στην Ελλάδα του 2026

Η επιμονή στη «μορφή κίνημα» δεν είναι ουτοπική, αφελής, κολλημένη σε μια αντίληψη από το παρελθόν. Η μορφή κίνημα εκφράζεται και εμφανίζεται συνεχώς και διαρκώς ως μια ανάγκη των κυβερνώμενων και υποτελών δυνάμεων, των πολιτών και της ίδιας της κοινωνίας, απέναντι στην ασυδοσία, την εξάρτηση, την εκμετάλλευση, τον κυνισμό, την καταπάτηση Συντάγματος και δημοκρατίας, τη φτωχοποίηση, το καθεστώς των Μνημονίων και ενός πολιτικού συστήματος εντελώς κομμένου και ραμμένου στα μέτρα μιας μεταπρατικής, ολιγαρχικής και εξαρτημένης δομής-συστήματος. Τόσο το αντιμνημονιακό κίνημα, όσο και το κίνημα των Τεμπών, ξεκίνησαν σαν κινήματα, σαν μεγάλες κοινωνικές αντιδράσεις, σαν μορφές αντίστασης και αποκάλυψης, σαν μεγάλα ξεσπάσματα διαμαρτυρίας.

Δεν ήταν όμως σκέτα ξεσπάσματα. Ήταν και φορείς αξιών, προταγμάτων, στόχων. Φορείς μιας διαφορετικής Ελλάδας, μιας διαφορετικής κοινωνίας, ενός διαφορετικού πολίτη. Σε γενικές γραμμές. ήταν εκφράσεις ενός λαϊκού ριζοσπαστισμού που επανεμφανίζεται ή παίρνει νέες μορφές κάθε φορά που οι «χαραμάδες» της πραγματικότητας και οι ανάγκες έκφρασης μοιάζουν μπλοκαρισμένες. Η μορφή κίνημα αλλάζει πραγματικά συσχετισμούς μέσα στην κοινωνία, δημιουργεί ρήγματα, ενίοτε βάζει φρένο σε ολέθριους σχεδιασμούς, δημιουργεί ή αναδημιουργεί μια ελπίδα μέσα σε ένα τοπίο που για 15 χρόνια γνώρισε πολλές αλλαγές προς το χειρότερο.

Το κομματικό σύστημα, εν γένει το πολιτικό σύστημα, στάθηκε εχθρικό σε κάθε μεγάλη αφύπνιση του λαϊκού παράγοντα. Τη διέβαλε, τη συκοφάντησε, την κτύπησε, την ενσωμάτωσε (όσο μπορούσε), τη μουντζούρωσε με τα πιο μελανά χρώματα, προσπάθησε να στήσει «υγειονομικές ζώνες» ώστε να μην πάρει έκταση. Μετά εμφανίζονται τα κόμματα, οι κυβερνήσεις, ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, ως ο σωτήρας της χώρας και της κοινωνίας. ενώ το Υπαρξιακό Πρόβλημα συνεχώς εντείνεται (για αυτό αδιαφορούν). Τώρα, 2023-2026, έχουμε ένα πολιτικό σύστημα «γυμνό» από συναίνεση, αποξενωμένο από την κοινωνία και κατηγορούμενο ότι κτίζει ένα «ακαταδίωκτο» μόνο για τον εαυτό του και τους ολιγάρχες που το στηρίζουν (σε συνεργασία και με Πρεσβείες: πρώτα ΗΠΑ, μετά Γερμανία, τώρα και Ισραήλ).

Σε αυτές τις συνθήκες δεν πριμοδοτήθηκε κανένα υπαρκτό κόμμα (ίσως λίγο η κα Κωνσταντοπούλου, που είχε μια επαφή και σχέση με την υπόθεση των Τεμπών). Η αποχή στις ευρωεκλογές ήταν ένα ισχυρότατο ράπισμα συνολικά προς το πολιτικό σύστημα. Ούτε ξεπρόβαλε ένα νέο κόμμα στα χρόνια 2023-2025. Και αυτό είναι φυσιολογικό. Το κίνημα των Τεμπών, μέσα από βασανιστική και δύσκολη πορεία, ξεκίνησε με την πλατιά συγκίνηση σε ολόκληρη τη χώρα για το έγκλημα, συνεχίστηκε με την ίδρυση του συλλόγου και τη γενναία στάση των γονιών των θυμάτων, απλώθηκε με τη συγκινητική συναυλία στο Καλλιμάρμαρο το 2024, δοκίμασε κάθε τρόπο νομικό-δικαστικό για να βρει το δίκιο, προχώρησε σε αποκαλύψεις που έκαναν ομάδες εμπειρογνωμόνων οι οποίες έδειξαν τι προκάλεσε την πυρόσφαιρα, πραγματοποίησε σειρά μαζικότατων εκδηλώσεων σε όλες τις πόλεις της χώρας, προχώρησε με προσπάθειες σε επίπεδο Ε.Ε. και ευρωπαϊκών θεσμών. Κυρίως, εισέβαλε ορμητικά στην κεντρική πολιτική σκηνή με τα δύο μεγαλειώδη συλλαλητήρια (Ιανουάριος και Φεβρουάριος 2025).

Το πολιτικό-κοινωνικό κίνημα των Τεμπών έψαχνε τον δρόμο του και ανέβαζε το επίπεδο ύπαρξής του, έγινε παράγοντας εξελίξεων. Έπρεπε να περάσει στη φάση του πολιτικού αγώνα. Από τη φυσική ηγεσία που είχε αναδειχθεί ανάμεσα τους γονείς των θυμάτων ξεχώρισε και ήταν σημαντικός ο ρόλος της Μ. Καρυστιανού, ενώ από το φθινόπωρο άρχισαν να εμφανίζονται πιο έντονα και άλλα πρόσωπα του συλλόγου, όπως ο κ. Ασλανίδης, ο κ. Ρούτσι, ο κ. Παπαγγελής και άλλοι. Η κα Καρυστιανού φαίνεται να ήταν εκείνη που αισθάνθηκε την ανάγκη το κίνημα των Τεμπών να περάσει σε μια νέα φάση, σε αυτήν του πολιτικού αγώνα κεντρικά. Ο υπόλοιπος σύλλογος έκανε την επιλογή να επικεντρωθεί στα της δίκης, παίρνοντας αποστάσεις από την ανάγκη παρέμβασης στην πολιτική σκηνή. Με τη συνέντευξη στο Κόντρα αρχές της χρονιάς, η κα Καρυστιανού ανήγγειλε τη δημιουργία κινήματος-κόμματος που θα έχει παρουσία στις εκλογές.

Η γενεσιουργός πηγή και ο κίνδυνος

Το κίνημα των Τεμπών είναι μια πραγματικότητα, όπως είπαμε, στο δεδομένο επίπεδο συνείδησης, συγκρότησης και συσπείρωσης της λαϊκής διαθεσιμότητας κυρίως γύρω από το ζήτημα της Δικαιοσύνης, του πολιτικού συστήματος και της ασυλίας που αυτό έχει, γύρω από το θέμα της συγκάλυψης και της τιμωρίας των ενόχων. Το κίνημα των Τεμπών –ακόμα κι όταν οι πρωταγωνιστές του δεν έκαναν λόγο για κίνημα– είναι αυτό που τροφοδότησε την τάση μέσα στην κοινωνία που απαιτεί την ανάκτηση της πολιτικής πρωτοβουλίας από τους ίδιους τους πολίτες, σε μια περίοδο θεσμικής απαξίωσης, διάλυσης του κράτους δικαίου και απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος.

Θέλω να τονίσω ότι η «ανάκτηση της πολιτικής πρωτοβουλίας από τους ίδιους τους πολίτες» δεν σημαίνει να μετατραπεί το κίνημα σε ψηφοφόρο ενός νέου κόμματος, με τα χαρακτηριστικά που έχουν σήμερα τα υπάρχοντα κόμματα και τις προδιαγραφές τους. Σημαίνει πρώτα και κύρια συγκρότηση και οργάνωση του κινήματος, μεταφορά του σε ένα νέο επίπεδο κινητοποίησης και πολιτικοποίησης, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ιδεών, στόχων, προσανατολισμού, προταγμάτων. Και βεβαίως σημαίνει την αποφυγή λαθών που έχουν γίνει στο παρελθόν («ανάθεση», «σωτηριολογία», «κυβερνητισμός»). Ο μεγαλύτερος κίνδυνος –υπαρκτός, οφθαλμοφανής– είναι να αποκοπεί ο υπό δημιουργία φορέας από το ίδιο το κίνημα των Τεμπών, από τη γενεσιουργό πηγή του και δύναμή του. Υπάρχει αυτός ο κίνδυνος; Φυσικά, για δύο λόγους:

  • Πρώτον επειδή από τον Φεβρουάριο του 2025 δεν πάρθηκε καμία πρωτοβουλία, δεν υπήρξε καμία ιδέα και πρόταση να οργανωθεί και να συγκροτηθεί παραπέρα το κίνημα. Να αποκτήσει δηλαδή «μυϊκό» και «νευρικό» σύστημα, κεντρικές κατευθυντήριες ιδέες και στόχους. Ούτε άνοιξε καμιά διαδικασία και διαβούλευση μέσα στον κόσμο του υπαρκτού κινήματος (και της τεράστιας διαθεσιμότητας που είχε επιδειχθεί). Ακόμα και τώρα η μορφή που επιλέγεται είναι πιο κοντά σε αυτό που γνωρίζουμε ως «κόμμα», και διερευνώνται οι δυνατότητες παρέμβασης στην εκλογική διαδικασία, βάζοντας μάλιστα πάρα πολύ ψηλά τον πήχη. Η κεντρική αντίληψη που φαίνεται να υπάρχει είναι η ακόλουθη: Κάποια ομάδα «σοφών» ετοιμάζει ένα «πρόγραμμα» που θα καλύπτει όλα τα ζητήματα, και ακολούθως θα κληθεί ο κόσμος να πάρει μέρος στο εγχείρημα. Αυτά όλα προσιδιάζουν στη μορφή-κόμμα όπως τη γνωρίζουμε μέχρι τώρα, και ο ρόλος που θα απομένει για τους πολίτες είναι αυτός κάποιας διαβούλευσης, και κυρίως η συγκρότηση εκλογικών επιτροπών για τη «μεγάλη μάχη». Να ξεκαθαρίσουμε ότι όλα τα κόμματα κάπου στην ιστοσελίδα τους έχουν κάποιο πρόγραμμα ή προγραμματικές θέσεις σχεδόν για όλα τα ζητήματα. Δεν πολιτεύονται όμως με βάση αυτά, αλλά με ένα πλαίσιο που ορίζεται από την «Αγορά», τον κόσμο των Ολιγαρχών, της Ε.Ε. και των χρηματοδοτήσεων-προγραμμάτων που αυτή δίνει, με ένα πλαίσιο το οποίο διαμορφώνουν οι Πρεσβείες και τα ΜΜΕ. Τα κόμματα δεν παράγουν πλέον πολιτική ή προγράμματα, κάνουν άλλη δουλειά. Αποκτούν ολοένα πιο προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά, η ώσμωση και οι μεταγραφές ή ακόμα και η εξαγορά βουλευτών είναι συνηθισμένο φαινόμενο, και οι κοινοβουλευτικές ομάδες είναι ρευστές, ή στηρίζονται σε μια πειθαρχία συνενοχής.
  • Δεύτερο, ακόμα πιο σοβαρό, είναι το πόσο δίνεται σημασία στη μορφή κίνημα, που είναι η πιο ισχυρή βάση δύναμης για ένα εγχείρημα που θέλει να αλλάξει τα πράγματα. Τα κινήματα έχουν πρώτα απ’ όλα ανάγκη από προσανατολιστικές κεντρικές ιδέες (εν αρχή ην ο λόγος, ο πολιτικός λόγος). Έχουν ανάγκη από σαφείς στόχους, από διαδικασίες συμμετοχής-διαλόγου, από πράξη και κινητοποίηση γύρω από μεγάλα προτάγματα. Η αναμονή των πορισμάτων κάποιων «σοφών» δεν είναι διαδικασία που συνάδει με τις ανάγκες ενός υπαρκτού κινήματος. Το πολιτικό κίνημα θέτει πρώτα από όλα το γενικό πλαίσιο αρχών και προσανατολισμού, τα βασικά προτάγματα, τις μεγάλες κεντρικές ιδέες. Αφού τα θέσει αυτά, τότε μπορεί να καλέσει όσους έχουν γνώση και επιστημονική κατάρτιση να υπηρετήσουν με προτάσεις και εναλλακτικές αυτό το πλαίσιο. Υπηρετούν ένα πλαίσιο – δεν το διαμορφώνουν ως «σοφοί». Αυτή είναι μια τεχνοκρατική διαχειριστική αντίληψη περί πολιτικής: Υπάρχουν αυτοί που ξέρουν, ακόμα πιο λίγοι που αποφασίζουν, και τέλος ο κόσμος που είναι για τη λάντζα, την ψήφο και τον εκλογικό μηχανισμό.

Επίσης είναι λαθεμένη η άποψη ότι ένα κίνημα αναγκαστικά ολοκληρώνεται στη μορφή-κόμμα, ότι αυτό συνιστά μια φυσιολογική ανέλιξή του. Δεν είναι έτσι. Το πολιτικό-κοινωνικό κίνημα είναι άλλων διαστάσεων και πολλαπλών μορφών (δεν αποκλείει να υπάρχει ένας εκλογικός βραχίονας), και πάντως μπορεί να μετέχει στην κεντρική πολιτική διαδικασία δια της ύπαρξής του, της κινητοποίησής του, των στόχων που υπηρετεί. Για παράδειγμα το αντιμνημονιακό κίνημα «έθρεψε» τρεις πολιτικούς σχηματισμούς: τον ΣΥΡΙΖΑ δια της ανάθεσης, τους ΑΝΕΛ και τη «Χρυσή Αυγή». Η ΧΑ διαλύθηκε και οι πρωταγωνιστές της είναι στην φυλακή (είχε 7% και είχε καταστεί επικίνδυνη με τη ναζιστική ιδεολογία και πράξη). Οι ΑΝΕΛ έχουν διαλυθεί και η κοινοβουλευτική τους ομάδα απορροφήθηκε από άλλα κόμματα (είχαν 10%). Η τελευταία αναλαμπή του αντιμνημονιακού κινήματος ήταν το Δημοψήφισμα του 2015 που έφερε το 62% «ΟΧΙ», δηλαδή μια ετυμηγορία που έπρεπε να ξεπεραστεί με ένα πραξικόπημα. Ήταν όμως ενεργό κίνημα που έφερνε αποτελέσματα, ανέδειξε ένα κόμμα στην κυβέρνηση, κέρδισε ένα δημοψήφισμα. Χωρίς την ώθηση του κινήματος όλα αυτά δεν θα υπήρχαν. Έτσι σήμερα το ζήτημα δεν είναι να φτιαχτεί ένα άλλο κίνημα με τη φορεσιά του κόμματος, αλλά να εκφραστεί αυθεντικά σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο το κίνημα των Τεμπών. Άσκηση σύνθετη, δύσκολη, με τις δικές της απαιτήσεις.

Ο εναγκαλισμός-στραγγαλισμός που επιχειρείται

Την εβδομάδα που πέρασε έγινε μια πρόβα τζενεράλε απέναντι στην προσπάθεια της κας Καρυστιανού να προχωρήσει στον βηματισμό του κινήματος-κόμματος. Με αφορμή όσα δήλωσε –ως προσωπικές της απόψεις– για το ζήτημα των αμβλώσεων, δοκίμασε όλη την πίεση και τη δύναμη του μιντιακού και κομματικού συστήματος, που σχετικά εύκολα ανέδειξαν (αφού διαστρέβλωσαν τα όσα είπε, και στη συνέχεια απέκρυψαν επιμελώς τη δήλωσή της την επόμενη ημέρα) μια φυσιογνωμία «συντηρητική», «αναχρονιστική», «ακροδεξιά», «μεσαιωνική» της ίδιας και όλης της προσπάθειας. Ήταν μια παγίδα που έπιασε, και το συνεχίζουν ακόμα. Γιατί; Είναι βολικό να αποκόψουν την κα Καρυστιανού από ένα ευρύτατο ακροατήριο και τάση μέσα στην ελληνική κοινωνία, παρουσιάζοντάς την ως σκοταδίστρια, υποκρίτρια, άσχετη, μη ειδική, προσωπικά φιλόδοξη και ίσως ιδιοτελή. «Ειδήσεις», τρολς, «αναλύσεις» κονδυλοφόρων τη χαρακτηρίζουν νεοψεκασμένη, πιθανόν δραχμίστρια (και ό,τι άλλο θέλετε). Ακόμα περισσότερο, είναι βολικό να την αποκόψουν από τη νεολαία που έχει να διαλέξει πάλι ή στο σπίτι της ή στο κινητό της ή στις γνωστές κομματικές νεολαίες ή για την πάρτη της και μόνο – αλλά μακριά από ακηδεμόνευτα κινήματα διότι θα της προκύπτουν μεσσίες και αγίες, που είναι γκριντζ φάση για τους νέους.

Η «πρόβα τζενεράλε» ήταν πετυχημένη και ένωσε σε μια συγχορδία κόμματα, ΜΜΕ και διαδίκτυο. Η εικόνα που απόμεινε ήταν αρνητική. Στην ουσία την απέκοβαν από μια τεράστια μάζα ανθρώπων δημοκρατικής κατεύθυνσης που συμμετείχαν στο κίνημα των Τεμπών. Μάλιστα αξιοποιώντας μια σειρά από άστοχες δηλώσεις για το ζήτημα των αμβλώσεων και επαφές-διεργασίες με παράγοντες από τον δεξιό χώρο (Νικολόπουλος, Καραχάλιος, παράγοντες από κόμμα Νίκη, Σούρλας, αλλά και συμπάθεια από Καμένο, Αντώναρο, Κύρτσο, Σπηλιωτόπουλο κ.ο.κ.). Διότι είναι βολικό να παρουσιαστεί η κα Καρυστιανού, από σύμβολο και προσωπικότητα ενός μεγάλου και υπαρκτού κινήματος, σε κομματάρχη ενός συντηρητικού χώρου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στον σχεδιασμό υπάρχουν και νέες παγίδες γύρω από ζητήματα που θα πέσουν σαν βροχή στην επιχείρηση στραγγαλισμού του κινήματος των Τεμπών. Εκμετάλλευση διαφορών μεταξύ των συγγενών, δίκη-παρωδία, αμφισβήτηση από όλο το πολιτικό φάσμα –με συμμετοχή και του ΚΚΕ– στο θέμα πυρόσφαιρα/ξυλόλιο.

Η αλήθεια είναι ότι για την τωρινή σκιαγράφηση της φυσιογνωμίας του υπό εκκόλαψη κόμματος ως «συντηρητικού» έχει δώσει αφορμές. Έχουν γίνει αρκετά λάθη στον χειρισμό ή αντιμετώπιση των πλαγιοκοπήσεων από τον δεξιό χώρο. Τι θέλουν όλοι αυτοί οι δεξιοί; Θέλουν μια Καρυστιανού και ένα κόμμα (μιας θητείας) για να φύγει από τη μέση ο Μητσοτάκης. Μετά θα «έρθουν αυτοί» που ξέρουν, θα προωθήσουν συνεργασίες και σχήματα ανάμεσα σε κόμματα και επιτελεία. Επομένως θέλουν ένα «κόμμα» ειδικού σκοπού, χωρίς μεγάλη εμβέλεια, χωρίς ρίζες και γείωση στην κοινωνία, με μια ευάλωτη κοινοβουλευτική ομάδα. Η πλαγιοκόπηση Καραχάλιου είχε έναν τέτοιο ορίζοντα. Τώρα αυτός της τραβά το χαλί, ενώ άλλοι συνεχίζουν να δείχνουν φιλικά προσκείμενοι.

Αν έχουν έτσι τα πράγματα, επιβάλλεται μια μεγάλη και αποφασιστική αλλαγή ρότας, ένας συνολικός επανασχεδιασμός, μια αλλαγή πίστας στις θεματολογίες. Μεγαλύτερη σαφήνεια στον προσανατολισμό, στους στόχους, στις αρχές.

Σύνοψη

Αν ισχύει ότι θέλουμε να τα αλλάξουμε όλα, αν πράγματι θέλουμε να φτιάξουμε μια νέα πολιτεία, είναι υπερ-απαραίτητη μια Εναλλακτική Πολιτική Πρόταση – όχι διακυβέρνησης, αλλά Διεξόδου της χώρας και επίλυσης του Υπαρξιακού Προβλήματός της. Η Εναλλακτική Πολιτική Πρόταση, λέγειν και πράττειν, είναι το Κίνημα. Η ύπαρξη του Κινήματος (που ορθώνεται σαν ενεργητικό συλλογικό «Εμείς») ως οντότητας, και ο αγώνας του, είναι το θεμέλιο συστατικό της Εναλλακτικής Πολιτικής Πρότασης. Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση, η Πρόταση παραμένει στα χαρτιά. Η Εναλλακτική Πολιτική Πρόταση δεν είναι σχέδιο «σοφών». Πρόκειται για συνθετότερη και συνολικότερη διαδικασία. Δεν είναι απλά μια διακήρυξη ή ένα πρόγραμμα.

Τα σημερινά κόμματα καμώνονται ότι ξέρουν να κυβερνούν και μας οδηγούν στα βράχια. Επικαλούνται «ειδικούς», αλλά δεν έχουν καμία αξία και καθόλου αρχές. Τα μόνα που ξέρουν και υπηρετούν είναι την Αγορά, το κυνηγητό του Κέρδους, τις πρεσβείες και ό,τι αυτές υπαγορεύσουν, τον ατομικισμό και την ιδιοτέλεια. Το «μπάζωμα», η μαφιοποίηση, η καρτελοποίηση, ο τραμπισμός, ο «δικαιωματισμός» χωρίς όρια, ο κυνισμός, ο χειρισμός και το δούλεμα έπονται ως φυσιολογικές συνέπειες ενός βαριά άρρωστου συστήματος, που είναι κλώνος ενός διεθνούς αποστήματος.

Η Εναλλακτική Πολιτική Πρόταση οικοδομείται πάνω σε ένα σαφές οραματικό στοιχείο για τη χώρα και κοινωνία (και ποιος θα το ορίσει αυτό, αν όχι το ίδιο το κίνημα-υποκείμενο σε όλες του τις διαστάσεις, βάσης και κορυφής;) και πάνω σε ορισμένες αρχές. Ποιες πρέπει να είναι αυτές οι αρχές από τώρα; Δημοκρατία, Ελευθερία, Δίκαιο, Κοινωνική Δικαιοσύνη, Εθνική Κυριαρχία. Ο σχετικισμός, η ασάφεια δεν βοηθούν. Ούτε το άνοιγμα συζητήσεων επί παντός του επιστητού.

Ένα πραγματικό πολιτικό και κοινωνικό κίνημα στηρίζεται σε αρχές, προτάγματα, αξίες, στόχους. Πάνω σε αυτές τις αρχές και αξίες θεμελιώνεται ένα ολόκληρο ιδεολογικό οικοδόμημα που πρέπει να αγκαλιάσει και αγκαλιαστεί για να μπολιάσει το νέο συλλογικό Εμείς.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!