Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης
Χρειάζεται μία απόσταση για να καταλάβεις ή να συναισθανθείς κάτι, απαιτείται χρόνος, όλα πια είναι πληροφορίες και δεδομένα, η σκέψη υποχωρεί και απομένει μόνο ο υπολογισμός, απομαγεύονται τα πάντα, τόσα μπορώ να σου δώσω, τόσα μπορείς να πάρεις, τόσο σε παίρνει να ζητήσεις, ζήτα κι αν θέλω σου δίνω, εγώ σε είδα τότε που μιλούσες μπροστά σ’ ένα τσούρμο, έπειτα δεν μπορούσα να κάνω ούτε βήμα, αγωνία για επιβίωση και χάνεται η ζωή, ό,τι θέλει ο Θεός, μάλλον δεν ήθελε τους δεινόσαυρους, εκατόν είκοσι εκατομμύρια χρόνια τους ανέχτηκε, ας δοκιμάσουμε τώρα τα homo species, you are tresspasing sir, this is private property, σε είδα από απόσταση στον δρόμο τότε που μιλούσες, κάτι διέκοψε τον ειρμό σου, γύρισες και κοίταξες κάπου μακριά, τι είναι άραγε αυτό που σε διέκοψε, μία στιγμιαία μελαγχολία στα μάτια σου, εγώ το πρόσεξα, οι υπόλοιποι επέμεναν να πάρουν την απάντησή τους εδώ και τώρα, τι κρίμα, είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από εσένα, «και τα παρτέρια τα παλιά, τώρα τα σκέπασαν τα χόρτα», ένας χάρτινος ορίζοντας, τίποτα δεν απέμεινε πια, μόνο πληροφορίες, big data, δεδομένα, ο νέος πόλεμος, πρέπει να γνωρίζουν καθετί, ζούμε στην εποχή των μεγαδεδομένων, τι ύβρις είναι αυτή, υπαρξιακό πρόβλημα, γεωστρατηγική, σύνορα και συμφέροντα, τα συμφέροντα της χώρας, τα συμφέροντα της αστικής τάξης, των εργαζομένων, των πλούσιων και φτωχών, των διευθυντών και των υπαλλήλων, των εμπόρων, των μικροεπιχειρηματιών, των ενοικιαστών και των ιδιοκτητών, μία αέναη μάχη, δεν πειράζει, θα μας σώσουν τα καινούργια κόμματα από τα παλιά κόμματα, θα μας σώσει το κράτος δικαίου, γενόσημα αντί για original, η δραστική ουσία ίδια, βγάλτε λεφτά κι αν δεν είναι αρκετά, πρόβλημά σας, όλα καλά φτάνει να θέλετε να βγάζετε λεφτά και να δουλεύετε όλη μέρα, σήκω στρατιώτη έχεις να πας στο μέτωπο, επιτέλους γιατί βαρέθηκα αυτό το πράγμα, κάθε μέρα η ίδια δουλειά, γίνεσαι ελεύθερα δούλος και ελεύθερα δουλεύεις, γίνεσαι δούλος και δουλεύεις, πουτάνα τεχνητή νοημοσύνη θα μας πάρεις τις δουλειές, και τι θ’ απογίνουμε εμείς, θα πάμε στο μέτωπο, γιατί όχι, οι πόλεμοι είναι σαν video game, δεν έχει αρχίσει ακόμα τίποτα, ο πλανήτης θα τινάξει για μία στιγμή τους ώμους του και θα μας πάρει όλους ο διάολος, θα ψάχνουν τότε για εναλλακτική την ώρα που οι επιζήσαντες θα τριγυρνούν σαν κουρελιασμένα κουφάρια ψάχνοντας κάτι να φάνε μέσα στα ερείπια, κάτι να βρουν, κάποιο απάγκιο, ποδοπατημένα στοιχειά τρεκλίζουν ανάμεσα στα συντρίμμια, μία αιώνια στάχτη αιωρείται, ακίνητη, στο βάθος αστραπές ξεσπούν αθόρυβα πάνω σε ό,τι έχει απομείνει, ξεκοιλιασμένοι δρόμοι με κομμάτια ασφάλτου χάσκουν ακανόνιστα γύρω από καψαλισμένα χαλίκια που τριζοβολούν καθώς περπατώ πάνω τους, κάποτε κατέβαινα από αυτόν τον δρόμο ως τη θάλασσα, καθόμουν στην αμμουδιά, έκλεινα τα μάτια και άκουγα τον παφλασμό, τον φλοίσβο, τον ρόχθο των κυμάτων, τώρα χάθηκαν οι αμμόλοφοι, στη θέση τους μια παχιά, αηδιαστική λάσπη που οδηγεί σε κοφτερά βράχια ανοιγμένα στη μέση, γλιστερά και κατάμαυρα μ’ ανθρωπόμορφα κύματα να σκάνε πάνω τους λες και θέλουν να τα κατασπαράξουν, αφρισμένα τέρατα με πελώρια στόματα ορμούν και δαγκώνουν τα βράχια μ’ ατσάλινα δόντια πριν διαλυθούν σε μία γκρίζα γυαλιστερή γλίτσα, ένας ουρανός στραπατσαρισμένος, αποχρώσεις από σκοτάδι, κι ένα αμμουδερό, ξεψυχισμένο μπλε, μία αμυχή στο ασάλευτο τίποτα, ίσως κάπου αλλού ένα ηλιοβασίλεμα προσπαθεί μάταια να ξορκίσει το θανατικό πίσω από τις στάχτες και στέκεται ακίνητο και άκαμπτο σαν την κόρη του ματιού ενός πτώματος μισοφαγωμένου από τα θηρία.





































































