του Άγγελου Χαριάτη
Κάθε που καλοκαίριαζε, εκεί στα χρόνια της μέσης της εφηβείας, οι γονείς με φιλούσαν σταυρωτά στα μάγουλα και, αφού πρώτα με «σταύρωναν», μ’ έχωναν στο υπεραστικό λεωφορείο. Έξι με εφτά ώρες πορεία, ανάλογα τον οδηγό και τον δρόμο, μέχρι να φτάσω στο νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Το πρώτο πέτρινο σπίτι της παραλίας ήταν ο προορισμός μου. Στο σπίτι της παρθένας θείας μου. Παρθένα ετών εβδομήντα. Ο άντρας της είχε πεθάνει την πρώτη νύχτα του γάμου, πριν προλάβει να γευτεί τα κάλλη της επί της συζυγικής κλίνης. Ένα γιουβαρλάκι, σφηνωμένο στο λαρύγγι, του έφραξε τον δρόμο προς τη διακόρευση και άφησε τη θεία αγνή, αμόλυντη και χήρα.
Τα σπίτια στην παραλία ήταν εκείνα των απόλυτα φτωχών. Κουνούπι, υγρασία, μύγα, χωρίς αποχέτευση. Οι προύχοντες έμεναν δυο δρόμους παραπάνω, μακριά από όλα αυτά, μακριά από την πλέμπα.
Η πόρτα, το καλοκαίρι, πήγαινε στο αποθηκάκι και τη θέση της έπαιρναν δυο σκουρόχρωμα σεντόνια που λειτουργούσαν σαν κουρτίνες. Μέσα στην κάμαρα που λειτουργούσε ως κουζίνα, σαλόνι, καθιστικό και κρεβατοκάμαρα έβρισκα τη θεία να ανάβει το καντήλι και να κάνει τον σταυρό της. Μόνο που αντί για την εικόνα του Χριστού, υπήρχε η εικόνα του βασιλικού ζεύγους. «Καλώς τον» έλεγε και, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο «ζεύγος», συνέχιζε: «Αυτοί είναι οι προστάτες μας, αυτοί σε προστατεύουν». Δεν μπορούσε να χωρέσει το παιδικό μου μυαλό πώς ήταν δυνατόν ένα βασιλικό ζεύγος να με προστατεύσει. Κατάπινα τη θεϊκή προστασία, αν και εφόσον υπήρχε Θεός. Ακόμη και για αυτό είχα τρομερές αμφιβολίες. «Τους προστατεύει ο βασιλιάς και η βασίλισσα όλους;» ρωτούσα δήθεν αθώα. «Όλους» απαντούσε η θεία. «Ακόμη και τους κομμουνιστές;» συνέχιζα πάλι με το ίδιο αθώο ύφος. «Πού τους ξέρεις εσύ τους κομμουνιστές; Ε, όχι και τους ληστοσυμμορίτες να τους προστατεύσει. Μεγάλη χάρη θα τους έκανε», κατέληγε. «Είναι τόσο κακοί άνθρωποι αυτοί;» έκανα. Εκεί μπερδευόταν η θεία, δεν ήξερε τι να απαντήσει. Προτιμούσε να ετοιμάσει σιωπηλή το αγαπημένο μου φαγητό. Πατάτες και αυγά τηγανητά. Βέβαια η απορία μου ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος κατασκευασμένη. Μεγαλώνοντας στα σύνορα Κερατσινίου-Δραπετσώνας γνώριζα την απάντηση. Δεν ήταν ούτε ληστές, ούτε συμμορίτες, ούτε τέρατα. Άνθρωποι ήταν ταλαιπωρημένοι, μεροδούλι-μεροφάι, με τα αφεντικά να απομυζούν την υπεραξία της εργασίας για να γίνονται ακόμη πιο πλούσιοι, ακόμη πιο αδίστακτοι. τα παιδιά αυτών των εργατών ήταν οι φίλοι μου. Υπέθετα, μάλλον σωστά, πως κάπως έτσι πήγαινε η ιστορία: Τα πρώτα αφεντικά ξεζούμιζαν τους παππούδες τους, η δεύτερη γενιά τους πατεράδες τους και η επόμενη ετοιμαζόταν για τους φίλους μου. Μια διαδοχή που φάνταζε αδύνατο να σπάσει. Μόνο που οι φίλοι στις κουβέντες μας συζητούσαν για αυτό το αδύνατο που θα γινόταν δυνατό. Δεν γνώριζα με ποιο τρόπο. Με πάλη, με αγώνα, με συνειδητοποίηση, απαντούσαν.
Αυτή η έννοια της «συνειδητοποίησης» πολύ με είχε κουράσει μέχρι να την καταλάβω. Ίσως γιατί δεν τη συνδύαζα με τον άλλον δυσνόητο όρο, την «αυτογνωσία». Πρέπει να καταλάβεις ποιος είσαι και πού θέλεις να φτάσεις. Να κατανοήσεις τις δυσκολίες και να μην παρασυρθείς από τις ευκολίες.
***
Τα καλοκαίρια περνούσαν. Η θεία βάραινε χρόνο τον χρόνο και όλο και πιο συχνά εγκαλούμουν να ψωνίσω τα καθημερινά χρειώδη στο καφενείο στην πλατεία με τη γέρικη μουριά. Μαζί με ένα μικρό χαρτζιλίκι που ίσα που έφτανε για μια γκοφρέτα. Αλλά τότε κι αυτό το γλίσχρο ανταμοιβής φάνταζε σπουδαίο στα μάτια μου. Και ήταν, αναμφίβολα, σύμφωνα με τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες της θείας.
Στο καφενείο του χωριού, που λειτουργούσε την ίδια στιγμή ως κρεοπωλείο, ψαράδικο, ταβέρνα, αίθουσα συνεδριάσεων του κοινοτικού συμβουλίου και χώρος πολιτιστικών δρώμενων, εμφανιζόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα ο βουλευτής του νομού. Βλέπετε, όλοι στο χωριό εκείνον ψήφιζαν, τον απόγονο ενός ήρωα της ελληνικής επανάστασης. Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό τους να ψηφίσουν κάποιον άλλον. Αυτόν γνώριζαν. Από οικογένεια που είχε ως λάβαρο το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια κρατούσε αυτός ο νεποτισμός. Οι περισσότεροι δεν αντιδρούσαν. Είχαν τους λόγους τους και βασικά τα τυχερά τους. Όπου τυχερά μικρά ή μεγαλύτερα ρουσφέτια που ζητούσαν και λάμβαναν χωρίς φειδώ από το «καμάρι» του τόπου.
Έτυχε να τον συναντήσω. Μια και μοναδική φορά. Είδα εκείνο το βλέμμα που μου θύμιζε γάλο φουσκωμένο από περηφάνεια, να κοιτάζει τους χωριανούς με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Ντυμένος με τα πιο ακριβά ρούχα που είχα δει ποτέ. Οι άνθρωποι στη γειτονιά μου, τη Δραπετσώνα, κυκλοφορούσαν νυχθημερόν με το ίδιο φθαρμένο παντελόνι, με το ίδιο γαριασμένο πουκάμισο, με τα ίδια ξεχαρβαλωμένα παπούτσια. Όσοι δηλαδή είχαν απομείνει να κυκλοφορούν. Τους περισσότερους τούς είχαν μαζέψει και τους είχαν διαμοιράσει στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου προς συμμόρφωση και αναμόρφωση.
Έβγαζε έναν πύρινο λόγο υπέρ του βασιλικού ζεύγους, του αξιότιμου πρωθυπουργού. Ασφαλώς οι κομμουνιστές ήταν τα μιάσματα της κοινωνίας. Χειροκροτήματα και επιφωνήματα χαράς από το ακροατήριο. Δεν ήταν αλήθεια όλα αυτά που άκουγα. Μια χαρά ήταν οι άνθρωποι. Δεν άντεξα, μια εσωτερική παρόρμηση, ένα αόρατο χέρι με έπιασε από τη μέση και με οδήγησε πάνω στην καρέκλα. «Οι κομμουνιστές είναι καλοί άνθρωποι», ανέκραξα και η απόλυτη σιωπή ήρθε να απλωθεί στον χώρο.
Στιγμές μετά, πέρασε η σαστιμάρα, δυο χωροφύλακες με άρπαξαν, με κατέβασαν από την καρέκλα, μου έδωσαν δυο μπάτσες ξεγυρισμένες και με οδήγησαν στον Σταθμό. Τα νέα έφτασαν στην Αθήνα στους δικούς μου εν ριπή οφθαλμού. Τηλέφωνα επί τηλεφώνων, οι δημόσιες υπηρεσίες να προσπαθούν να συντονιστούν και να ξεψαχνίσουν το ιστορικό της οικογενείας. Ουδέν μεμπτό. Καθαροί, ούτε καν συμπαθούντες. Αποφάσισαν πως δεν αποτελούσα κίνδυνο για το Έθνος∙ αν και είδα πως κράτησαν σημειώσεις προς διαβίβαση στα κεντρικά.
Με παρέλαβε η θεία ώρες μετά. Είχε προλάβει να δώσει πεσκέσι μελωμένες δίπλες μέσα σε βαθύ πιάτο που είχε σχέδιο με κορώνες και βυζαντινούς αετούς. Με τα μούτρα κατεβασμένα και βλέμμα βλοσυρό με οδήγησε στην άκρια του χωριού. Οι γονείς είχαν φροντίσει για το εισιτήριο της επιστροφής. Έχω κρατήσει, ακόμη και σήμερα το απόκομμα του εισιτηρίου, ώστε να μην ξεχάσω την ημερομηνία. Την ημερομηνία που έγινα κομμουνιστής. Δεν ήταν θέμα αντίδρασης. Παρά το νεαρό της ηλικίας, γνώριζα πως η δράση ήταν πολλές φορές προτιμότερη από την αντίδραση. Πως η δικαιοσύνη θα υπερίσχυε της αδικίας. Πως ο αδύναμος μπορούσε να γίνει δυνατός. Πως ο συμβιβασμένος μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ασυμβίβαστο. Πως το ατομικό να γίνει συλλογικό.
Σας καλούμε να γίνετε συνοδοιπόροι στο λογοτεχνικό / πολιτικό ταξίδι. Τα κείμενά σας μπορείτε να τα στέλνετε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [email protected] (Κώστας Στοφόρος)





































































