Στα χνάρια των νεορεαλιστικών ιρανικών ταινιών, τριάντα χρόνια πριν, η ιρακινή ταινία «Η τούρτα του Προέδρου», σκηνοθετικό ντεμπούτο του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Χασάν Χαντί, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, κέρδισε δύο βραβεία στο Φεστιβάλ Καννών 2025 (Χρυσή Κάμερα Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη και Βραβείο Κοινού στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών), ενώ αποτελεί και την Επίσημη Πρόταση του Ιράκ για τα 98α Βραβεία Όσκαρ 2026.

Ποιος περίμενε ότι ο κλήρος που έλαχε στην 9χρονη Λαμίχα (Μπανίν Άχμαντ Ναΐφ) να υποχρεωθεί –υπό την απειλή τιμωρίας- να φτιάξει τιμητική τούρτα για το σχολείο, ανήμερα των γενεθλίων του Προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν, θα μετατρεπόταν σε πραγματικό εφιάλτη; Βρισκόμαστε στο Ιράκ του 1990, που μετά τις αυστηρές κυρώσεις του ΟΗΕ έχει οδηγηθεί σε μεγάλη φτώχεια και ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων, κάνοντας προβληματική την παρασκευή ενός γλυκού. Βαστώντας αγκαλιά τον αγαπημένο της κόκορα Χίντι, η Λαμίχα πηγαίνει με την ηλικιωμένη γιαγιά της στην πόλη, για να πουλήσουν μικροπράγματα ώστε να προμηθευτούν τα υλικά. Η Λαμίχα χάνεται, και αναζητά τον κολλητό της συμμαθητή Σαΐντ, για να την βοηθήσει. Με ολάκερη τη χώρα σε εορταστικές εκδηλώσεις, διαρκώς συμβαίνουν απανωτές αναποδιές.

Πλάι στην βασική ιστορία, μικρότερες αφηγήσεις ξετυλίγονται με λυρική παραμυθένια αφηγηματικότητα, όπως το γνωμικό που αναφέρει η γιαγιά, πως «όσοι έχουν καθαρές καρδιές, θα δουν στο νερό την εικόνα των αγαπημένων τους», η απαγγελία των υλικών σαν ποιηματάκι «πέντε αυγά για γονιμότητα, ένα κιλό αλεύρι για τη ζωή, μισό κιλό ζάχαρη για γλυκιά ζωή και το μαγικό μπέικιν πάουντερ, για μια αφράτη τούρτα», ο γρίφος του καλόκαρδου ταχυδρόμου για να παρουσιάσει το επάγγελμά του «επάγγελμά σαν πάζλ, που κάνει τους ανθρώπους να γελάνε και να κλαίνε, ραγίζει καρδιές και τις επουλώνει, κάποιοι τον αποκαλούν άγγελο, άλλοι δαίμονα, κάποιοι τον λατρεύουν και άλλοι θέλουν να τον πυροβολήσουν, όλα εξαρτώνται από το τι κουβαλάει για τον καθένα», αλλά και η ιστορία ενός τυφλού στρατιώτη, τραυματισμένου από τις αμερικανικές δυνάμεις, αναβιώνουν την προφορική παράδοση των αραβικών παραμυθιών.

Πέρα από τις εξαιρετικές εκφραστικές ερμηνείες που ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αποσπάσει από δυο μικρά παιδιά, η έγνοια να αναδειχθεί η φτώχεια, παρότι πρόκειται για σημαντική πετρελαιοπαραγωγική χώρα, τονίζεται μέσα από τις ελάχιστες χρηματικές συναλλαγές, που ανακαλούν και το περίφημο «Χαρτζιλίκι» (1976/Φρανσουά Τρυφώ), καθώς οι περισσότεροι ανταλλάσσουν αντικείμενα ή υπηρεσίες με τρόφιμα, λόγω έλλειψης χρημάτων. Τα δυο παιδιά κουβαλούν βαριά σακιά με αντάλλαγμα αυγά, η Λαχίμα προσφέρεται να καθαρίσει τουαλέτες προκειμένου να προμηθευτεί τη σπάνια ζάχαρη, ενώ ο Σαΐντ καταλήγει σε μικροκλοπές προκείμενου να συγκεντρώσει τα φρούτα που πρέπει να πάει στην τάξη, ανακαλώντας και την ιρανική ταινία «Η μέρα του μήλου» (2022/Μαχμούντ Γκαφάρι).

Η σεναριακή αφήγηση που διαρκώς κορυφώνει την αγωνία, με τα δυο κατατρεγμένα παιδιά, που συνεχώς παθαίνουν διάφορες κακοτυχίες και όλο τρέχουν γιατί τα κυνηγάνε, ενώ συμβαίνουν επεισόδια που διαψεύδουν την εμπιστοσύνη τους στους ανθρώπους, σφραγίζεται από την επίδραση της νεορεαλιστικής παράδοσης του ιρανικού σινεμά, όπως στα δράματα του Ματζίντ Ματζιντί, σε μια ταινία για τις περιπέτειες ενός κοριτσιού που χάνεται, παραπέμποντας και στον «Καθρέφτη» (1997/Τζαφάρ Παναχί). Παράλληλα, η ανάδειξη κοινωνικής μιζέριας εκτός από τη λιβανέζικη δραματική ταινία «Καπερναούμ» (2018/Ναντίν Λαμπακί), ανακαλεί και τη δραματική υπόσταση πεινασμένων, κακομεταχειρισμένων και χαμένων παιδιών, στα μυθιστορήματα Άγγλων και Ρώσων συγγραφέων του 19ου αιώνα.Μοναδική φορά που η Λαμίχα χαμογελάει είναι όταν σε ένα καφενείο, όπου προσπαθούν να πουλήσουν ένα ρολόι, μια αισθησιακή τραγουδίστρια την προσκαλεί να χορέψουν στο ρυθμό της αραβικής μουσικής, σκηνή που απαθανατίζεται μέσα από αντανάκλαση σε καθρέφτη στον τοίχο, δίπλα σε ένα πορτρέτο του Σαντάμ. Σχολιάζοντας μέσα από την επιβεβλημένη προσωπολατρεία, το απολυταρχικό πολίτευμα, σε πολλές σκηνές συναντάμε πορτρέτα του Σαντάμ στους τοίχους -στο σχολείο, στην πόλη, στο αστυνομικό τμήμα- ενώ τα σχολιαρόπαιδα παραταγμένα στο προαύλιο δηλώνουν φωναχτά πως θα θυσιάσουν ψυχή και αίμα για τον Σαντάμ.

Πλάι στην ανάδειξη χαρακτηριστικών τοποθεσιών, που διατηρούν εθνογραφική επιμέλεια, όπως τα παζάρια στην πόλη, τούβλινοι τρούλοι στην ταράτσα ενός τζαμιού, αλλά και στενά σοκάκια γεμάτα σκάλες και στοές, όπου τρέχουν τα παιδιά, εντυπωσιάζει και η εμπνευσμένη κινηματογράφηση, όπου από γενικό μακρινό πλάνο αρχικά, η μετατόπιση της κάμερας περικλείει σταδιακά στο κάδρο πρωταγωνιστές και κύριο θέμα, σε μια αδιάκοπη ενατένιση του οπτικού πεδίου που εντάσσει πρόσωπα και καταστάσεις, αναδεικνύοντας το ευρύτερο περιβάλλον. Στην εισαγωγική σκηνή, τα πάντα φανερώνονται από την πρώτη εικόνα. Η πανοραμική θέα με την οποία ανοίγει η ταινία, στην παραποτάμια περιοχή, όπου ζει η Λαμίχα, ανακαλεί αραβικό παραμύθι, μέχρι που δυο μαχητικά αεροσκάφη διασχίζουν τον γαλανό ουρανό, εισάγοντας εξαρχής το εμπόλεμο κλίμα, ενώ η κάμερα μετακινείται μέχρι να αποκαλυφθεί στο κάδρο, πλήθος ανθρώπων πίσω από μια υδροφόρα, να γεμίζουν μπιτόνια με νερό. Η κάμερα ακολουθεί το μεταλλικό κουτί της κλήρωσης στην τάξη, αυξάνοντας την αγωνία, ενώ εύστοχα κινηματογραφείται και η «μυστηριακή» εξαφάνιση του κόκορα, στο πίσω πλάνο, ανάμεσα στα πόδια της Λαμίχα, καθώς σκύβει για να προσευχηθεί στο τζαμί.

Η έντονη εθνογραφική αποτύπωση του αραβικού τοπίου της περιοχής της Μεσοποταμίας, με φοίνικες, μακρόστενες βάρκες και παραποτάμιες καλαμένιες καλύβες, που επιτρέπει στα δυτικά ακροατήρια να θαυμάσουν έναν άγνωστο και μακρινό αρχαίο πολιτισμό, συμπληρώνεται και από την εξαιρετική μουσική με ούτι, κατεξοχήν παραδοσιακό έγχορδο της αραβικής μουσικής, που αγκαλιάζει τη θλίψη της δακρυσμένης Λαμίχα. Τις πρωτότυπες συνθέσεις του Αιγύπτιου Ομάρ Ελ Ντιρμπ, ερμηνεύει στο ούτι ο Ιρακινο-ούγγρος μουσικός Ομάρ Μπασίρ, γιος ενός από τους σημαντικότερους βιρτουόζους στο ούτι και δεξιοτέχνης του παραδοσιακού αραβικού μακάμ.

Η ταινία επιλέγει να δείξει μια αρκετά δύσκολη κοινωνική συνθήκη που μεταφέρει κυρίως στα δυτικά ακροατήρια τον παραλογισμό ενός απολυταρχικού καθεστώτος, αποφεύγοντας να καταγράψει μια διαφορετική, από τη δυτική ματιά, άποψη για ό,τι ακολούθησε μετά, με την εκτέλεση του Σαντάμ το 2006 και τις αμερικάνικες στρατιωτικές δυνάμεις να παραμένουν στη χώρα, διατηρώντας απόλυτο έλεγχο για πάνω από μια δεκαπενταετία. Η επιστροφή σε μια συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική στιγμή στην Ιρακινή ιστορία, με σενάριο σμιλευμένο για τα δυτικά ακροατήρια στα οποία απευθύνεται, ελλοχεύει τον κίνδυνο να θεωρηθεί οριακά μεροληπτική. Έτσι, παρά τη γερή αποκαλυπτική δόση πραγματικότητας, αυτή η κατά τα άλλα καλοφτιαγμένη ταινία, δεν πρέπει να εκληφθεί ως δικαιολογία της αμερικάνικης επέμβασης. Δεν είναι τυχαίο, που το διάστημα της αμερικάνικης κατοχής, δεν έχουμε δείγματα ιρακινού κινηματογράφου, παρά μόνο του ιρανικού, που μάλιστα εξελίχθηκε σε παγκόσμιο αισθητικό και πολιτισμικό φαινόμενο, με πολλές διακρίσεις σε Διεθνή Φεστιβάλ, για ιρανικά κοινωνικά δράματα με έντονα ηθικά διλήμματα, σκηνοθετών όπως οι Φαραντί και Τζαλιλβάντ, στον αντίποδα μιας παράλληλης τάσης ενάντια στην ιρανική λογοκρισία και στους διωγμούς αντιφρονούντων, από σκηνοθέτες όπως οι Παναχί και Ρασούλοφ. Είναι πάντως διπλή η ειρωνεία, τόσο όταν μια ιρακινή ταινία παρουσιάζει έκδηλες αισθητικές και σεναριακές επιρροές από τον ιρανικό κινηματογράφο, όσο και το να βλέπουμε μια τέτοια ταινία για το Ιράκ επί Σαντάμ το ’90, στη σημερινή κρίσιμη εμπόλεμη ιστορική συγκυρία, όπου μοιραία επαναλαμβάνεται σαν ιστορική φάρσα η ίδια νεοαποικιοκρατική διαδικασία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και στο Ιράν.

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO

Στην Ταινιοθήκη της Ελλάδoς διοργανώνεται αφιέρωμα «Από το βιβλίο στην οθόνη» (5-9/3/2026), με ταινίες βασισμένες σε μυθιστορήματα, από εμβληματικούς σκηνοθέτες που εμπνεύστηκαν από σπουδαίους λογοτέχνες. Περισσότερα tainiothiki.gr/el/ekdiloseis/arxeio-ekdiloseon/2728-apo-to-vivlio-stin-othoni

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!