Του Αριστοτέλη Γ. Καλλή

Σκηνή Α: Στο βάθος του δρόμου ένα σπίτι καίγεται. Έξω απ’ αυτό μια ομάδα ανθρώπων φωνάζει συνθήματα περί ελευθερίας, εκδίκησης και δικαίου. Εντός μια οικογένεια εκλιπαρεί καιόμενη. Πρόκειται για αξιωματούχους δικτατορικού καθεστώτος.

Σκηνή Β: Έξω από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης,το πλήθος έχει συλλάβει μια γυναίκα δεσμοφύλακα, ένα απεχθές πρόσωπο λόγω της φρικώδους δράσης της. Την κουρεύει, τη χτυπάει, τη φτύνει, της ξεσκίζει τα ρούχα, τη χαρακώνει με μαχαίρι, το αίμα τρέχει σαν ποτάμι στο γυμνό της σώμα, πονάει, ουρλιάζει, εκλιπαρεί για λίγη ζωή ακόμη.

Σκηνή Γ: Από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Και ιδού είς των μετά Ιησού εκτείνας την χείρα απέσπασε την μάχαιραν αυτού, και πατάξας τον δούλον τού αρχιερέως αφείλεν αυτού το ωτίον. Τότε λέγει αυτώ ο Ιησούς· Απόστρεψον σου την μάχαιραν εις τον τόπον αυτής· πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μαχαίρη αποθανούνται.» (Μετάφραση: Ένας όμως από τη συντροφιά του Ιησού έσυρε το μαχαίρι του, χτύπησε τον δούλο του αρχιερέα και του έκοψε το αυτί. Τότε του λέει ο Ιησούς: Βάλε το μαχαίρι σου ξανά στη θήκη του γιατί όλοι όσοι τραβούν μαχαίρι από μαχαίρι θα πεθάνουν).

Ποιος έχει δίκιο; Ποιος άδικο; Ποιος θα πατήσει την σκανδάλη; Ποιος θα ζωγραφίσει αυτό που βλέπει; Ποιος θα αφορίσει αυτόν που ζωγράφισε αυτό που θεώρησε ότι είδε; Ποια φωτογραφία θα αποτυπώσει την πραγματικότητα για να ανταποκριθεί στις χίλιες λέξεις; Ποιος ο κριτής και ποιος ο κρινόμενος; Ποιος ο δίκαιος και ποιος ο άδικος ως απόρροια τής γνώσης και του μεγέθους της άγνοιας του αντικειμένου και της οπτικής γωνίας αυτού;

Σκηνή Δ: Γραμματείς και Φαρισαίοι αγκαλιά, κάτω απ’ τις φτερούγες ενός λευκού περιστεριού (μετά από χρόνια) φιλοσοφούν, ασχημονούν εκατέρωθεν και υποδεικνύουν το ορθόν με ανορθόδοξο τρόπο, ο ένας εις τον άλλον, εκ του ασφαλούς και εκ του μακρόθεν (καλλιτεχνική-πολιτική ασυλία με κοινό παρονομαστή τη βία, τη προβολή του αγνώστου πατρός, την αποκαθήλωση των συμβόλων, την εργαλείοποιηση του συμβάντος, την τελετή έναρξης μιας ατελούς διαδικασίας ανθρωποφυλάκων της εξουσίας που προσποιούνται τους ανατροπείς, τους ελευθερωτές, τους αναθεωρητές, τους επιθεωρητές). «Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί», μεταξύ αυτών και εμού του ελαχίστου.

***

Μια φωνή δραπετεύει από το πεδίο των μαχών, μια φωνή παιδιού που με καθοδηγεί μέσα στο χάος ενός γυάλινου κόσμου, που με επαναφέρει ακριβώς στις διαστάσεις του εφικτού, του ανέφικτου, του αλλόκοτου.

Κοίτα μου λέει… έξω από την πόρτα σου… υπάρχει ένας άστεγος… ζητάει μια γωνιά να κοιμηθεί στο σπίτι σου, ένα παιδί ζητάει λίγο γάλα για να ζήσει, ένας σκύλος αδέσποτος, ένα κόκαλο για να επιβιώσει, μια κακοποιημένη γυναίκα από έναν «καθώς πρέπει» επιφανή κύριο… θαλπωρή και ανθρωπιά, ένας που έκλεψε λίγο ψωμί γιατί πεινούσε έναν μάρτυρα υπεράσπισης στο δικαστήριο που θα γίνει, ένας μαυραγορίτης ένα μέρος να κρυφτεί από το σίγουρο λιντσάρισμα του πλήθους.

Μια μαυροφορεμένη μάνα με πλησιάζει. Αισθάνομαι αμήχανα… ενοχικά για την ανεπάρκεια μου… Έχει δραπετεύσει απ’ του ναού την εσωτερική τοιχογραφία. Δακρύζει… χαμογελά… ακουμπά το χέρι της πάνω στον ώμο μου… δεν απαιτεί να καταλάβω… της αρκεί να αισθανθώ…

Η ώρα περνάει, σκόρπιες εικόνες περνάνε από μπροστά μου, σκοτωμένα παιδιά, γκρεμισμένα σπίτια, γκρεμισμένα όνειρα, σκέφτομαι το «διαφωνώ με τα όσα λες, θα έδινα όμως και τη ζωή μου να υπερασπιστώ το δικαίωμα να τα λες», κοντεύει να χαράξει…

Δεν ξέρω πια ποιος είμαι, αν είμαι, τι θέλω να είμαι, αν θέλω να είμαι.

Γύρω μου όλα ανάκατα… Φιλόσοφοι χωρίς σοφία, Πολιτικοί χωρίς όραμα, Καλλιτέχνες χωρίς τέχνη, Ποιητές χωρίς λέξεις, Ηθοποιοί χωρίς κείμενο επί σκηνής, Μουσικοί χωρίς νότες, Πατρίδα χωρίς γη, Ταξίδι χωρίς Ιθάκη… σ’ έναν αλλόκοτο κόσμο που αλλάζει σκοτώνοντας τα λευκά περιστέρια εν είδει άσκησης ετοιμότητας εν καιρώ πολέμου…

Η πόρτα μου είναι ακόμη κλειστή…

Το μόνο που αισθάνομαι και ξέρω καλά, είναι αυτό που με έμαθαν λάθος, είναι ότι απεχθάνομαι, ότι με φοβίζει, ότι τρέφει το εγώ μου, το μίσος και την οργή μου για το άδικο που βιώνω, ότι μου τρώει ύπουλα τη ζωή και με σκοτώνει αργά αλλά σταθερά…

Μία διαρκής πρόκληση, μία διαρκής πρόσκληση σ’ ένα δομημένο χάος απ’ αυτούς που δήθεν με υπερασπίζονται καταστρέφοντας ό,τι μου απέμεινε… μνήμες, αξίες, δικαίωμα στη ζωή.

Ημιθανής και εξαρτημένος, πίσω από μια γυάλινη οθόνη, μαθαίνω την αλφαβήτα της κυριαρχίας των μετρίων, μιας σκοτεινής περιόδου χωρίς οξυγόνο, χωρίς δίκαιο, χωρίς μέτρο, χωρίς δικαίωμα στη ζωή…

Κι εκείνη μαυροφορεμένη πάντα έρχεται ξανά και ξανά, ως δραπέτης μιας παραποιημένης εικόνας, απλώνει τα χέρια της, με αγκαλιάζει, δακρύζει… Άνοιξε, σε παρακαλώ, μου λέει… άνοιξε τη πόρτα σου… Δεν ακούς;

Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού σου… Ένα παιδί περιμένει, ένας άστεγος, μια θλιμμένη γυναίκα, ένας πεινασμένος σκύλος, ένας πού ονειρεύτηκε το φως μέσ’ το απέραντο σκοτάδι… Άνοιξε… τα υπόλοιπα είναι προφάσεις… μην ακούς…

Μόνο η αγάπη μένει…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!