του Θανάση Μουσόπουλου*

Και ο Μίκης και ο Μάνος από μικροί ασχολούνται με τη μουσική. Νέοι συναντιούνται, συνεργάζονται, αναπτύσσουν φιλία που κρατά ως το τέλος.

«Για τον Μάνο Χατζιδάκι μου είναι αδύνατον να μιλήσω αντικειμενικά» έλεγε ο Μίκης Θεοδωράκης. «Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1944 και έκτοτε η παρουσία του στη ζωή μου υπήρξε διαρκής και έντονη. Πιστεύω ότι το ίδιο κατά κάποιον τρόπο συνέβη και με κείνον». Σε όλη τη διάρκεια τους συνύπαρξής τους υπήρχε ταυτόχρονα απώθηση και ταύτιση, απαξίωση (απόρριψη, κριτική) και εκτίμηση, σκεπτικισμός και θαυμασμός, πολεμική και συνεργασία.

Η πρώτη επαφή των δύο συνθετών φαντάζει ο πρόλογος μιας βαθιάς φιλίας, αλληλοεκτίμησης, θαυμασμού του ενός για τον άλλον. Ο Μίκης επιστρέφει στην εποχή λέγοντας: «Αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε ο ένας το σπίτι του άλλου. Όταν βρέθηκα στα 1947 εξόριστος στην Ικαρία, ο Μάνος μου έγραψε: “Έχω τύψεις που εσύ είσαι εκεί κι εγώ έμεινα εδώ”».

Και οι δύο χρειάστηκε εκείνα τα χρόνια να δουλεύουν χειρωνακτικά για να τα βγάλουν πέρα.

Το 1947 ο Μίκης μελοποιεί το ποίημα «Καληνύχτα» του Πέτρου Γρανίτη, δηλαδή του Μάνου. Τον Μάιο του 1945 ο Μάνος συνεργάζεται με το περιοδικό «Νέα Γενιά» της ΕΠΟΝ με το ψευδώνυμο Πέτρος Γρανίτης.

Τον επόμενο χρόνο, βρισκόμαστε στο δύσκολο 1948, ο Κάρολος Κουν ανεβάζει τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα, με μουσική του Μάνου. Τότε ο Μίκης ήταν κυνηγημένος, διακινδύνευσε ώστε με τη σύζυγό του τη Μυρτώ να πάνε στην πρεμιέρα. Ο Μίκης μαγεύτηκε από τη μουσική του Μάνου, του έγραψε μάλιστα ένα σημείωμα σε ένα χαρτάκι, το οποίο κράτησε ο Μάνος και του το έδειχνε συχνά. «Ήταν μια δική τους συμβολική διάλεκτος».

Και φτάνουμε στο 1962, σημαντική χρονιά. Ο Χατζιδάκις εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως μαέστρος στην πρώτη συναυλία του τρίτου κύκλου της «Μικρής Ορχήστρας Αθηνών» που ίδρυσε τον Νοέμβριο του 1962 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η ποίηση –εκτός από τη μουσική– ήταν κάτι κοινό μεταξύ του Μάνου και του Μίκη. Και οι δύο έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στη μελοποίηση της νεοελληνικής, και όχι μόνο, ποίησης. Η έννοια της ποίησης και η έννοια της τέχνης κλείνουν τη γέννα και τη δημιουργία εν γένει.

Ο Μάνος από το 1945 ήδη μελοποιεί ποιήματα νεοελλήνων ποιητών. Όσον αφορά τη σχέση και την προσφορά του Μίκη στη μελοποιημένη ποίηση, θα αναφέρουμε στη συνέχεια.

Οι πλαστοί διαχωρισμοί δεν είχαν ποτέ για τον Μάνο νόημα. «Ο Θεοδωράκης δεν έγραψε μόνο τον “Ζορμπά”. Είναι βαθιά και πλατιά μουσικός, με ευαισθησία. Ποταμός σπανίων μελωδιών».

Ο Μάνος είχε με πολλούς τρόπους μιλήσει και ενεργήσει, έτσι που αποδεικνύει ότι ήταν τόσο κοντά στο Μίκη. Λέει: «Δεν μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική».

Ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης αποτελούν ένα ιδανικό «δίδυμο» στον νεοελληνικό πολιτιστικό ουρανό. Συνέβαλαν ποικιλότροπα.

Στο εξαιρετικό βιβλίο του Roderick Beaton «Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία» (Εκδ. Νεφέλη, 1996) στο κεφάλαιο «Ποίηση και Μουσική» (σελ. 284-287) γίνεται αναφορά στο λεγόμενο «έντεχνο λαϊκό τραγούδι» και στον ρόλο των δύο μουσικοσυνθετών. Αναφέρεται το έργο του Γκάτσου, για το οποίο ο Beaton σημειώνει: «Η σύγχρονη κριτική αναγνώρισε την ποιητική αξία και των μελοποιημένων στίχων του, αφού διαπίστωσε ότι τα “τραγούδια” του Γκάτσου αποτελούν ποιητική κατάκτηση, διαφορετικού βέβαια είδους, καθόλου κατώτερη από τη “λογοτεχνική” του ποίηση». Στο τέλος αυτού του κεφαλαίου, μάλιστα, ο Roderick Beaton σημειώνει: «Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας το έντεχνο λαϊκό τραγούδι έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, ακριβώς εξαιτίας της στενής σχέσης που αναπτύχθηκε ανάμεσα στην ποίηση και τη μουσική και κατ’ επέκταση ανάμεσα στους ποιητές και τους μουσικούς». Ο Μίκης και ο Μάνος είναι οι πρωταγωνιστές στην προβολή και αξιοποίηση της νεοελληνικής ποίησης, που με τη μελοποίησή της έγινε κτήμα του ελληνικού λαού.

***

Η Μεταπολεμική ποίηση, μετά τη κατοχή και τον εμφύλιο, συνεχίζει την ποίηση της Γενιάς του Τριάντα. Τρεις σημαντικούς εκπροσώπους της κοινωνικής ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς μελοποιεί ο Μίκης Θεοδωράκης: Μανόλη Αναγνωστάκη, Τάσο Λειβαδίτη και Μιχάλη Κατσαρό.

Τον καιρό της εξορίας στη Ζάτουνα, ο συνθέτης μελοποίησε δύο ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη, το «Μιλώ» και τον «Χάρη 1944», που αποτέλεσαν τον κύκλο «Αρκαδία VIII». Αργότερα, γύρω στο 1972, ο ποιητής του έστειλε έναν νέο κύκλο ποιημάτων, τη «Λερναία ΄Υδρα». Έγραψε τη μουσική για τα ποιήματα αυτά, που αργότερα κυκλοφόρησαν σε δίσκο, με τον τίτλο «Μπαλάντες». Όπως σημειώνει ο Μίκης Θεοδωράκης για τη σχέση του με τον ποιητή: «Με τον Μανόλη Αναγνωστάκη γνωριστήκαμε την εποχή που κυκλοφορούσε το λογοτεχνικό περιοδικό “Κριτική”. Ήμουν, τότε, στο Παρίσι και μου έγραψε, προτείνοντάς μου να του στείλω άρθρα μου για δημοσίευση. Θυμάμαι ότι, τελικά, δημοσιεύθηκαν δύο άρθρα μου στο περιοδικό αυτό […] Η ποίησή του μου άρεσε πάντα. Ήταν μελαγχολική στην πρώτη ανάγνωση, όμως έκρυβε μεγάλη δύναμη».

Η γνωριμία του Τάσου Λειβαδίτη με το Μίκη Θεοδωράκη έφερε σαν αποτέλεσμα τα πρώτα τους τραγούδια «Μάνα μου και Παναγιά» και «Δραπετσώνα» με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που κυκλοφόρησαν τον Οκτώβρη του 1960 σε δίσκο 45 στροφών, ενώ τον Μάρτη του 1961 ηχογραφήθηκαν τα «Έχω μια αγάπη» και «Σαββατόβραδο» με το Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα. Όλα εντάχθηκαν στον κύκλο «Πολιτεία Α΄». Την ίδια χρονιά ο Θεοδωράκης έγραψε τη μουσική για την ταινία «Συνοικία το Όνειρο» της οποίας το σενάριο συνυπέγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης μαζί με τον Κώστα Κοτζιά.

Πολύ μακρόχρονη σχέση είχε ο Μίκης με τον Μιχάλη Κατσαρό. Ο Στάθης Κατσαρός, γιος του ποιητή γράφει σε κείμενό του: «Ο πατέρας μου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα φίλο του, Μίκη Θεοδωράκη, ακριβώς τότε, στην περίοδο των Δεκεμβριανών. Ο Μίκης διηγείται: Σε μια νυχτιάτικη σύγκρουση του εφεδρικού ΕΛΑΣ με τους Γερμανο-ταγματασφαλίτες διακρίνω ανεβασμένον σε έναν όχτο μια ψηλή φιγούρα με μακριά χλαίνη να φωνάζει – Εμπρός αγωνιστές. Σούρθηκα κατά κει και του φώναξα, ποιος είσαι, τι κάνεις κλπ… Μου απάντησε με φλεγματική φωνή: Εσύ ποιος είσαι! – Μίκης Θεοδωράκης στρατιωτικός υπεύθυνος Νέας Σμύρνης. Εσύ; – Μιχάλης Κατσαρός, ποιητής».

Ο Μίκης μελοποίησε τους Σαδδουκαίους και τους παρουσίασε πρώτα Γερμανικά στο Ανατολικό Βερολίνο και μετά Ελληνικά στο Ηρώδειο.

Ολοκληρώνοντας τον περίπατό μας να σημειώσουμε ότι ο Μάνος από το 1945 ήδη μελοποιεί δεκάδες ποιήματα νεοελλήνων και όχι μόνο ποιητών.

Αναμφίβολα, ο Μίκης και ο Μάνος είναι οι πρωταγωνιστές στην προβολή και αξιοποίηση της νεοελληνικής ποίησης, που με τη μελοποίησή της έγινε κτήμα του ελληνικού λαού.

***

Στις δύο επόμενες ενότητες θα προσεγγίσουμε τον τρίτο μεγάλο ποιητή μας που φέτος τιμούμε τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, τον Μανόλη Αναγνωστάκη

* Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας, ποιητής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!