Στην ελληνική εμπειρία του 20ού αιώνα, το «εθνικό» δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερος τόπος. Φορτώθηκε ιστορικά με βία και αποκλεισμό. Η επίκληση του έθνους συνδέθηκε επανειλημμένα με τον εμφύλιο, τον αντικομμουνισμό, τις διώξεις, τη στρατιωτική δικτατορία, την εθνικοφροσύνη ως μηχανισμό διαχωρισμού. Για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, το «υπερασπίζομαι το εθνικό» δεν ήρθε ως φροντίδα του κοινού, αλλά ως μια απειλητική διακήρυξη: εσύ ανήκεις – εσύ όχι.

Έτσι, το «εθνικό» τραυματίστηκε ηθικά. Δεν υπέστη καμιά συλλογική επεξεργασία και αντ’ αυτού στιγματίστηκε.

ΜΕΤΑ το 1974, η Μεταπολίτευση έκανε κάτι αναγκαίο αλλά μισό. Απονομιμοποίησε τον αυταρχικό εθνικισμό,  και σωστά. Όμως δεν επανανοηματοδότησε το «εθνικό» σε δημοκρατική βάση. Δεν το συνέδεσε με κοινωνικό κράτος, με ισότητα, με δημόσια φροντίδα, με κοινό βίο. Το «εθνικό» δεν έγινε κοινό αγαθό. Έμεινε ορφανό.

Και ό,τι εγκαταλείπεται, καταλαμβάνεται.

Το κενό αυτό το κάλυψε η ακροδεξιά. Όχι επειδή υπήρχε κάποια ιστορική νομοτέλεια, αλλά επειδή κανείς άλλος δεν διεκδίκησε αυτά τα σύμβολα. Η σημαία, η πατρίδα, η ιστορία, η έννοια της συλλογικής συνέχειας ταυτίστηκαν σταδιακά με επιθετικότητα, μιλιταρισμό, ρατσισμό, φασιστική ρητορική. Όχι επειδή αυτό είναι αναγκαίο, αλλά επειδή το δημοκρατικό φάσμα αποσύρθηκε αμυντικά από το πεδίο.

Η αριστερά και ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος, αντί να επιχειρήσουν μια επανοικειοποίηση του εθνικού, το αντιμετώπισαν συχνά ως εξ ορισμού ύποπτο. Το άφησαν στην ακροδεξιά, το ταύτισαν συλλήβδην με πόλεμο και φασισμό. Έτσι, άφησαν κενό το πεδίο της συλλογικής ταυτότητας, έσπασαν τη γέφυρα ανάμεσα στο κοινωνικό και το εθνικό και ενίσχυσαν ένα ψευδοδίλημμα ή διεθνισμός ή πατριωτισμός.

Το αποτέλεσμα είναι το γνωστό παράδοξο: όποιος μιλά για κοινωνικά / ατομικά δικαιώματα θεωρείται προοδευτικός, όποιος μιλά για εθνική αυτονομία συχνά θεωρείται επικίνδυνος, και όποιος επιχειρεί να συνδέσει τα δύο δεν χωρά εύκολα πουθενά. Έτσι, το εθνικό δεν γίνεται χώρος δημοκρατικής σύνθεσης, αλλά σύμβολο διχασμού.

ΑΥΤΟ το συλλογικό μοτίβο έχει έναν εντυπωσιακά ακριβή παραλληλισμό στο ατομικό πεδίο του ψυχικού τραύματος.

Όταν ένα παιδί κακοποιηθεί, παραμεληθεί ή βιώσει βία από φιγούρες εξουσίας, συχνά δεν απαγορεύει εσωτερικά το πρόσωπο που το έβλαψε, αλλά το συναίσθημα που συνδέθηκε με τη βία. Αν η τρυφερότητα συνοδεύτηκε από χειρισμό, η τρυφερότητα γίνεται ύποπτη. Αν η εγγύτητα συνδέθηκε με έλεγχο, η εγγύτητα ταυτίζεται με απώλεια ελευθερίας. Το άτομο δεν λέει «αυτό που συνέβη ήταν λάθος», αλλά ασυνείδητα καταλήγει στο συμπέρασμα: αυτό το συναίσθημα είναι επικίνδυνο.

Έτσι, το τραύμα γενικεύεται. Η εγγύτητα γίνεται απειλή, η εμπιστοσύνη αφέλεια, η παράδοση αδυναμία. Το άτομο γίνεται υπερελεγκτικό, αποστασιοποιημένο ή ηθικοποιεί τη στάση του. Όχι από αλαζονεία, αλλά από φόβο επανάληψης του τραύματος.

Η επανανοηματοδότηση του εθνικού δεν είναι ζήτημα ταυτότητας, αλλά ζήτημα ευθύνης. Γιατί ένα έθνος που δεν επιτρέπεται να φροντίσει τον εαυτό του, παραμένει μόνιμα εκτεθειμένο – και τελικά, εύκολα διαθέσιμο στην εξαπάτηση, στη χειραγώγηση και εντέλει στην υποταγή

Ακριβώς το ίδιο συνέβη και συλλογικά με το «εθνικό» στην Ελλάδα. Αντί η κοινωνία να πει «αυτές οι πρακτικές ήταν βίαιες», είπε σιωπηρά: αυτό το πεδίο είναι επικίνδυνο. Και το απέφυγε. Όπως το τραυματισμένο άτομο αποφεύγει την εγγύτητα, η κοινωνία απέφυγε το εθνικό.

Όταν το τραύμα δεν επεξεργάζεται, μεταμφιέζεται σε ηθική. Στο άτομο, αυτό εκφράζεται ως απόλυτες αξιώσεις καθαρότητας. Στην κοινωνία, ως εύκολες εξισώσεις. «Όποιος μιλά για έθνος είναι φασίστας». Η ηθική εδώ δεν είναι επεξεργασία. Είναι άμυνα.

Και όπως συμβαίνει πάντα με το τραύμα, ό,τι εγκαταλείπεται επιστρέφει παραμορφωμένο. Στο ατομικό επίπεδο, το απωθημένο συναίσθημα επιστρέφει μέσα από δυσλειτουργικές σχέσεις. Στο συλλογικό, το εγκαταλειμμένο εθνικό επιστρέφει μέσω της ακροδεξιάς.

Η θεραπευτική κίνηση –και στο άτομο και στην κοινωνία– δεν είναι η επιστροφή στο παρελθόν. Είναι η επανοηματοδότηση. Στο άτομο σημαίνει διάκριση, όχι αφέλεια. Στο συλλογικό σημαίνει αποσύνδεση του εθνικού από τη βία και σύνδεσή του με τη δημοκρατία, τη φροντίδα, τον κοινό βίο, χωρίς αποκλεισμούς.

Το βαθύτερο κοινό σημείο είναι αυτό: το τραύμα δεν απαγορεύει την αλήθεια. Απαγορεύει την επαφή, τη σύνδεση.

Και χωρίς επαφή –ούτε ατομικά ούτε συλλογικά– δεν υπάρχει σχέση, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει πολιτική ωριμότητα.

Γι’ αυτό το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπερασπιστούμε ή όχι το «εθνικό». Είναι ποιος το ορίζει και με ποιους όρους. Ως ισχύ και αποκλεισμό, ή ως κοινό χώρο ζωής, μνήμης και ευθύνης;

ΟΣΟ αυτό το ερώτημα αποφεύγεται, το εθνικό θα παραμένει όμηρος της ακροδεξιάς και φόβητρο για τους υπόλοιπους. Και η κοινωνία θα στερείται κάτι κρίσιμο: τη δυνατότητα να μιλήσει για το κοινό / το συλλογικό / το εθνικό χωρίς να φοβάται.

Και βέβαια, όταν ένα συλλογικό πεδίο τραυματίζεται και εγκαταλείπεται, δεν μένει κενό. Μετατρέπεται σε ζώνη ανοχύρωτη. Κάπως έτσι, στην ελληνική περίπτωση, η ηθική αποστροφή απέναντι στο εθνικό δεν το απενεργοποίησε. Το άφησε απροστάτευτο.

Η συστηματική αποφυγή να μιλήσουμε για το εθνικό ως κοινό χώρο ζωής, ευθύνης και φροντίδας, το άφησε χωρίς δημοκρατική υπεράσπιση. Και ένα έθνος που δεν μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του χωρίς φόβο, μαθαίνει σιγά-σιγά να θεωρεί φυσικό το να μην προστατεύεται. Να αποδέχεται την απογύμνωσή του ως κανονικότητα. Να εκλαμβάνει την ευαλωτότητά του όχι ως πρόβλημα πολιτικής, αλλά ως ηθική μοίρα.

Έτσι, το ανυπεράσπιστο του έθνους νομιμοποιήθηκε. Όχι μέσα από ανοιχτή παραίτηση, αλλά μέσα από σιωπή. Όχι με κραυγές, αλλά με αποχή. Το κοινό έμεινε χωρίς γλώσσα, χωρίς αφήγημα, χωρίς συλλογικό ένστικτο αυτοπροστασίας. Και όταν το ανυπεράσπιστο γίνεται κανονικότητα, τότε κάθε μορφή εξωτερικής ή εσωτερικής επιβολής μοιάζει αναπόφευκτη.

Η πιο βαθιά συνέπεια αυτής της ιστορίας δεν είναι ο διχασμός. Είναι η εσωτερίκευση της ιδέας ότι το έθνος δεν δικαιούται φροντίδα, παρά μόνο επιτήρηση. Ότι δεν αξίζει προστασία, παρά μόνο διαχείριση. Ότι δεν μπορεί να σταθεί ως σχέση, παρά μόνο ως πρόβλημα.

Ίσως γι’ αυτό η επανανοηματοδότηση του εθνικού δεν είναι ζήτημα ταυτότητας, αλλά ζήτημα ευθύνης. Γιατί ένα έθνος που δεν επιτρέπεται να φροντίσει τον εαυτό του, παραμένει μόνιμα εκτεθειμένο – και τελικά, εύκολα διαθέσιμο στην εξαπάτηση, στη χειραγώγηση και εντέλει στην υποταγή.

* Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι MSc. Αναπτυξιακός και Κοινωνικός Ψυχολόγος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!