Παράρτημα στο τελευταίο βιβλίο του Λαοκράτη Βάσση «Ανεκπλήρωτη Ρωμιοσύνη ‒ Εθνεγερσία του 1821, Μακεδονικό, Κυπριακό» που παρουσιάζεται την Παρασκευή 27 Μαρτίου, στις 19:00, στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών (Γενναδίου 8 & Ακαδημίας, Αθήνα)
του Λαοκράτη Βάσση
Του Φλέσσα η μάνα κάθεται
στην Πολιανή στη ράχη.
Τα κοντοβούνια αγνάντευε
και τα πουλιά ρωτάει:
«μην είδατε τον γιόκα μου
τον Φλέσσα Αρχιμανδρίτη;»
‒Τον Φλέσσα τον σκοτώσανε
στη μάχη στο Μανιάκι.
Δημοτικό
Ο περίφημος Νιόνιος, ποινικός κρατούμενος, ήταν η μασκότ των «Εγκληματικών Φυλακών Τρικάλων». Κατα-μελάχρινος Πύργιος, με φάτσα Σαρακηνού πειρατή, ήταν το πρόσωπο του προαυλίου της φυλακής. Ιδίως όταν έκανε τα απίθανα τσαλίμια του με την μπάλα. Απ’ όπου και το τιμητικό παρωνύμιο: «Μαύρο διαμάντι». Καθώς περηφανευόταν πως μόνο αυτός κι ο Πελέ μιλάνε τη «γλώσσα» της μπάλας. Με όλο το τσούρμο των κρατουμένων να χειροκροτεί, ζητωκραυγάζοντας κι απο-θεώνοντας τον μεγάλο ζογκλέρ. Που ανταπέδιδε με τις απίθανες «τούμπες» και τις βαθιές υποκλίσεις του προς το ενθουσιώδες κοινό. Ήταν μια καθημερινή, σχεδόν, ατραξιόν, που όλοι την περίμεναν και την απολάμβαναν.
Την 25η Μαρτίου του 1968 ο Νιόνιος, απ’ τους ποινικούς, κι ο Ορέστης, απ’ τους πολιτικούς, ήταν θαλαμοφύλακες στη μεγάλη ισόγεια αίθουσα. Όπου ήταν στοιβαγμένοι κάποιες δεκάδες ποινικοί κρατούμενοι όλων των αδικημάτων, εκτός από ισοβίτες, που ήταν στον επάνω όροφο. Κι ανάμεσά τους μια ευάριθμη ομάδα πολιτικών κρατουμένων, απ’ αυτούς που περνούσαν τα Έκτακτα Στρατοδικεία της Χούντας. Όταν βγήκαν οι κρατούμενοι στο προαύλιο, η Διεύθυνση στόλισε τον θάλαμο με σημαιάκια και τον ένα τοίχο με πορτρέτα των Αγωνιστών του ’21 και της… τριανδρίας των απριλιανών πραξικοπηματιών εναλλάξ.
Ο Ορέστης, που ήξερε το «ψώνιο» του Νιόνιου με τον Παπαφλέσσα, καθώς στα λογύδριά του τον έβαζε πάνω κι απ’ τον Ολυμπιακό και απ’ τον Πελέ: «Μη τα κάνουμε όλα όμως ίσιωμα, μαλάκες», έλεγε με στόμφο, «άλλο Παπαφλέσσας κι άλλο Ολυμπιακός και Πελέ, όλα κι όλα», του άγγιξε τη λεπτή χορδή, δείχνοντας τα αφισο-πορτρέτα, όπου, κατά σύμπτωση, είχαν βάλει δίπλα-δίπλα τον Παπαφλέσσα και τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. «Ρε συ, Νιόνιο», του είπε, «πώς νιώθει ο Παπαφλέσσας, που έχει δίπλα του αυτό το κοράκι; Για κοίτα, ο Παττακός δίπλα στον Κολοκοτρώνη, ο Μακαρέζος δίπλα στον Μάρκο Μπότσαρη κι ο Παπαφλέσσας δίπλα-δίπλα με τον Παπαδόπουλο!»
– Πού το πας, Ορέστη, του είπε ο Νιόνιος.
– Πουθενά δεν το πάω, Νιόνιο, απλώς το σκέφτηκα όπως βλέπω το «εικονοστάσι» και στο είπα.
– Εγώ, όμως, θα το πάω, αφού το είπες.
– Πού θα το πας;
– Βάλε μου πλάτη και θα δεις.
Πάει προς τον τοίχο, καλώντας επιτακτικά τον Ορέστη να του βάλει πλάτη. Κι αυτός, χωρίς δεύτερη σκέψη, πάει και του βάζει πλάτη. Σαν αίλουρος ο Νιόνιος, πατάει γερά στις πλάτες του Ορέστη και αποκαθηλώνει όλους τους χουνταίους απ’ το «εικονοστάσι». Κατεβαίνοντας, με το τρόπαιο στα χέρια του, πήγε στη μέση του θαλάμου και κοίταξε τους ήρωες συγκινημένος: «Ρε Ορέστη, τα μάτια μου με γελάνε ή στ’ αλήθεια μου χαμογελάνε; Για κοίτα, δεν χαμογελάνε;»
Ο Ορέστης τον αγκάλιασε και του είπε: «Όχι, Νιόνιο, δεν σε γελάνε τα μάτια σου, στ’ αλήθεια χαμογελάνε».
Κι ενώ ο Νιόνιος είχε αρχίσει να κομματιάζει τα «πορτρέτα» των χουνταίων, ο Ορέστης του ζήτησε να του κρατήσει τέσσερα, γιατί θέλει να φτιάξει κάτι, για να του χαμογελούν κι αυτουνού τα «εικονίσματα».
– Τι θέλεις να φτιάξεις; τον ρώτησε ο Νιόνιος.
– Θέλω να φκιάξω μια αφισούλα, ένα μικρό «λάβαρο», να το κρεμάσουμε στη μέση του θαλάμου. Αλλά χρειάζομαι λίγη κόλλα ή βελόνα και κλωστή. Θα βρούμε, Νιόνιο;
– Και βέβαια θα βρούμε, έχουν τα παιδιά στο εργαστήρι του υπογείου απ’ όλα.
Σε λίγο, με τον Νιόνιο να έχει κομματιάσει, με πολλές βλαστήμιες, τα χουντο-πορτρέτα, ο Ορέστης έφκιαξε το «λάβαρό» του, συγκολλώντας και ράβοντας πρόσωπο με πρόσωπο τα τέσσερα πορτρέτα, για να είναι ελεύθερες οι λευκές τους πλευρές, όπου έγραψε: «Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του ’21», απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη: «Ελευθερία ή θάνατος».
Με τον Νιόνιο, τον αίλουρο, που ήθελε λεπτομέρειες για το «κρασί του ’21», ποιος το είπε, πότε και γιατί, να το κρεμάει στη μέση του θαλάμου. Έτσι που να φαίνεται απ’ όλες τις μεριές, όπως… εξήγησε στον Ορέστη.
Κι εκείνος τον ρώτησε:
– Για κοίταξέ τους, ρε Νιόνιο, δεν μας ξαναχαμογελάνε;
– Ναι, ναι, φίλε μου, μας χαμογελάνε. Για κοίταξέ τους! Για κοίταξε τον Παπαφλέσσα, που του είχαν βάλει δίπλα του τον… καργιόλη!
«Αλίμονο στους αγώνες που κρέμονται από τα χαρτιά. Το γένος δεν χρειάζεται τα χαρτιά κανενός για τη λευτεριά του. Έχετε πίστη; Έχετε καρδιά; Αλλιώς κάθεστε εκεί που κάθεστε. Ραγιάδες εσείς, ραγιάδες και τα παιδιά σας, ραγιάδες και τα παιδιά των παιδιών σας» (λόγια του Παπαφλέσσα)
Στο μεταξύ, καθώς τελείωσε η ώρα του αυλισμού, οι κρατούμενοι ξαναγύριζαν στον θάλαμο, κοιτάζοντας το «εικονοστάσι» των Αγωνιστών και το κρεμασμένο «λάβαρο», όλο περιέργεια για το τι είναι και τι γράφει. Με τον Νιόνιο, σε ρόλο «αρχηγού», να τους λέει πως θα τους εξηγήσει τι είναι αυτό που βλέπουν, όταν μαζευτούν όλοι. Όπως και έγινε. Καθώς, με το που γέμισε ο θάλαμος, ανέβηκε σε ένα απ’ τα κεντρικότερα κρεβάτια και εκφώνησε φλογερό λόγο: «Αυτοί οι καργιόληδες, οι ξεσκισμένοι, όταν βγήκατε εσείς έξω, ήρθαν και γέμισαν τον τοίχο. Όχι μόνο μ’ αυτά τα άγια εικονίσματα, που βλέπετε, αλλά και με τις… μούρες του Παπαδόπουλου, του Παττακού και του Μακαρέζου. Ένας ήρωας κι ένας απ’ αυτούς, δίπλα-δίπλα, όλος ο τοίχος, απ’ τη μια άκρη ως την άλλη. Ο Παττακός δίπλα στον Κολοκοτρώνη, ο Μακαρέζος δίπλα στον Μάρκο Μπότσαρη κι ο Παπαδόπουλος δίπλα στον Παπαφλέσσα!
– Ακούστε με, αδέρφια. Το δικό μου το ψώνιο με τον Παπαφλέσσα, το ξέρετε. Τώρα, όμως, θα σας πω ποιος ήταν, στ’ αλήθεια, ο Παπαφλέσσας.
Που λέτε, λοιπόν, ο Παπαφλέσσας, όταν ο Τουρκάραπας ο Μπραΐμης ήρθε να γονατίσει τον Μοριά όλο, τότε που αυτά τα εικονίσματα –έδειξε με το δάχτυλο του δεξιού χεριού του τις μορφές των Αγωνιστών, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση– πέταξαν όξω απ’ τον τόπο μας την Τουρκιά, αυτό το μεγάλο παλικάρι, ο Παπαφλέσσας, του ’φραξε το δρόμο στο Μανιάκι, καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα απ’ το χωριό μου, με 700 παλικάρια. Για να του δείξει πως οι Έλληνες δεν το βάζουν στα πόδια μπροστά του, επειδή έχει χιλιάδες τουρκαραπάδες μαζί του, πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες.
– Προσέξτε, εφτακόσιοι απ’ τη μεριά μας και δεκαπέντε χιλιάδες απ’ την άλλη!
Αυτός δεν ήταν πόλεμος, ήταν μακελειό. Εφτακόσιοι Έλληνες, αληθινά στοιχειά, με μπροστάρη τους το «ιερό ράσο», που δεν το άγγιζε σφαίρα. Αντί να γονατίσουν, θεριά ανήμερα, ρίχνονται στα άγρια φουσάτα τον Μπραΐμη και τους δίνουν να καταλάβουν. Λυσσιασμένος απ’ την οργή του ο Τουρκαράπας, ρώτησε τον αρχηγό της φρουράς του:
– Ποιος είν’ αυτός ο μαυροντυμένος, που πολεμάει μπροστά απ’ τους άπιστους και δεν τον πιάνουν τα βόλια μας;
– Είναι ο αρχηγός τους, αφέντη μου, και τον λένε Παπαφλέσσα.
– Να του επιτεθείς με τη φρουρά μου. Κι αν δεν μου τον φέρεις εδώ, δεμένο χειροπόδαρα ή σκοτωμένο, να μη γυρίσεις πίσω.
Το τι έγινε μετά, που το λέτε, δεν μολογιέται. Απανωτά τα μανιασμένα γιουρούσια των διαλεγμένων της φρουράς του Μπραΐμη και ηρωική η άμυνα των παλικαριών του Παπαφλέσσα. Κι εκεί που οι τουρκάραπες ήταν έτοιμοι να τους παρατήσουν και να το βάλουν στα πόδια, οι δικοί μας ξεμείναν από βόλια.
– Καπετάνιο, φωνάζουν στον Παπαφλέσσα, ξεμείναμε από βόλια, τι κάνουμε;
– Βγάλτε τα γιαταγάνια σας κι ορμάτε, παλικάρια μου, πριν το πάρουν χαμπάρι και πέσουν απάνω μας.
Πώς να νικήσουν, όμως, με τα γιαταγάνια τους τις εκατοντάδες κάννες της φρουράς του Μπραΐμη; Κι όχι κάννες σαν τις δικές μας, αλλά τις πιο ακριβές εκείνου του καιρού. Ένας-ένας οι Έλληνες, σκοτώνοντας δεκάδες, έπεφταν στο πεδίο της μάχης. Κι εκεί στο μεγάλο χαλασμό, πάει κοντά στον Παπαφλέσσα ένα απ’ τα πιο γενναία παλικάρια του και του λέει:
– Καπετάνιο μου, η μάχη χάνεται. Εσύ, όμως, πρέπει να σωθείς, γιατί σε χρειάζεται ο αγώνας του γένους μας. Μπαίνω εγώ μπροστά και σου ανοίγω δρόμο. Πρέπει να σωθείς, καπετάνιο μου, για να βοηθήσεις την πατρίδα μας να λευτερωθεί.
Κι ο Παπαφλέσσας, παλίκαρος σας λέω, του είπε με τη βροντερή φωνή του:
– Ο πόλεμος, λεβέντη μου, παίρνει κορμιά κι οι όρθιες ψυχές παίρνουν τον πόλεμο. Όρθιες ψυχές θέλει η πατρίδα για να λευτερωθεί!
Κι έδωκε το τελευταίο σύνθημα, π’ ακούστηκε ως τη σκηνή του Μπραΐμη: «Όρθια ψυχή, αδέρφια, για της πατρίδας μας τη λευτεριά, όρθια ψυχή!»
Άκου τι είπε ο άνθρωπος: «Ο πόλεμος παίρνει κορμιά κι οι όρθιες ψυχές τον πόλεμο». Το είπε και όρμησε σαν λιοντάρι, θερίζοντας με το γιαταγάνι του τ’ ασκέρι του Μπραΐμη, τρεις ολόκληρες ώρες. Ήθελε να πεθάνει όρθιος, για να συνεχίσει όρθια η ψυχή του τον Αγώνα για τη λευτεριά της πατρίδας. Και ξεψύχησε όρθιος, με την τελευταία του ματιά πέρα στους ορίζοντες, κατά τα άπαρτα βουνά του Μοριά.
Σαν κατάκατσε ο φονικός κουρνιαχτός, ο σκυλάραπας ο Μπραΐμης φόρεσε την καλή του τη στολή και διέταξε να βρουν το κορμί του Παπαφλέσσα, να πλύνουν το πρόσωπο και τη μακριά γενειάδα του και να τον κρατήσουν όρθιο. Γιατί θέλει να τον τιμήσει, όπως ταιριάζει σε ένα τέτοιο παλικάρι σαν κι αυτόν.
Και τι έκανε, του λέτε, ο Μπραΐμης; Προσκύνησε το άψυχο κορμί του Παπαφλέσσα και τον φίλησε στο μέτωπο. Όπως το ακούτε! Γιατί ο σκυλάραπας, κατά πως φαίνεται, κατείχε από παλικαριά.

Αλλά δεν τέλειωσε εδώ η ιστορία, έχει λίγο ακόμα, που αξίζει να την ακούσετε.
Ο Μπραΐμης, το λοιπόν, ζήτησε να ιδεί τη μάνα του Παπαφλέσσα. Ήταν περίεργος, όπως έλεγε, να δει τη μάνα που γέννησε τέτοιο παλικάρι.
Φτάνοντας στο φτωχόσπιτο του Παπαφλέσσα, γιατί οι καπεταναίοι μας δεν είχαν παλάτια, παιδιά του λαού ήταν όλοι τους, στάθηκε με σέβας μπροστά στη γερόντισσα και της είπε με χαμηλή φωνή:
– Είμαι ο Μπραΐμης Πασάς, που πολέμησε με το γιο σου. Ήρθα να ιδώ ποια μάνα είναι αυτή που γέννησε τέτοιο παλικάρι, να σε συλλυπηθώ, να σου φιλήσω το χέρι, αν με αφήσεις να στο φιλήσω, και να μου πεις τι χάρη θέλεις να σου κάνω.
Η γερόντισσα σήκωσε το πρόσωπό της, τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, όπως στάθηκε μπροστά της με τη φανταχτερή στολή του, τον άφησε να της φιλήσει το χέρι της και του είπε με αργή φωνή, σαν να έβγαινε μέσα απ’ τη γη που πατούσε:
– Τέτοιες είμαστε, ξένε, εδώ οι μανάδες και τέτοια παιδιά γεννάμε. Που, στο τέλος, θα στο φκιάσουν το κιβούρι, να το ξέρεις. Στο λέω εγώ, η μάνα του Γληγόρη μου, θα στο φκιάσουν το κιβούρι. Κι αν σ’ άφηκα να μαγαρίσεις την αυλή του σπιτιού μας και να μου φιλήσεις το χέρι, είναι γιατί σε τούτο τον τόπο δεχόμαστε το σέβας στους πεθαμένους μας ακόμα κι απ’ τους οχτρούς μας. Όσο για τη χάρη που ζητάς να μου κάνεις, αυτό που θέλω δεν το μπορείς. Γιατί δεν το ’χει ο Θεός στα χαρτιά του.
– Τι θα ήθελες γερόντισσά μου, αν γινόταν.
– Θα ήθελα να γεννήσω άλλον ένα Γληγόρη, που θα σου ’κοβε το κεφάλι. Αυτό θα ήθελα κι αυτό δεν γένεται.
Τότε ο σκυλάραπας ξέρετε τι έκανε; Τη διπλοπροσκύνησε κι έφτασε η μύτη του στη γη, μονολογώντας:
«Με τέτοια μάνα, πώς να μην ήταν τέτοιο παλικάρι ο Παπαφλέσσας!»
Όσο μίλαγε για τη μάνα του Παπαφλέσσα ο Νιόνιος, του τρέχαν βρύση τα δάκρυα απ’ τα μάτια του. Κι όταν τελείωσε σκουπίζοντας τα δάκρυά του, ρώτησε:
– Για πείτε μου, ωρέ παιδιά, πήγαινε να ’ναι δίπλα-δίπλα, σ’ αυτό το «εικονοστάσι» ο Παπαφλέσσας με τον μούργο τον Παπαδόπουλο; Δίπλα-δίπλα; Ε, όχι, δεν πήγαινε.
Κι εκεί έγινε χαμός. Σηκώθηκαν όρθια τα αλάνια οι ποινικοί, χειροκροτώντας και φωνάζοντας: Μπράβο, Νιόνιο, μπράβο… μαύρο διαμάντι!
Όμως, ο Νιόνιος δεν είχε βάλει τελεία. Έκανε τις υποκλίσεις του προς όλες τις μεριές του θαλάμου και πρόσθεσε: «Θέλω να σας πω δύο λόγια ακόμη, για να ξέρετε. Κι εγώ αγράμματος είμαι, αλλά ρωτάω και μαθαίνω. Να, αυτά που γράφει τούτο το χαρτί, εδώ πάνω: «Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του ’21», ξέρετε ποιος το είπε; Το είπε ο ποιητής Κώστας Παλαμάς.
– Καλά το λέω, Ορέστη;
– Κωστής, Νιόνιο, Κωστής Παλαμάς.
Το είπε, το λοιπόν, ο ποιητής Κωστής Παλαμάς. Πότε όμως το είπε και σε ποιους; Το είπε στους φοιτητές, που τον επισκέφτηκαν στο σπίτι του, στο κέντρο της Αθήνας, τις πρώτες μαύρες μέρες της κατοχής. Και τότε αυτός ο τρανός Έλληνας ποιητής, που όσο μπόι του έλειπε, έτσι μου είπε ο Ορέστης, τόσο τρανός Έλληνας ήταν, τους έδωσε εντολή, συμβουλή κι ευχή: «Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του ’21». Που σήμαινε, γιατί αυτό σήμαινε: Να γένετε σαν τα «εικονίσματα», που βλέπετε κρεμασμένα στον τοίχο, σαν τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, τον Κανάρη, τον Μάρκο Μπότσαρη…, τον Παπαφλέσσα, που με τρύπιο το κορμί του από χίλια βόλια, δεν έλεγε να πέσει καταγής… Και πέθανε όρθιος, γιατί είχε όρθια ψυχή.
– Όρθια ψυχή, ωρ’ αδέρφια! Και για να μη ξεχνιόμαστε, το νου σας, αλάνια, αύριο που θα ρωτούν οι… καργιόληδες, ξέρετε εσείς: «δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα». Γιατί αλλιώς, θα σηκωθεί η γερόντισσα απ’ τον τάφο και θα μας μαυρίσει το κορμί με το ραβδί της. Όρθια ψυχή, αδέρφια, όπως είπε ο Παπαφλέσσας.
Για κάμποση ώρα ο θάλαμος βούιζε απ’ τα σχόλια των κρατουμένων, που είχαν μαζευτεί κατά παρέες και τα λέγανε, κατενθουσιασμένοι απ’ αυτά που άκουσαν απ’ τον, έτσι κι αλλιώς, αγαπημένο τους Νιόνιο. Που γυροφέρνοντας, από παρέα σε παρέα, έκανε τις υποκλίσεις του και εισέπραττε τα ατέλειωτα μπράβο στα καυτά του λόγια.
Πέρασε κι απ’ τους «πολιτικούς», που απόλαυσαν την αυθόρμητη «παράσταση» του Νιόνιου, γι’ αυτό και τόσο αυθεντική, με όλα τα παράξενα «γεμίσματά» της. Που κανείς τους δεν ήξερε πόσο ακουμπάνε στα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Γιατί έβαζε πολλά δικά του στις αφηγήσεις του. Ίσως τα περισσότερα.
– Τα είπα καλά, παιδιά; ρώτησε ο Νιόνιος.
– Μόνο καλά τα είπες, Νιόνιο, του απάντησε ο Γιώργος κι ο Αλέκος, που ήταν και… νομικοί του σύμβουλοι, ποιος μπορούσε να τα πει καλύτερα από σένα; Αλήθεια… πού τα ’μαθες αυτά για τη μάνα του Παπαφλέσσα; τον ρώτησε ο Ορέστης.
– Α, Ορέστη, δεν τα ’βγαλα απ’ το μυαλό μου, απ’ τη Νόνα μου τα ξέρω. Αυτή, όταν ήμαστε μικροί, μας έλεγε ιστορίες ατέλειωτες για τους Κολοκοτρωναίους και για τον Παπαφλέσσα. Που έλεγε πως η Εκκλησία έπρεπε να τον κάνει Άγιο και να τον προσκυνάμε μαζί με τους άλλους Αγίους. Σαν αυτούς να γένετε, μας έλεγε, σαν τους Κολοκοτρωναίους, τον Νικηταρά και τον Παπαφλέσσα. Ήξερε πολλά η Νόνα μου, πού να σας τα λέω όλα. Ως και σκοπιές έφαγε η καημένη τα ζαβά χρόνια του Εμφυλίου, γιατί, λέει, πήγαινε κρυφά ψωμί στους αντάρτες. Είπα, όμως, πολλά, πάρα πολλά.
Σε λίγο ο θάλαμος ησύχασε κι οι κρατούμενοι αποκοιμήθηκαν με τη συγκινητική «παράσταση» του Νιόνιου στο μυαλό τους.
Κι όταν, μετά τα μεσάνυχτα, είχαν όλοι βυθιστεί στον πιο βαθύ τους ύπνο, οι φύλακες μπήκαν στο θάλαμο και κατέβασαν το «λάβαρο», χωρίς να τους αντιληφθεί κανένας. Ούτε κι η… φρουρά των ποινικών, που είχε ορίσει ο Νιόνιος να το φυλάνε.
Με το που ξημέρωσε, άρχισε η αναμενόμενη ανάκριση. Ένας-ένας οι κρατούμενοι, πρώτα οι «πολιτικοί» και μετά οι ποινικοί, καλούνταν στη Διεύθυνση και ρωτιούνταν, δείχνοντας το «λάβαρο»:
– Ποιοι τα έγραψαν αυτά εδώ και ποιοι κατέβασαν τις εικόνες των αρχηγών της Επαναστάσεως απ’ τον τοίχο!
Η γραμμή του Νιόνιου πέρασε εκατό στα εκατό, ακόμη και στους πολύ ευάλωτους ποινικούς, που τους υποσχέθηκαν ακόμη και χάρισμα του υπολοίπου της ποινής τους. Καθώς, μάλιστα, έβγαιναν ένας-ένας απ’ το Γραφείο της Διεύθυνσης και σήκωναν ψηλά τη γροθιά, δηλώνοντας έτσι πως κράτησαν τη «γραμμή», έπεφτε και μεγάλο χειροκρότημα.
Τελευταίος ήταν ο Παναγιώτης απ’ το Ξηρόμερο, χρόνια πολλά στο… κουρμπέτι για ένα σωρό ποινικά αδικήματα, τελευταία για ναρκωτικά. Ήθελε ένα εντεκάμηνο για να αποφυλακιστεί. Κι εκεί πάτησε η Διεύθυνση.
– Πες μας, Παναγιώτη, ποιοι τα ’καναν αυτά, έστω έναν, κι αύριο παίρνεις αποφυλακιστήριο.
– Καλά, ρε σεις, θέλετε να με κάνετε, στην ηλικία που ’χω φτάσει, ρουφιάνο; Δεν ντρέπεστε λιγάκι; Το λοιπόν σας το ξεκαθαρίζω και μη με ζαλίζετε: «δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα», τελεία και παύλα. Συνεννοηθήκαμε; Και το «εντεκάμηνο» βάλτε το εκεί που ξέρετε, κύριε Διευθυντή και κύριοι Αρχιφύλακες. Έχω κάνει όλου του κόσμου τα λάθη στη ζωή μου, ποτέ όμως μπαμπεσιές και ρουφιανιές. Το ακούτε; Ποτέ!
– Έντεκα μηνάκια είν’ αυτά, Παναγιώτη, τα σβήνουμε και πας στο σπιτάκι σου. Αλλά, πότε είχες μυαλό, κακομοίρη μου.
– Κακομοίρη μου; Παρ’ το πίσω αυτό το «κακομοίρη μου», κύριε Διευθυντή, γιατί θα στο κάνω «κώλο» το μαγαζί. Ο Παναγιώτης ποτέ δεν ήταν… κακομοίρης. Παρ’ το πίσω, το καλό που σου θέλω.
– Καλά, καλά, μη φωνάζεις. Μια κουβέντα είπα. Άφησέ την να πέσει κάτω κι άιντε στο καλό σου. Την παίρνω πίσω. Δεν ήθελα να σε προσβάλω.
Σηκώθηκε ο Παναγιώτης και σέρνοντας το αριστερό του πόδι, κούτσαινε λιγάκι, στο αντάρτικο έλεγε πως το ’παθε, βγήκε περήφανος στην πόρτα, όπου, όσο αργούσε, τα αλάνια κάθονταν σε αναμμένα κάρβουνα, σήκωσε ψηλά τη γροθιά και μονολογεί φωναχτά:
– Ακούς εκεί, τα καργιόλια; Σου χαρίζουμε το εντεκάμηνο! Ακούς εκεί!
«Εγώ άπαξ ωρκίσθην να χύσω το αίμα μου εις την ανάγκην της Πατρίδος. Και αυτή είναι η ώρα… Εύχομαι εις τον Θεόν η πρώτη μπάλα του Ιμβραήμ να με πάρει στο κεφάλι» (απ’ την τελευταία επιστολή του Παπαφλέσσα)
Κι ενώ το χειροκρότημα και το «μπράβο αρχηγέ», γιατί ήταν πρώτος στην ιεραρχία των μη ισοβιτών σε χρόνια φυλακής στην καμπούρα του, πήγαιναν σύννεφο, τον άρπαξε σαν αίλουρος ο Νιόνιος, τον σήκωσε στους ώμους του και έκανε τον γύρο του θριάμβου στο προαύλιο, υπό τις ατέλειωτες επευφημίες των κρατουμένων και με τους φύλακες να μη πιστεύουν στα μάτια τους αυτό που έβλεπαν. Με τον Νιόνιο, τον μεγάλο πρωταγωνιστή, να λέει με καμάρι: «Είδες, Ορέστη, τι ψυχή έχουν τα αλάνια; Δεν σου το ’λεγα εγώ πως οι περισσότεροι είμαστε άδικα κλεισμένοι εδώ; Έχουν ψυχή τα αλάνια, Ορέστη, έχουν ψυχή.» Κι έβγαλε μια τρανή κραυγή, που αντήχησε απ’ τη μιαν άκρη της φυλακής ως την άλλη, αλλά και πέρα απ’ τους τοίχους της φυλακής, σαν να ήθελε να τον ακούσει όλος ο κόσμος:
– Όρθια ψυχή, αλάνια μου, όρθια ψυχή, σαν τον Παπαφλέσσα και τη μανούλα του, όρθια ψυχή, σας λέωωω!!
…Όπου, η τρανή του κραυγή ήταν το τέλος της μικρής ιστορίας του παράξενου αυτού εορτασμού της 25ης Μαρτίου στις φυλακές Τρικάλων, τον δεύτερο χρόνο της χουντικής εφταετίας.
Υποσημείωση 1η. Ο βασικός πυρήνας τούτης της «αφηγηματικής ανάπλασης», στηριγμένης σε ημερολογιακές σελίδες… μνήμης απ’ τις Φυλακές Τρικάλων, την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών, είναι αληθινός. Με ιδιαίτερη, βέβαια, την προσπάθεια να μην αλλοιωθούν, κατά το δυνατόν, τα όσα θρυλούμενα είπε ο Νιόνιος, πρωταγωνιστής της «αφήγησης», για τον Παπαφλέσσα και προπαντός για τη μάνα του Παπαφλέσσα. Που μνημονεύεται μόνο απ’ τη δημοτική μούσα.
Με την «ανάπλασή» μου να υπερβαίνει, λογοτεχνική αδεία, τα όρια της τυπικής ιστόρησης του συμβάντος, ως πραγματικού, όμως, πάντοτε συμβάντος.
Υποσημείωση 2η. Οι μύθοι και οι θρύλοι για αληθινά, πάντοτε, κατορθώματα του μεγάλου εθνικού ξεσηκωμού του ’21, με όλη την αγνότητα των… «υπερβολών» τους, είναι απ’ τους καλύτερους καθρέφτες του αξιακού και του αντιστασιακού ειδικότερα κώδικα της ψυχής του λαού μας. Που έχει βαθιές τις ρίζες του στο παραδοσιακό πολιτιστικό πρότυπο και τους αιώνες πολιτισμού του Ελληνισμού: Όπου η αξιακή «τάξη» και «κανονικότητα», υπερβαίνοντας τον ψυχρό ορθολογισμό, πορεύεται στους ρυθμούς της μαγικής μείξης του «λογισμού» και του «ονείρου», που γεννάει «ελεύθερους πολιορκημένους». Κι ούτε λόγος πως δεν χωράνε στην νεωτερική και νέο/ιστορική… ορθολογικότητα: Τα χαροπαλέματα του Διγενή, ο Νικοτσάρας που πολεμάει «με δύο και τρεις χιλιάδες», ο χορός του Ζαλόγγου, η Δέσπω, το «αποφασίσαμεν ομοφώνως» των Εξοδιτών του Μεσολογγίου κι άλλα τέτοια παρόμοια. Ούτε, πολύ περισσότερο, δεν χωράει η συγκινητική θρυλοποίηση της αγράμματης Νόνας του Νιόνιου, όμορφα διανθισμένη απ’ τον ίδιο, για την αγέρωχη γερόντισσα μάνα του Παπαφλέσσα, με τις μυθικές διαστάσεις του «Γληγόρη» της στη λαϊκή ψυχή και στη λαϊκή φαντασία.
Με την υμνητική, όμως, αυτή «παρα-ιστορία» της λαϊκής ψυχής και της λαϊκής φαντασίας, με όλες τις επ’ αγαθώ υπερβάσεις των ορίων της λογικής και των ανθρώπινων μέτρων, όπως και με όλη την ποιητικότητα των υπερβολών της, να είναι η αυθεντικότερη έκφραση του αγωνιστικού και αντιστασιακού πνεύματος της ταυτοτικής υπόστασης του Ελληνισμού στην μακρά διαχρονία του.





































































