του Γιάννη Διακάκη*

Η σύγχρονη πολιτική μορφή –η συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου, η συλλογική οργάνωση και η δράση– αντιμετωπίζει βαθιές προκλήσεις. Τα κόμματα, τα σωματεία, οι φοιτητικοί σύλλογοι, θεσμοί που παραδοσιακά δομούσαν το πεδίο της πολιτικής συμμετοχής και αντίστασης, βρίσκονται σε παρακμή.

Η κρίση αυτή δεν είναι απλά μορφολογική ή θεσμική. Έχει βαθιές υλικές ρίζες: στον τρόπο που έχει αναδιαρθρωθεί η παραγωγή, στον κατακερματισμό της εργασίας, στην επισφάλεια, στην εξατομίκευση των κοινωνικών σχέσεων. Η πολιτική δεν μπορεί να επανέλθει με τους όρους του παρελθόντος, αλλά χρειάζεται μια νέα μορφή συγκρότησης υποκειμένου και οργάνωσης.

Από τη μαζική εργασία στην αποσύνθεση των συλλογικών υποκειμένων

Η παραδοσιακή πολιτική μορφή που συγκροτήθηκε τον 19ο και 20ό αιώνα, στηριζόταν στην ύπαρξη μαζικών κοινωνικών τάξεων, κυρίως της εργατικής τάξης που ήταν συγκεντρωμένη σε βιομηχανικούς χώρους. Οι εργάτες, μέσα από τα σωματεία και τα κόμματα της Αριστεράς, ανέπτυξαν συλλογικές δομές που διεκδικούσαν βελτίωση των όρων εργασίας, κοινωνικά δικαιώματα, και τελικά κοινωνική χειραφέτηση.

Αυτή η πολιτική μορφή –μαζική, συλλογική, ταξική– προϋπέθετε μια σταθερή εργασία και έναν συγκεκριμένο τρόπο κοινωνικής αναπαραγωγής. Η βιομηχανική εποχή, με τον συγκεντρωτισμό της παραγωγής, διευκόλυνε τη συγκρότηση τέτοιων υποκειμένων.

Η παγκόσμια αναδιάρθρωση της παραγωγής και η διάλυση της ταξικής συνοχής

Με την παγκοσμιοποίηση, την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και την ένταση της ανταγωνιστικότητας, το κεφάλαιο προχώρησε σε μια εκτεταμένη αναδιάρθρωση της παραγωγής. Η μαζική βιομηχανική παραγωγή μεταφέρθηκε σε χώρες του παγκόσμιου Νότου, όπου το κόστος εργασίας είναι χαμηλότερο και οι θεσμικές αντιστάσεις λιγότερες.

Ταυτόχρονα, στη Δύση και ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, ενισχύθηκε η αποβιομηχάνιση και η επέκταση της επισφαλούς εργασίας, των προσωρινών μορφών απασχόλησης, των ελαστικών ωραρίων, εργαζόμενοι μετανάστες χωρίς δικαιώματα. Η εργατική τάξη έγινε κατακερματισμένη, πολλαπλή, με διαφορετικά επίπεδα επισφάλειας και διαφοροποιημένα κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Η «αόρατη τάξη» και η δυσκολία συγκρότησης υποκειμένου

Η εργατική τάξη στην εποχή μας εμφανίζεται ως υπερ-παραγωγική και ταυτόχρονα κοινωνικά περιθωριοποιημένη.

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν είναι συγκεντρωμένοι σε μεγάλα εργοστάσια ή μονάδες αλλά είναι διάσπαρτοι σε μικρούς χώρους, πλατφόρμες, υπηρεσίες, με ελάχιστη συνδικαλιστική κάλυψη. Αυτή η αόρατη τάξη δυσκολεύεται να βρει συλλογική ταυτότητα, συνεκτικότητα και οργανωμένη μορφή αντίστασης.

Η κρίση των παραδοσιακών μορφών συλλογικής δράσης

Το παραδοσιακό εργατικό κίνημα και η πολιτική της Αριστεράς βρέθηκαν ανήμπορα να αντιμετωπίσουν αυτές τις αλλαγές. Τα κλασικά σωματεία και οι πολιτικοί φορείς έχασαν μαζικότητα και επιρροή, ενώ οι νέες κοινωνικές τάξεις και στρώματα δεν ενσωματώθηκαν σε σύγχρονες συλλογικές μορφές.

Αυτή η τάση διάσπασης της εργατικής τάξης υπάρχει ήδη από τον 20ό αιώνα, αλλά η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική αναδιάρθρωση την επέτειναν. Η πολιτική συμμετοχή και η ταξική συνείδηση φθίνουν, εντείνοντας την κρίση της πολιτικής μορφής.

Από τον τόπο εργασίας στην πλατεία: Μετατόπιση των πεδίων πολιτικής δράσης

Η αποσύνθεση των κλασικών εργατικών υποκειμένων και των σταθερών χώρων εργασίας συνοδεύεται από μια μετατόπιση του πεδίου της πολιτικής δράσης. Ο δρόμος, η πλατεία, ο δημόσιος χώρος και τα κοινωνικά δίκτυα γίνονται ο νέος τόπος όπου εκδηλώνονται οι κοινωνικές αντιθέσεις και οργανώνονται οι αγώνες.

Αυτή η μετατόπιση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της κρίσης των θεσμών, αλλά και συνέπεια της αλλαγής του τρόπου που αναπαράγονται οι κοινωνικές σχέσεις και η πολιτική συνείδηση.

Η πλατεία, η γειτονιά, οι κοινότητες ως σημείο σύγκλισης διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων και ιδεών, έχουν γίνει το σύμβολο της νέας πολιτικής μορφής. Στην Ελλάδα, η εμπειρία της πλατείας Συντάγματος το 2011 έδειξε τον τρόπο που η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να εκφραστεί μαζικά αλλά και σύνθετα, χωρίς στεγανά.

Η πλατεία λειτουργεί ως χώρος διαλόγου, σύγκρουσης, και ενδεχομένως, πολιτικής δημιουργίας. Ταυτόχρονα όμως, παραμένει ευάλωτη σε φαινόμενα αποπολιτικοποίησης και κατακερματισμού.

Η μετάβαση της ριζοσπαστικής δυναμικής από το φοιτητικό στο εργατικό πεδίο

Ένα από τα πιο αθόρυβα αλλά κρίσιμα δεδομένα της τελευταίας περιόδου είναι η μετατόπιση της κοινωνικής βάσης της ριζοσπαστικοποίησης: εκεί όπου η πολιτικοποίηση οργανωνόταν κυρίως μέσα από τη φοιτητική εμπειρία, σήμερα παρατηρείται μια αυξανόμενη συγκέντρωση πρωτοβουλιών με επαναστατικές αναφορές σε νέες εργατικές και λαϊκές κοινωνικότητες.

Νεολαίοι εργατικής καταγωγής –παιδιά της γενιάς που μεγάλωσε μέσα στην πειθάρχηση της κρίσης, στις απορυθμισμένες μορφές εργασίας και στις απονεκρωμένες προοπτικές κοινωνικής ανόδου– συγκροτούν σήμερα το υλικό σώμα ενός νέου, άμορφου ακόμα, αντικαπιταλιστικού δυναμικού.

Σε αντίθεση με τον κλασικό φοιτητικό ριζοσπαστισμό που λειτουργούσε ως ενδιάμεσος χώρος μεταβατικής ένταξης, αυτές οι νέες δυνάμεις ενσαρκώνουν ένα πρωτογενές εργατικό βίωμα: δεν προσβλέπουν σε μια θέση εντός του συστήματος, αλλά φέρουν από την αρχή το αίσθημα της διαρκούς εξωτερικότητας ως προϋπόθεση επιβίωσης. Είναι ένα υποκείμενο που δεν έσπασε δεσμούς με τον κόσμο της εργασίας για να ριζοσπαστικοποιηθεί· γεννήθηκε εντός του, μέσα στην εμπειρία της υποτίμησης, της επισφάλειας, της ταπείνωσης.

Η επιστροφή του κοινωνικού ερωτήματος έξω από τη γλώσσα της Αριστεράς

Οι νέες αυτές ομάδες δεν οργανώνονται γύρω από τα παλιά σημαινόμενα της Αριστεράς: δεν ακολουθούν έτοιμα προγράμματα, δεν αντλούν από την κλασική ορολογία του επαναστατικού κινήματος, δεν διεκδικούν θεσμική νομιμότητα, ούτε επιθυμούν να «συνταχθούν» με κάποια υφιστάμενη ιδεολογική οικογένεια.

Η πολιτικότητά τους είναι συγκρουσιακή, άμεση, σωματική και συχνά αντιθεσμική. Ωστόσο, αυτή η α-θεωρητικότητα δεν ισοδυναμεί με απουσία πολιτικού περιεχομένου. Αντιθέτως, αναδύεται ένα νέο, ακατέργαστο κοινωνικό ερώτημα, το οποίο εκφράζεται όχι μέσω προγραμματικών αιτημάτων, αλλά ως ύπαρξη ενάντια σε έναν κόσμο που τους αρνείται: ένας πολιτικός ανθρωπισμός της ανάγκης, της επιβίωσης, του θυμού.

Η κίνηση αυτών των υποκειμένων εμπεριέχει, με τρόπο σιωπηρό αλλά ουσιώδη, μια κριτική στην αποσύνδεση της παραδοσιακής Αριστεράς από τις υλικές συνθήκες της νέας εργατικής ζωής. Δεν πρόκειται για «απολίτικη» στάση αλλά για άρνηση μιας πολιτικής που δεν κατανοεί την ήττα και τον κατακερματισμό ως δομικές συνθήκες του παρόντος.

Ο ιστορικός κορεσμός του υπάρχοντος αριστερού παραδείγματος

Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα του οργανωμένου αριστερού χώρου μοιάζει να κινείται είτε σε μια συντεταγμένη αδράνεια είτε σε έναν αναστοχαστικό απομονωτισμό, ανίκανη να αναμετρηθεί με τα νέα υλικά δεδομένα της συγκυρίας.

Το καθήκον της στρατηγικής μορφοποίησης

Το κρίσιμο διακύβευμα αυτής της νέας συγκυρίας είναι η δυνατότητα πολιτικής μορφοποίησης αυτού του διασπαρμένου, αντιφατικού αλλά ζωντανού κοινωνικού δυναμικού. Όχι με όρους πειθαρχίας ή υποταγής σε κάποια υφιστάμενη «γραμμή», αλλά με όρους συλλογικής άρθρωσης και στρατηγικής συνοχής.

Η συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε δεν προσφέρεται ούτε για αισιοδοξία ούτε για μελαγχολία. Είναι, όμως, μια στρατηγική περίοδος – δηλαδή μια περίοδος που τίθεται το ερώτημα της μορφής: Πώς μπορεί να συγκροτηθεί μια νέα ιστορική βούληση των από τα κάτω, ικανή όχι μόνο να αντιστέκεται αλλά και να οργανώνει τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής;

Η απάντηση δεν μπορεί να προέλθει από τις υπάρχουσες οργανώσεις μόνες τους, αλλά ούτε και από την άμορφη αυθόρμητη δράση. Αντιθέτως, η επαναστατική διαδικασία σήμερα οφείλει να είναι μια διαδικασία επανίδρυσης της πολιτικής συλλογικότητας: Ως μορφή στρατηγικής, ως τόπος κοινωνικής μνήμης, ως πεδίο σύγκλισης μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας.

Μόνο έτσι το νέο υποκείμενο, που σήμερα εμφανίζεται σε σπαράγματα και πολλαπλότητες, μπορεί να αποτελέσει ιστορική δύναμη με διάρκεια, ορίζοντα και πρόταγμα.

Το νέο ως ακαθόριστο αλλά αναγκαίο

Το υποκείμενο του μέλλοντος δεν έχει ακόμη όνομα. Είναι η νεολαία της επισφάλειας, ο μετανάστης εργάτης, η αποπολιτικοποιημένη γενιά των παραδόσεων, η γυναίκα σε κακοπληρωμένη φροντίδα, ο φοιτητής που δουλεύει νύχτα, το παιδί του ’10 που μεγάλωσε με κρίση και απογοήτευση.

Η μορφή που θα τους χωρέσει δεν υπάρχει ακόμη. Πρέπει να φτιαχτεί μέσα από την πράξη, τη συνάντηση, τη συζήτηση, τη θεωρητική επεξεργασία, την αντοχή και την πειραματική πρόθεση.

Το καθήκον της μορφής είναι υπαρξιακό και όχι απλώς πολιτικό. Το ερώτημα της μορφής είναι σήμερα το πιο κρίσιμο ερώτημα της εποχής: όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά για την ίδια την ανθρώπινη ικανότητα για συλλογική ζωή.

Αν η μορφή δεν εφευρεθεί ξανά, ο κόσμος θα συνεχίσει να θρυμματίζεται σε ατομικές ήττες. Αν όμως αυτή η νέα μορφή υπάρξει, τότε μια νέα πολιτική επιθυμία, μια νέα ιστορική δύναμη, μια νέα ικανότητα ζωής θα ξαναβρεί φωνή, διάρκεια και προοπτική.

 * Ο Γιάννης Διακάκης είναι μέλος της συλλογικότητας «Δρόμοι για την Ελευθερία»

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!