Η κυβέρνηση δια του πρωθυπουργού ανακοίνωσε την απόφασή της για τον κατώτατο μισθό στα 920 ευρώ. Σύμφωνα με την κυβέρνηση και τα επικοινωνιακά της παιγνίδια, με τη βοήθεια των Μέσων Ενημέρωσης, οι εργαζόμενοι πρέπει να είναι ικανοποιημένοι. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι η ονομαστική αύξηση των 40 ευρώ μηνιαίως είναι αρκετή και αποτελεί αύξηση στο εισόδημα των χαμηλότερα αμειβόμενων. Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και αυτοί το γνωρίζουν ενώ εμείς το βιώνουμε καθημερινά με τη συνεχιζόμενη φτωχοποίηση. Κατά την κυβέρνηση είτε υπάρχουν έκτακτες συνθήκες είτε όχι, η πολιτική της παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην κοροϊδία του λαού, στην εμφάνιση μιας εικονικής πραγματικότητας ότι του δίνει αυξήσεις ενώ στην πράξη μειώνει το εισόδημά του και μεταφέρει πλούτο στο κεφάλαιο, ειδικά στο μεγάλο κεφάλαιο και στο περιβάλλον της. Αντίλογος επί της ουσίας; «μηδέν», μόνο σκοπιμότητες και μάχες επιβίωσης πολιτικών «προσωπικοτήτων» και «χώρων»…
Για να αποδείξουμε αυτή την πραγματικότητα θα προχωρήσουμε σε μερικά σχόλια για την ανακοινωθείσα αύξηση και την αξία της:
1 Η αύξηση δεν προήλθε, για ένα ακόμα μνημονιακό χρόνο, από ελεύθερες διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ). Η ΕΓΣΣΕ στο πλαίσιο των μνημονίων δεν υπάρχει, έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί με την αύξηση που αποφασίζει τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση. Η παρούσα κυβέρνηση της Ν.Δ., όπως έκανε και η προηγούμενη του ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάζει τη χώρα εκτός μνημονίων, αφήνοντας εκτός συζήτησης τη συνέχιση της εφαρμογής των μνημονιακών νόμων. Έτσι ο μνημονιακός νόμος που κατάργησε την ΕΓΣΣΕ συνεχίζει, αν και θέλουν να λένε ότι είμαστε εκτός μνημονίων. Ακόμα και ο πρόσφατος νόμος, τον οποίο παρουσίασαν ότι επαναφέρει της Συλλογικές Συμβάσεις, πέρα από τα άλλα προβλήματα που έχει δεν θεσμοθετεί την ΕΓΣΣΕ. Ο νόμος δεν επαναφέρει τη συλλογική διαπραγμάτευση, όπως όφειλε, αλλά αφήνει τη μνημονιακή διαδικασία του καθορισμού των κατώτατων αμοιβών στην κυβέρνηση με τη χρήση και του αλγορίθμου που υπονομεύει τα εργατικά συμφέροντα. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά εδώ και χρόνια και αποτυπώνονται στα βασικά τους σημεία παρακάτω.
2 Η αύξηση δεν είναι 40 ευρώ όπως παρουσιάζουν. Τα 40 ευρώ είναι η εικονική πραγματικότητα όταν δεν αναπροσαρμόζεται ανάλογα η φορολογία. Από τα 40 ευρώ στον εργαζόμενο μένουν τα 27,5 ευρώ, δηλαδή η αύξηση δεν αντιστοιχεί ούτε σε 1 ευρώ ανά ημέρα μέσα στο μήνα. Όταν είναι γνωστό ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των νοικοκυριών με το εισόδημά του δεν μπορεί να βγάλει το μήνα, καλούνται να πανηγυρίσουν για μία αύξηση μικρότερη του 1 ευρώ την ημέρα και αυτό στην καλύτερη περίπτωση καθώς υπάρχει πολύς κόσμος που αμείβεται ως μερικής απασχόλησης και λαμβάνει ποσά πολύ μικρότερα από τον κατώτατο μισθό.
3 Η αύξηση φαινομενικά καλύπτει τον πληθωρισμό, όμως στην πραγματικότητα η αύξηση είναι αρκετά μικρότερη από τον πραγματικό πληθωρισμό που βιώνει ο λαός, ο οποίος είναι πολύ διαφορετικός από τον Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΓΔΤΚ) της ΕΛΣΤΑΤ. Η αύξηση ξεκινά την περίοδο από 1η Απριλίου 2026. Συγκριτικά με τον κατώτατο μισθό πριν η ονομαστική αύξηση είναι 4,6%, δηλαδή σχεδόν δύο μονάδες πάνω από τον δωδεκάμηνο πληθωρισμό Φεβρουαρίου 2025 – Φεβρουαρίου 2026. Για τον Μάρτιο δεν υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα στοιχεία. Αυτή είναι η εικονική πραγματικότητα, η απάτη που προβάλει η κυβέρνηση διότι: α) Το 16% από αυτή την αύξηση καταλήγει στο δημόσιο μέσω κυρίως της άμεσης φορολογίας. Έτσι ο καθαρός μισθός διαμορφώνεται στα 771,5 ευρώ από 744, δηλαδή ονομαστική αύξηση στη τσέπη του εργαζόμενου 27,5 ευρώ μηνιαία ή σε ποσοστό 3,7%. β) Ο ΓΔΤΚ της ΕΛΣΤΑΤ δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες ειδικά αυτών που λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό. Εδώ το μεγαλύτερο μέρος πηγαίνει στις βασικές ανάγκες με πρώτη την διατροφή. Στα τρόφιμα έχουμε μπει μετά τον Δεκέμβρη, αρκετά πριν την επίθεση στο Ιράν, σε ένα νέο ράλι τιμών. Έτσι το Φεβρουάριο 2026 ο 12μηνος πληθωρισμός στα τρόφιμα ήταν, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στο 5,2%. Συνεπώς ανεξάρτητα από την κυβερνητική προπαγάνδα η αύξηση στον κατώτατο μισθό δεν καλύπτει στην πραγματικότητα ούτε τον πληθωρισμό.
4 Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα για όσους απασχολούνται με μερική απασχόληση. Ειδικότερα 688 χιλιάδες εργαζόμενοι επί συνόλου 3,09 εκατ. εργαζομένων δηλαδή το 22,3% είχε τον Ιούνιο 2025 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) μέσο μεικτό μισθό 570 ευρώ που αντιστοιχούσε στο 65% του κατώτατου μεικτού μισθού πλήρους απασχόλησης (880 ευρώ).
5 Υπό αυτές τις συνθήκες έρχονται ως ξεκάθαρη συνέπεια μια σειρά από αρνητικές πρωτιές της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα νούμερα της Eurostat μιλάνε μόνα τους για τις άθλιες συνθήκες αμοιβών στην Ελλάδα οι οποίες φυσικά και δεν αλλάζουν στο παραμικρό με την αύξηση που ανακοινώθηκε: α) Tο πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα συνεχίζει να είναι πολύ κατώτερο σήμερα, συγκριτικά με την περίοδο πριν τα μνημόνια (2009). Το 2024 ήταν μειωμένο κατά 15% συγκριτικά με το 2009. Μάλιστα είναι χαμηλότερο κατά 5% ακόμα και από εκείνο του 2004! β) Tο κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε σταθερές μονάδες αγοραστικής δύναμης βρίσκεται στο πάτο της Ε.Ε. Σύμφωνα με τα στοιχεία 2024, με 100% μέσο όρο η Ε.Ε. η Ελλάδα είναι στο 69% και ακολουθεί μόνο η Βουλγαρία με 66%. Για το 2025 η πρώτη εκτίμηση είναι ότι η Ελλάδα έπεσε στο 68% από 69% και η Βουλγαρία ανέβηκε από το 66% στο 68%. Για να έχουμε δε μία εικόνα της εξέλιξης η Ελλάδα στην περίοδο 2019-2025, με κυβέρνηση Ν.Δ., βελτίωσε το ποσοστό της συγκριτικά με το μέσο όρο της Ε.Ε. κατά μόλις 2 ποσοστιαίες μονάδες (από 66% το 2019 σε 68% το 2025), όταν η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια» στην ανάπτυξη στην Ε.Ε., ενώ η Βουλγαρία το βελτίωσε κατά 13 ποσοστιαίες μονάδες (από 55% σε 68%). γ) Η Ελλάδα είναι στον απόλυτο πάτο της Ευρώπης όσον αφορά την αγοραστική ικανότητα του μισθού για το 2024. Με μέσο όρο σε σταθερές μονάδες αγοραστικής δύναμης η Ε.Ε. στο 39.808, η Ελλάδα είναι τελευταία με 21.644 και αμέσως πάνω από την Ελλάδα η Σλοβακία με 25.012, ενώ η Βουλγαρία είναι τρεις θέσεις πάνω από την Ελλάδα με 27.059! δ) Οι συντάξεις είναι μικρότερες κατά 50% το 2025 συγκριτικά με την προ κρίσης περίοδο (2009) και σε πραγματικούς όρους είναι ακόμα πιο κάτω καθώς οι όποιες αυξήσεις, από το 2023 και μετά, είναι κάτω από τον πληθωρισμό και είναι μόνο στις κύριες συντάξεις.
«Δούλεμα» και με το «Fuel Pass»
Για να ρίξει στάχτη στα μάτια της κοινωνίας η κυβέρνηση, κάτω από αυτές τις συνθήκες επικαλείται πάλι εξωγενείς παράγοντες και ανακοίνωσε «μέτρα ανακούφισης του λαού» με τα επιδοματάκια που ως αντιπολίτευση είχε καταγγείλει με δριμύτητα. Αντί να μειώσει τους συντελεστές ΦΠΑ που είναι από τους υψηλότερους στην Ε.Ε. και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα επαναφέρει το «Fuel Pass» με 50 ευρώ για το δίμηνο Απριλίου-Μάϊου 2026, 20 λεπτά επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης, επιχορήγηση 15% στα τιμολόγια αγοράς λιπασμάτων και αποζημιώσεις στις ακτοπλοϊκές για να κάνουν εκπτώσεις. Φυσικά τα μέτρα αυτά μόνο ως ένα επικοινωνιακό παιγνίδι μπορεί να θεωρηθούν αφού, όπως και την προηγούμενη φορά που δεν απέφεραν επί της ουσίας αποτέλεσμα. Μία απλή σύγκριση τι πληρώνει κάποιος σήμερα για καύσιμα και τι πλήρωνε πριν 2 μήνες είναι αρκετή για να πείσει και τον πιο κακόπιστο ότι τα 25 ευρώ τον μήνα επιδότηση είναι σκέτη κοροϊδία.
Κάποιοι όμως κερδίζουν πολλά
Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι που βλέπουν τα δικά τους εισοδήματα να αυξάνονται με τρομακτικά υψηλούς ρυθμούς. Πρόκειται για το κεφάλαιο και τους επίσημους αεριτζήδες της οικονομίας. Οι δεύτεροι είναι τα funds (κοινώς τα κοράκια των κόκκινων δανείων) και οι «επενδυτές» στο χρηματιστήριο (έφτασαν στο 69% στο χρηματιστήριο το 2025, ξεπερνώντας κάθε ρεκόρ). Αυτοί εισπράττουν εισοδήματα χωρίς ουσιαστικά φόρο, που κάθε χρόνο είναι και υψηλότερα και φυσικά βγαίνουν κατ΄ ευθείαν στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα μέχρι στιγμής στοιχεία οι αναλυτές εκτιμούν ότι το 2025 θα είναι μία ακόμα χρονιά με ρεκόρ κερδοφορίας. Τα καθαρά κέρδη μπορεί να εμφανίσουν αύξηση ακόμα και 15% ενώ τα έσοδα η αύξηση εκτιμάται στο 2,4% και η διανομή μερισμάτων θα σπάσει όλα τα ρεκόρ φτάνοντας στα 6 δισ. ευρώ με φορολογικό συντελεστή μόλις 5% όταν οι μισθωτοί με τον κατώτατο μισθό ξεκινούν από φορολογικό συντελεστή 10%. Φυσικά μετά από αυτά συνεχίζεται η αναδιανομή και η ανακατανομή του εθνικού εισοδήματος σε βάρος των μισθωτών και υπέρ του κεφαλαίου.






































































