του Αθανάσιου Σ. Σαρόπουλου* 

Η MERCOSUR είναι η «Κοινή Αγορά του Νότου». Ιδρύθηκε το 1991 και έχει ως πλήρη μέλη τις χώρες Αργεντινή, Βραζιλία, Βολιβία (εντάχθηκε το 2024), Ουρουγουάη και Παραγουάη, ενώ η ιδιότητα του μέλους που είχε η Βενεζουέλα αναστάλθηκε το 2016 για πολιτικούς λόγους. Συνδεδεμένες με συμφωνίες με τη MERCOSUR είναι και η Χιλή, το Περού κ.ά. Αποτελεί μία κοινή αγορά 295.000.000 περίπου καταναλωτών που δεν θα άφηνε ασυγκίνητη την Ε.Ε., η οποία ξεκίνησε διαπραγματεύσεις μαζί τους για μία εμπορική συμφωνία από το 1999. Είναι μία αγορά, όμως, με χαμηλό βιοτικό επίπεδο και γεωργική έκταση τριπλάσια της ευρωπαϊκής.

Ο τρόπος παραγωγής των αγροτικών προϊόντων που αποτελούν την κύρια παραγωγή της MERCOSUR διαφέρει ριζικά από τον ευρωπαϊκό, και οδηγεί σε πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής. Υπάρχει εκτεταμένη η λεγόμενη «υιοθεσία γης», καθώς μεγάλες εταιρίες αγοράζουν τη γη και προχωρούν σε καθετοποιημένη παραγωγή (το 60% της γεωργικής γης της Βολιβίας και το 35% της Παραγουάης ανήκει σε εταιρίες), σημαντική παιδική εργασία, αποψίλωση δασών για δημιουργία νέας γεωργικής γης στον Αμαζόνιο και αλλού, ενώ οι εκτάσεις οι οποίες είναι καλλιεργημένες με γενετικώς τροποποιημένα φυτά αποτελούν το 47% του συνόλου παγκοσμίως.

Το 2024, η Ε.Ε. εισήγαγε προϊόντα αξίας 57 δισ. ευρώ από τις χώρες της MERCOSUR, εκ των οποίων το 43% ήταν αγροτικά προϊόντα και το 31% ορυκτά. Αντίστοιχα, η Ε.Ε. εξήγαγε στις χώρες της MERCOSUR προϊόντα αξίας 54 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 28% ήταν μηχανήματα και το 25% χημικά. Η υπό έγκριση εμπορική συμφωνία προβλέπει την κατάργηση ή τη μείωση του 93% των υπαρχόντων δασμών, που για τα κρέατα σήμερα φθάνουν στο 63% και για τα ποτά στο 35%. Όπως γίνεται αντιληπτό, η μείωση των δασμών θα ωφελήσει τη Γερμανία και τις Σκανδιναβικές χώρες και όσες χώρες εξάγουν προς τη MERCOSUR, και θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στον γεωργικό τομέα των ευρωπαϊκών χωρών με αθέμιτο ανταγωνισμό αγροτικών προϊόντων της MERCOSUR αμφιβόλου ποιότητας ή και επικίνδυνων για την υγεία των καταναλωτών.

Οι Βρυξέλλες δικαιολογούν αυτή την απόφαση με το επιχείρημα ότι οι αγρότες στην Ε.Ε. είναι μόνο το 3,8% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ενώ στη βιομηχανία απασχολείται το 24%. Στην Ελλάδα, όμως, οι επαγγελματίες αγρότες καταλαμβάνουν το 9% της απασχόλησης (ΕΛΣΤΑΤ 2021) και άλλο 9% καταλαμβάνουν και οι εργαζόμενοι στη μεταποίηση, αλλά το 40% της ελληνικής μεταποίησης σχετίζεται με τα τρόφιμα. Η απομάκρυνση των δασμών θα διευρύνει το έλλειμμα του ισοζυγίου εξαγωγών-εισαγωγών αγροτικών προϊόντων, τροφίμων και ποτών της Ελλάδας σε καταστροφικά επίπεδα όχι μόνο για την πρωτογενή παραγωγή, αλλά και για την Εθνική Οικονομία, καθώς ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων, τροφίμων και ποτών άνω των 2 δισ. ευρώ συνέβαλαν στη χρεωκοπία της χώρας το 2009 (βλέπε συνημμένο πίνακα).

Οι εξαγωγές των ελληνικών αγροτικών προϊόντων δεν αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά με την προβλεπόμενη μείωση των δασμών γιατί προνομιακή θέση σε αυτές τις χώρες έχουν η Ισπανία και η Πορτογαλία με παρόμοια προϊόντα, αλλά και επειδή οι καταναλωτές της MERCOSUR έχουν χαμηλό βιοτικό επίπεδο και τα ελληνικά προϊόντα είναι ποιοτικά και ακριβά για αυτούς. Η προστασία των ΠΟΠ προϊόντων θα γίνει πλήρως σε μία επταετία, αλλά θα έχουν τα προαναφερθέντα μειονεκτήματα για τη συγκεκριμένη αγορά, ενώ η φέτα κινδυνεύει να απολέσει τον χαρακτηρισμό ΠΟΠ με την άφρονη αντιμετώπιση των αυτόχθονων φυλών αιγοπροβάτων στα πρωτοφανή, σε έκταση, μέτρα εκρίζωσης της ευλογιάς, αλλά και η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος δεν θα επαρκεί για επιπλέον εξαγωγές.

Όσον αφορά στη ρήτρα αμοιβαιότητας για την αλλαγή του τρόπου αγροτικής παραγωγής στις χώρες της MERCOSUR και τη συμμόρφωση προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αυτή αποτελεί απλώς ευχολόγιο, καθώς δεν πρόκειται να αλλάξει το δεδομένο ότι μόνο στην Αργεντινή και στη Βραζιλία καλλιεργούνται γενετικώς τροποποιημένα φυτά σε έκταση 900.000.000 στρεμμάτων (30 φορές η συνολική γεωργική έκταση της Ελλάδας) ή ότι θα υπάρχουν αυξημένες επιμολύνσεις στα αγροτικά τους προϊόντα με αφλατοξίνες, καρκινογόνες ορμόνες και απαγορευμένα φυτοφάρμακα, χωρίς να υπάρχει επαρκές σύστημα ιχνηλασιμότητας, ώστε οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι στην Ευρώπη να έχουν κάποιο αποτέλεσμα (όταν και αν γίνονται…). Δεν μπορεί να γίνει η Λατινική Αμερική Ευρώπη σε λίγα χρόνια και δεν νομίζω ότι το θέλει, καθώς έχοντας γεωργική έκταση τριπλάσια της Ευρωπαϊκής αντίστοιχης, εξάγει αγροτικά προϊόντα σε όλο τον κόσμο.

Άμεση απόρροια της επικείμενης εφαρμογής της συμφωνίας Ε.Ε.-MERCOSUR θα είναι να πληγούν καίρια από τις μεγάλες πιέσεις στην τιμή του παραγωγού στην Ελλάδα οι τομείς του μελιού, του ρυζιού, του αραβοσίτου, του κρέατος πουλερικών και βοοειδών, του κρασιού, του επιτραπέζιου σταφυλιού, των λεμονιών, αβοκάντο και άλλων προϊόντων. Υπάρχει ακόμη ο κίνδυνος ελληνοποιήσεων, αλλά και μονοπωλιακών εμπορικών πρακτικών μετά την εκτόπιση / εξόντωση των ελληνικών επιχειρήσεων. Το υπό θεσμοθέτηση ταμείο στην Ε.Ε. των 6 δισ. ευρώ ως αποζημίωση για τις ζημίες από την εφαρμογή της επικείμενης συμφωνίας για 27 χώρες της Ε.Ε. και για όλους τους κλάδους παραγωγής είναι ανεπαρκέστατο.

Συμπερασματικά, πρόκειται για μια πολύ επιβλαβή συμφωνία για την Ελλάδα, που μετά την κλιματική κρίση και το αυξημένο κόστος παραγωγής, θα ισοπεδώσει τις τιμές των αγροτικών προϊόντων και θα εξοντώσει ολόκληρους κλάδους της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής. Και δυστυχώς, όλα αυτά θα συμβούν με τη συναίνεση και την υπογραφή της ελληνικής κυβέρνησης…

* Ο Αθανάσιος Σ. Σαρόπουλος είναι Δρ. Γεωπόνος – Θεολόγος, Πρόεδρος της Δ.Ε. του Παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε.), Αν. Προϊστάμενος της Δ/νσης Αγροτικής Οικονομίας και Αλιείας Μ.Ε. Θεσσαλονίκης


Ποιοι κερδίζουν από τη Mercosur

Η συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur δεν είναι ούτε «αναπτυξιακή» ούτε «αμοιβαία επωφελής». Είναι μια συμφωνία με καθαρούς νικητές και βαριές απώλειες, με ταξικό, παραγωγικό και γεωπολιτικό πρόσημο. Στο ευρωπαϊκό πεδίο, κερδισμένες αναμένεται να είναι οι χώρες με ισχυρή εξαγωγική βιομηχανία, ιδιαίτερα στους τομείς μηχανημάτων, χημικών, φαρμάκων και αυτοκινητοβιομηχανίας. Η Γερμανία και οι σκανδιναβικές οικονομίες, χώρες με υψηλή τεχνολογική εξειδίκευση και ήδη εδραιωμένες εμπορικές ροές προς τη Νότια Αμερική, προσβλέπουν σε δραστική ενίσχυση της πρόσβασής τους σε μια τεράστια αγορά σχεδόν 300 εκατομμυρίων καταναλωτών, χωρίς τα σημερινά δασμολογικά εμπόδια, και ταυτόχρονα διαύλους για νέες επενδύσεις και πρόσβαση σε πρώτες ύλες. Για τα αυτοκίνητα, τα βιομηχανικά εξαρτήματα και τα αγροχημικά, η πτώση των δασμών σημαίνει εκτόξευση της ανταγωνιστικότητας των μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων που ήδη παράγουν σε κλίμακες απρόσιτες για μικρές οικονομίες.

Παράλληλα, πολυεθνικοί κολοσσοί του αγροεμπορίου στην πλευρά των χωρών της Mercosur (Cargill, Bunge, JBS κ.ά.) κερδίζουν διπλά: και από το χαμηλό κόστος παραγωγής, και από τη μαζική εισροή στην Ε.Ε. προϊόντων όπως βοδινό, πουλερικά, ζάχαρη, σόγια, αιθανόλη, καφές και ζωοτροφές. Οι ίδιες εταιρείες ελέγχουν ήδη τεράστιες εκτάσεις γης, με καθετοποιημένο μοντέλο παραγωγής, χρήση μεταλλαγμένων καλλιεργειών και φυτοφαρμάκων ή ορμονών που συχνά δεν θα περνούσαν από πλήρεις ελέγχους στην Ευρώπη. Η συμφωνία μετατρέπει οριστικά τη Λατινική Αμερική σε υπερεξαγωγέα αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών, ενώ η Ε.Ε. ενισχύει τον ρόλο της ως εξαγωγέας βιομηχανικών και χημικών προϊόντων υψηλής κερδοφορίας. Αυτό το μοντέλο βαθαίνει την άνιση ανταλλαγή: ο Νότος τροφοδοτεί, ο Βορράς πουλά τεχνολογία και χημικά.

Η συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur λοιπόν δεν είναι «συμφωνία εμπορίου». Είναι συμφωνία αναδιάρθρωσης ισχύος και κέρδους. Μια συμφωνία διπλής αποικιοποίησης, σχεδιασμένη για τις πολυεθνικές και αδιάφορη για το μέλλον των λαών. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την αντίσταση των αγροτών σε όλη την  Ευρώπη αναγκαία και δίκαιη.

Η συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur δεν είναι ούτε «αναπτυξιακή» ούτε «αμοιβαία επωφελής». Είναι μια συμφωνία με καθαρούς νικητές και βαριές απώλειες, με ταξικό, παραγωγικό και γεωπολιτικό πρόσημο. Στο ευρωπαϊκό πεδίο, κερδισμένες αναμένεται να είναι οι χώρες με ισχυρή εξαγωγική βιομηχανία, ιδιαίτερα στους τομείς μηχανημάτων, χημικών, φαρμάκων και αυτοκινητοβιομηχανίας. Η Γερμανία και οι σκανδιναβικές οικονομίες, χώρες με υψηλή τεχνολογική εξειδίκευση και ήδη εδραιωμένες εμπορικές ροές προς τη Νότια Αμερική, προσβλέπουν σε δραστική ενίσχυση της πρόσβασής τους σε μια τεράστια αγορά σχεδόν 300 εκατομμυρίων καταναλωτών, χωρίς τα σημερινά δασμολογικά εμπόδια, και ταυτόχρονα διαύλους για νέες επενδύσεις και πρόσβαση σε πρώτες ύλες. Για τα αυτοκίνητα, τα βιομηχανικά εξαρτήματα και τα αγροχημικά, η πτώση των δασμών σημαίνει εκτόξευση της ανταγωνιστικότητας των μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων που ήδη παράγουν σε κλίμακες απρόσιτες για μικρές οικονομίες.

Παράλληλα, πολυεθνικοί κολοσσοί του αγροεμπορίου στην πλευρά των χωρών της Mercosur (Cargill, Bunge, JBS κ.ά.) κερδίζουν διπλά: και από το χαμηλό κόστος παραγωγής, και από τη μαζική εισροή στην Ε.Ε. προϊόντων όπως βοδινό, πουλερικά, ζάχαρη, σόγια, αιθανόλη, καφές και ζωοτροφές. Οι ίδιες εταιρείες ελέγχουν ήδη τεράστιες εκτάσεις γης, με καθετοποιημένο μοντέλο παραγωγής, χρήση μεταλλαγμένων καλλιεργειών και φυτοφαρμάκων ή ορμονών που συχνά δεν θα περνούσαν από πλήρεις ελέγχους στην Ευρώπη. Η συμφωνία μετατρέπει οριστικά τη Λατινική Αμερική σε υπερεξαγωγέα αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών, ενώ η Ε.Ε. ενισχύει τον ρόλο της ως εξαγωγέας βιομηχανικών και χημικών προϊόντων υψηλής κερδοφορίας. Αυτό το μοντέλο βαθαίνει την άνιση ανταλλαγή: ο Νότος τροφοδοτεί, ο Βορράς πουλά τεχνολογία και χημικά.

Η συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur λοιπόν δεν είναι «συμφωνία εμπορίου». Είναι συμφωνία αναδιάρθρωσης ισχύος και κέρδους. Μια συμφωνία διπλής αποικιοποίησης, σχεδιασμένη για τις πολυεθνικές και αδιάφορη για το μέλλον των λαών. Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την αντίσταση των αγροτών σε όλη την  Ευρώπη αναγκαία και δίκαιη.


Χαριστική βολή με κυβερνητική συναίνεση

Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στη συμφωνία Ε.Ε.–Mercosur είναι ένα ακόμη υπόδειγμα πολιτικής δουλοπρέπειας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν συμμετείχε ουσιαστικά σε καμία σκληρή διαπραγμάτευση για την προστασία ευαίσθητων κλάδων, αποδεχόμενη τη συμφωνία ως «γεωπολιτική ευκαιρία», ενώ στην πραγματικότητα λειτουργεί ως μηχανισμός ευθυγράμμισης με τις προτεραιότητες Βρυξελλών-Βερολίνου και βορειοευρωπαϊκών βιομηχανικών συμφερόντων. Ακόμη και όταν Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Αυστρία και Ολλανδία εξέφρασαν ανοιχτά ενστάσεις, ζητώντας εγγυήσεις για περιβάλλον, δασμούς και αγροτική προστασία, η ελληνική πλευρά απέφυγε να ενταχθεί στο μπλοκ των διαφωνούντων, επιλέγοντας τη σιωπή.

Η αρχική πολιτική έγκριση της συμφωνίας στην Ε.Ε. πέρασε με σοβαρές ρωγμές: Παρά το «ναι» της Κομισιόν, κράτη μέλη διαφώνησαν για τις ποσοστώσεις εισαγωγών, την αποψίλωση του Αμαζονίου, την ιχνηλασιμότητα και την ασφάλεια τροφίμων. Όμως η Αθήνα, αντί να υπερασπιστεί τη διατροφική και παραγωγική βάση της χώρας, προτίμησε να προσφέρει πολιτική κάλυψη στο σχέδιο, σαν να μην την αφορά.

Η αδιαφορία της κυβέρνησης για την πρωτογενή παραγωγή είναι επιλογή των ελίτ που βλέπουν τη χώρα ως οικόπεδο προς εκποίηση. Θεωρούν τον αγροτικό κόσμο «μικρό μέγεθος» στην οικονομία, και βάρος για τα σχέδιά τους. Την ίδια ώρα, οι αγρότες στα μπλόκα καταγγέλλουν τη συμφωνία, ανοίγοντας τη συζήτηση για κυριαρχία, δίκαιο εμπόριο και επιβίωση της υπαίθρου. Το ρήγμα αυτό δεν γίνεται να γεφυρωθεί.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!