Η ελληνική Δικαιοσύνη δίνει διαρκώς εξετάσεις, στις οποίες μάλλον αποτυγχάνει, αν κρίνει κανείς από την εικόνα που έχει η κοινωνία γι’ αυτήν. Το αμέσως επόμενο διάστημα, όμως, καλείται να αποδείξει έμπρακτα τον ρόλο, την ποιότητα και το ήθος της. Πρόκειται για τις υποθέσεις του εγκλήματος των Τεμπών, των υποκλοπών και, βέβαια, του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, η εκδίκαση του οποίου φαίνεται πως θα απασχολήσει έντονα την επικαιρότητα το επόμενο διάστημα.

Σε καμία από αυτές τις τρεις περιπτώσεις, τα σημάδια που έχουν δοθεί μέχρι σήμερα δεν προμηνύουν θετικές εξελίξεις. Και αυτό ανεξάρτητα από τις γνωστές παραινέσεις ‒κυβερνητικές και μη‒ να αφεθεί η Δικαιοσύνη «να κάνει τη δουλειά της» ώστε να λάμψει η αλήθεια. Άλλωστε, πολύ πριν φτάσουν οι υποθέσεις στις δικαστικές αίθουσες, η ελληνική Δικαιοσύνη έχει ήδη δώσει τα πρώτα δείγματα γραφής: Είτε με την ολιγωρία της είτε λειτουργώντας ως εμπόδιο, όπως καταγγέλλουν οι εμπλεκόμενοι.

Συνένοχη στη συγκάλυψη

Αρχής γενομένης από το έγκλημα των Τεμπών, η Δικαιοσύνη όχι μόνο δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, αλλά, σύμφωνα με τις καταγγελίες των συγγενών, έβαλε επανειλημμένως εμπόδια στην έρευνα για την ανάδειξη της αλήθειας. Η υπόθεση των Τεμπών ίσως αποτελεί την πιο καθαρή περίπτωση όπου ο θεσμός φανερώνει την πλήρη μετάλλαξή του.

Είδαμε προτροπές δικαστικών προς τους συγγενείς να στραφούν στον Θεό αντί να αναζητήσουν την αλήθεια. Είδαμε ολιγωρία και αφωνία για τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες έγινε το μπάζωμα του χώρου. Είδαμε δηλώσεις και απειλές από τη Γ. Αδειλίνη προς τους συγγενείς, την ώρα που εκείνοι προσπαθούσαν να αποκαλύψουν τη συγκάλυψη. Είδαμε καταγγελίες για ανακριτές που αρνούνται να επιτελέσουν το έργο τους και να συμπεριλάβουν κρίσιμα στοιχεία στη δικογραφία. Και, πιο πρόσφατα, είδαμε την παλινωδία γύρω από τις εκταφές των θυμάτων.

Στην υπόθεση των υποκλοπών, οι χιλιάδες επισυνδέσεις που πραγματοποιούνταν από διαδοχικές κυβερνήσεις ‒και τις οποίες η Ν.Δ. αναβάθμισε σε κυβερνητική στρατηγική‒ είχαν την έγκριση εισαγγελικών αρχών. Και όταν η Δικαιοσύνη κλήθηκε να παρέμβει σε ένα σκάνδαλο που πολύ γρήγορα αποδείχθηκε κορυφαίας σημασίας, ο Ι. Ντογιάκος φρόντισε να βάλει μπλόκο στην ΑΑΔΕ και να καταγγείλει δημόσια δήθεν πιέσεις προς τη Δικαιοσύνη.

Αντίστοιχα, στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ παρακολουθήσαμε μια προανακριτική-σκάνδαλο, η οποία διεξήχθη από το ίδιο το πολιτικό προσωπικό της χώρας.

Δίκες χαμηλών προσδοκιών

Καταρχάς, το γεγονός ότι τόσο το σκάνδαλο των υποκλοπών όσο και εκείνο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύφθηκαν από ευρωπαϊκούς θεσμούς και όχι από θεσμούς της ίδιας της χώρας λέει πολλά για την κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα.

Στην υπόθεση των υποκλοπών, ο καταδικασμένος Τ. Ντίλιαν αποκαλύπτει ότι συνεργαζόταν αποκλειστικά με κυβερνήσεις, ενώ από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει σαφής εμπλοκή της κυβέρνησης. Αντίστοιχα, στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών: Στο σκάνδαλο εμπλέκονται κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, ανάμεσά τους ‒όπως φαίνεται‒ και ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρας.

Μένει να φανεί αν, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η Δικαιοσύνη θα πράξει τα δέοντα ή αν η κυβέρνηση θα αφεθεί και πάλι ανενόχλητη να διαχειριστεί τα σκάνδαλα.

Στην υπόθεση των Τεμπών, πάντως, η ελληνική Δικαιοσύνη εκτίθεται ήδη για πολλοστή φορά. Δεν είναι μόνο ότι η αίθουσα της βασικής δίκης είναι ακατάλληλη. Στη δίκη για τα βίντεο, οι συνήγοροι κατήγγειλαν άρνηση επίδοσης νέων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και πιέσεις προς την έδρα ώστε να αλλάξει την απόφασή της. Τελικά, η δικαστής παραιτήθηκε από την έδρα, έπειτα από τις καταγγελίες της Ζ. Κωνσταντοπούλου για τη στάση της. Στη συνέχεια, ο Χρ. Σεβαστίδης, πρόεδρος της Ένωσης Δικαστικών και Εισαγγελέων, θεώρησε σκόπιμο να δώσει συνέχεια στον χορό των δημόσιων παρεμβάσεων / απειλών από πλευράς της Δικαιοσύνης, έπειτα από τον Ι. Ντογιάκο και τη Γ. Αδειλίνη, συγκρίνοντας όσους διατυπώνουν ενστάσεις για τη δίκη με τα στελέχη της Χρυσής Αυγής στην αντίστοιχη δίκη. Δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί γιατί ο Χρ. Σεβαστίδης «έσπασε» τώρα τη σιωπή του και όχι για παράδειγμα στο μπάζωμα, στην υπόθεση των ιατροδικαστών, στα κρυμμένα βίντεο, στον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις υποκλοπές ή σε κάποια άλλη στιγμή που η Δικαιοσύνη σύρθηκε στις «λάσπες» τα τελευταία χρόνια.

Ανησυχητική μετάλλαξη

Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν είναι καθόλου παράξενο που η κοινωνία δεν περιμένει δικαίωση από τη Δικαιοσύνη, ούτε στα μεγάλα ούτε στα καθημερινά ζητήματα. Ο θεσμός, είτε διά της σιωπής του είτε με ενεργό τρόπο, βρίσκεται εκτεθειμένος και μοιάζει να συνεργεί με το πολιτικό σύστημα σε κρίσιμες υποθέσεις.

Την ίδια στιγμή, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι κρίσιμες εξελίξεις για τη συνέχεια του πολιτικού συστήματος είναι πιθανό να κριθούν μέσα σε δικαστικές αίθουσες. Με βάση, όμως, την υφιστάμενη κατάσταση, αυτό όχι μόνο θα πιέσει ακόμη περισσότερο τη Δικαιοσύνη, αλλά ενδέχεται να βαθύνει και τη δυσπιστία απέναντί της.

Και όλα αυτά σε μια ταραχώδη γεωπολιτικά περίοδο, όπου η ανεξαρτησία και η ευυποληψία της Δικαιοσύνης θα μπορούσαν να αποδειχθούν κρίσιμες για την ασφάλεια της χώρας. Αντ’ αυτού, η Δικαιοσύνη μοιάζει να επιδεικνύει αλαζονεία και να στρέφεται εναντίον των πολιτών που αναζητούν το δίκιο τους, φτάνοντας στο σημείο να σταθεί απέναντι σε ό,τι πιο ιερό έχει αναδείξει η κοινωνία στην υπόθεση των Τεμπών.

Παράλληλα, επιδεικνύει και εκδικητικότητα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ν. Ρωμανού, ο οποίος δικάζεται αυτές τις μέρες για μισό αποτύπωμα σε μια σακούλα, την ώρα που άλλοι κυκλοφορούν ελεύθεροι, παρότι μπαζώνουν, παρακολουθούν και κλέβουν εκατομμύρια.


Υπουργός θεσμικής κατρακύλας

Ο Γ. Φλωρίδης είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο υπουργός που αντιστοιχεί στην ποιότητα της Δικαιοσύνης στη χώρα. Ο ίδιος ενσαρκώνει όλα τα κακώς κείμενα που συμπυκνώνει και η ελληνική Δικαιοσύνη τα τελευταία χρόνια: Επηρμένος, κυνικός, εκδικητικός, ειρωνικός. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, με κάθε νέο του σχόλιο, αποδεικνύει πως δεν υπάρχει πάτος στο βαρέλι.

Αντί να απολογηθεί για τη ντροπιαστική κατάσταση στη δίκη των Τεμπών, όπου οι συγγενείς καλούνται να την παρακολουθήσουν από οθόνη, μέσα σε λίγες μόλις μέρες επιτέθηκε χυδαία στη Μ. Καρυστιανού, τον Β. Κοκοτσάκη και τη Ζ. Κωνσταντοπούλου. Για τον Β. Κοκοτσάκη, ο οποίος, ως δικαστικός πραγματογνώμονας, διερεύνησε την καταλληλότητα της αίθουσας από άποψη ασφάλειας, ο υπουργός έκανε λόγο για «απόφοιτο δημοτικού» που δεν δύναται να γνωρίζει, καλώντας τον μάλιστα να φέρει «τα πτυχία του».

Στη συνέχεια, ο υπουργός Δικαιοσύνης «περιέλαβε» και τη Ζ. Κωνσταντοπούλου, την οποία χαρακτήρισε συνεχίστρια της Χ.Α. Τον χαρακτηρισμό αυτόν της απέδωσε επειδή εδώ και 2,5 χρόνια, κατά τον ίδιο, δεν αφήνει την ανάκριση να προχωρήσει ομαλά και έχει αιτηθεί ‒όπως και πολλοί συγγενείς‒ την εξαίρεση του ανακριτή.

Στην περίπτωση, όμως, της Μ. Καρυστιανού, ο Γ. Φλωρίδης ξεπέρασε κάθε όριο. Στις ενστάσεις της ίδιας ότι δεν προτίθεται να παρακολουθήσει τη δίκη από άλλη αίθουσα, απάντησε: «Στις δίκες δεν προβλέπονται ειδικές θέσεις για υποψήφιους αρχηγούς κομμάτων». Φρόντισε, μάλιστα, να κάνει και αναφορά στον Π. Ρούτσι, λέγοντας πως η απεργία πείνας που έκανε ήταν η τελευταία απόπειρα ορισμένων να μην πραγματοποιηθεί η δίκη.

Οι δηλώσεις του υπουργού, πέρα από αηδία, δεν προκαλούν έκπληξη. Αποτελούν πάγια τακτική της Ν.Δ., σε δύσκολες περιστάσεις, να χρησιμοποιεί κάποιο κυβερνητικό στέλεχος που συμπεριφέρεται με ακραίο τρόπο. Ωστόσο, η ποιότητα όσων είναι πολιτικοί προϊστάμενοι της Δικαιοσύνης αποτελεί κρίσιμο ζήτημα. Και το δίδυμο Φλωρίδη-Τσιάρα, με τον δεύτερο να εμπλέκεται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, μόνο τυχαίο δεν είναι.

Αντίστοιχα, και η τοποθέτησή του σε αυτόν τον ρόλο, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να θωρακιστεί ακόμη και νομικά, ενώ ενδέχεται να συρθεί και σε δικαστικές αίθουσες, μοιάζει με καλά μελετημένη πολιτική κίνηση.


Η Δικαιοσύνη δεν έχει (απλώς) παραλύσει

Η επικαιρότητα καταδεικνύει με σαφή τρόπο ότι η κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα δεν είναι καλή. Η χώρα έχει πνιγεί στα σκάνδαλα ενώ φαίνεται να υπάρχουν και άλλες υποθέσεις για διάφορες μαφίες που δραστηριοποιούνται σε διάφορες περιοχές της χώρας αλλά προς το παρόν μοιάζει να μην απασχολούν ιδιαίτερα. Παράλληλα, η πίστη της κοινωνίας στην απονομή δικαιοσύνης και στη λειτουργία της Δικαιοσύνης εμφανίζεται διαρκώς μειωμένη, διαμορφώνοντας μια συνθήκη μαζικής απόρριψης της λειτουργίας και του κύρους των θεσμών της χώρας, σε συνδυασμό βέβαια με την απόρριψη του ίδιου του πολιτικού συστήματος το οποίο αποδεικνύεται ένοχο σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις. Συχνά γίνεται λόγος για μια κατάσταση παράλυσης της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, δεδομένης της ολιγωρίας των αντίστοιχων θεσμών να κινηθούν για κολοσσιαία ζητήματα. Αυτή είναι όμως μόνο η μισή εικόνα.

Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα με ευκολία και ταχύτητα αδειοδοτεί κάθε είδους «επένδυση» ή ανάθεση, ενώ ολιγωρεί μόνο αν αυτές αποδειχθούν προβληματικές. Ανώτατοι δικαστικοί εμφανίζονται λαλίστατοι όταν θέλουν να βάλουν στην θέση τους όσους διαμαρτύρονται για την κατάσταση αυτή, αλλά σωπαίνουν εκκωφαντικά μπροστά σε όλες τις αδιανόητες μεθοδεύσεις που προωθούνται από το πολιτικό σύστημα. Ενώ καταδικάζονται με βαρύτατες ποινές όσοι μπορεί να πιαστούν σε μια πορεία, αθωώνονται λόγω αμφιβολιών και έλλειψης στοιχείων κατηγορούμενοι που έχουν σχέση με το πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς, αυτή δεν είναι απλώς μια εικόνα παράλυσης, αλλά αυτή ενός πυλώνα συντήρησης και προστασίας του καθεστώτος στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!