Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, με την από κοινού επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, προστίθενται σε μία αλυσίδα σοβαρών διαταραχών από την πλευρά της προσφοράς, με πιο πρόσφατες αυτές που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την αστάθεια στη δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Τραμπ εκτός από το Ιράν βομβαρδίζει την παγκόσμια οικονομία, που μεταφραζόμενο σημαίνει με απλά λόγια: Καταρράκωση των εισοδημάτων των λαϊκών στρωμάτων με παράλληλη αύξηση των εισοδημάτων/κερδών πρωτίστως των παραγωγών όπλων (πρωταρχικά αμερικάνικες εταιρείες), των εμπόρων όπλων και όλων των πολυεθνικών επιχειρήσεων που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σε αυτή την αρπακτική πειρατεία. Αυξάνει στο μέγιστο τη γενική αβεβαιότητα στον πλανήτη, αλλά και τους συγκεκριμένους κινδύνους –ενεργειακή κρίση, κρίση εφοδιαστικών αλυσίδων, αύξηση κόστους μεταφοράς, πληθωρισμός, πείνα, μετανάστευση, περιβαλλοντική μόλυνση– που οι αρνητικές τους επιδράσεις είναι άμεσα ορατές. Η αναταραχή στις θαλάσσιες οδούς, ιδιαίτερα σε κρίσιμα σημεία διεθνούς εμπορίου, οδηγεί σε υψηλότερα ναύλα και ασφάλιστρα κινδύνου, κάτι που σε συνδυασμό με τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές ενέργειας αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε αναζωπύρωση του πληθωρισμού.

Επανέρχεται το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού πάλι πάνω από την παγκόσμια οικονομία, και φυσικά υπερίπταται πάνω και από την ελληνική οικονομία. Ήδη η κυβέρνηση και οι διάφοροι αναλυτές διαμορφώνουν νέα σενάρια για την ελληνική οικονομία, ενσωματώνοντας προβλέψεις για χαμηλότερη ανάπτυξη και κυρίως υψηλότερο πληθωρισμό. Οι αναλυτές επαναλαμβάνουν σε κάθε τόνο ότι οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και το μέγεθος του πλήγματος που θα επιφέρει ο πόλεμος στην περιοχή του Κόλπου.

Ως εκ τούτου, η παράταση της διάρκειας ή/και διεύρυνση της σύγκρουσης θα μπορούσε να έχει μακροοικονομικές επιπτώσεις μέσα από τα ακόλουθα κανάλια:

Της ενίσχυσης της ενεργειακής συνιστώσας του πληθωρισμού και κατά συνέπεια του γενικού επιπέδου τιμών. Το πρώτο σημείο που αναθεωρείται είναι το σενάριο που είχε ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό και προέβλεπε τιμή πετρελαίου στα 62 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, η τιμή του πετρελαίου την περίοδο μετά την έναρξη του πολέμου κυμαίνεται γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή περίπου 40 δολάρια πάνω από την πρόβλεψη του προϋπολογισμού και, σύμφωνα με ανάλυση ευαισθησίας που περιέχεται στον ίδιο τον προϋπολογισμό, σε μια τέτοια ακραία περίπτωση (τιμή 100 δολάρια όλο το έτος) ο πληθωρισμός θα σκαρφαλώσει στο 4,7% και η ανάπτυξη θα μειωθεί κατά 0,5%, δηλαδή από 2,4% σε 1,9%.

Όπως παρατηρήθηκε το 2022, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και του κόστους παραγωγής ενδέχεται να διαχυθεί και σε άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, όπως τα τρόφιμα. Σημειώνεται ότι, μετά την άνοδο κατά 41% το 2022, η ενεργειακή συνιστώσα του πληθωρισμού υποχώρησε τα επόμενα τρία έτη, ωστόσο παραμένει 19,5% υψηλότερη σε σύγκριση με το 2021.

Αυτό που χρειάζεται να υπογραμμισθεί είναι ότι ο γενικός πληθωρισμός, όσο και ο πυρήνας του πληθωρισμού, παρέμειναν σταθερά κοντά στο 3% κατά τους πρώτους μήνες του 2026, καταγράφοντας έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς στη ζώνη του ευρώ. Ο πληθωρισμός οφείλεται κυρίως στον υψηλό πληθωρισμό των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής, καθώς και στον επίμονο πληθωρισμό των υπηρεσιών που αντιπροσωπεύει μεγάλο ποσοστό, περίπου 50%, του γενικού πληθωρισμού. Επίσης η μεγάλη διαφορά πληθωρισμού σε σχέση με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (περίπου 1 εκατοστιαία μονάδα) αντανακλά, μεταξύ άλλων, το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας, πιστοποιώντας τη στενότητα της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας. 

ΕΠΙΠΛΕΟΝ, μία νέα ενεργειακή κρίση ενδέχεται να επιδεινώσει το έλλειμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών –πρωτίστως μέσω της διεύρυνσης του ελλείμματος του ισοζυγίου καυσίμων– το οποίο αποτελεί διαχρονικά διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας. Η πρόσφατη ενεργειακή κρίση που συνόδευσε τον πόλεμο στην Ουκρανία αποτελεί ένα καλό παράδειγμα των επιπτώσεων στο ελληνικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της αύξησης των τιμών της ενέργειας.

Η επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να προέλθει επίσης από την αποδυνάμωση των εισερχόμενων ταξιδιωτικών ροών και ως εκ τούτου των ταξιδιωτικών εισπράξεων. Η αυξημένη αβεβαιότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις για τον ελληνικό τουρισμό, οδηγώντας σε μείωση των αφίξεων, ιδίως μέσω κρουαζιέρας. Εάν, ωστόσο, το πεδίο των επιχειρήσεων περιοριστεί στη Μέση Ανατολή, ο ελληνικός τουρισμός πιθανότατα να ευνοηθεί, αυξάνοντας το μερίδιο αγοράς έναντι των ανταγωνιστικών προορισμών, όπως είχε παρατηρηθεί στις αρχές της δεκαετίας του 2010 κατά την Αραβική Άνοιξη.

Η αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων λόγω της διάχυσης των πρωτογενών αντιδράσεων στο σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων, πρόκειται να έχει τις ακόλουθες επιπτώσεις: περιορισμός διαθεσίμου εισοδήματος νοικοκυριών, μείωση της αγοραστικής του δύναμης, πτώση της ζήτησης (κυρίως στην αρχή στα μη βασικά αγαθά και στις μη βασικές υπηρεσίες). Έπονται πιθανότατα αυξήσεις στο κόστος χρήματος λόγω αύξησης των επιτοκίων (κυρίως των επιτοκίων δανεισμού νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων), αλλά και με επιτήδειους μη εμφανείς τρόπους αύξησης του μη επιτοκιακού κόστους (προμήθειες κάθε είδους). Αυτό σημαίνει για τα νοικοκυριά μεγαλύτερες δαπάνες για αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους στις τράπεζες και αύξηση της δαπάνης αναχρηματοδότησής τους. Παράλληλα, αυξάνονται οι ανάγκες κεφαλαίων κίνησης των επιχειρήσεων, καθώς το ίδιο απόθεμα κοστίζει περισσότερο για να αγοραστεί και να φτάσει στην αγορά.

ΟΙ ΠΙΕΣΕΙΣ αυτές δεν κατανέμονται ισόρροπα, τόσο στο σύνολο των νοικοκυριών όσο και στο αντίστοιχο των επιχειρήσεων. Τα πλούσια νοικοκυριά καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις (κυρίως αλυσίδες πολυεθνικών επιχειρήσεων) διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης του κόστους και πρόσβαση σε ανθεκτικότερα δίκτυα προμηθειών, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις είναι πιο εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις των τιμών και της ζήτησης. Ως αποτέλεσμα, τέτοιου τύπου κρίσεις τείνουν να επιταχύνουν διαδικασίες συγκεντροποίησης της αγοράς, ενισχύοντας τη θέση των ισχυρότερων παικτών στην οικονομία. Για την ελληνική οικονομία, στην οποία οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία, οι επιπτώσεις μιας παρατεταμένης γεωπολιτικής έντασης δεν περιορίζονται στις διεθνείς τιμές ενέργειας, αλλά μετατρέπονται άμεσα σε αγώνα επιβίωσης. Ως απόρροια της αυξημένης αβεβαιότητας αλλά και της ανόδου του πληθωρισμού, είναι πιθανό να καθυστερήσει η υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων. Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς το 2026 αποτελεί το τελευταίο έτος υλοποίησης του προγράμματος Next Generation EU και απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!