Διαβάστε το Μέρος Α’

του Ερατοσθένη Γ. Καψωμένου

Θα προσπαθήσομε να δείξομε τον πραγματικό κίνδυνο που διατρέχει η ελληνική γλώσσα, μέσα από την αναλυτική έκθεση ενός θέματος που αφήσαμε τελευταίο, για να του αφιερώσομε το χρόνο που του αναλογεί. Φαινομενικά μοιάζει δευτερεύον, σύμπτωμα της γενικής κρίσης, αλλά όπως θα δούμε, αποτελεί παράγοντα στρατηγικής σημασίας. Μιλούμε για την ανατροπή του επικοινωνιακού κώδικα χαιρετισμών του εικοσιτετραώρου, που στην παρούσα φάση μοιάζει σα να παρακολουθούμε μια φαρσοκωμωδία. Και για λόγους που θα γίνουν φανεροί στη συνέχεια, θα επιλέξομε στο εξής την άνεση του αφηγηματικού λόγου:

Βρίσκομαι στο Αμφιθέατρο του Πνευματικού Κέντρου Χανίων, 2 Σεπτεμβρίου 2023, ώρα οχτώμισυ το πρωί, περιμένοντας να υποδεχτώ τους συνέδρους του Διεθνούς Συνεδρίου «Οι Νεοελληνικές Σπουδές στην Ευρώπη και τον Κόσμο», που είχαμε οργανώσει στα Χανιά η Εταιρεία Κρητικών Σπουδών και η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, 1-3.09.2023. Το Συνέδριο είχε συγκεντρώσει επιφανείς Νεοελληνιστές από τρεις ηπείρους (1) – ανάμεσα στους οποίους οι αρχαιότεροι (Ομότιμοι καθηγητές σήμερα) συμβαίνει να είναι από τους θεμελιωτές των Νεοελληνικών Σπουδών στη χώρα τους. Σκοπός του Συνεδρίου ήτανε να εξετάσομε τις αιτίες και τους παράγοντες που οι Νεοελληνικές Σπουδές (και το βασικό τους αντικείμενο, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας), ύστερα από μια υπερτριακονταετή περίοδο μεγάλης άνθισης, οδηγήθηκαν αιφνίδια, από τη δεκαετία του 1990 και εξής, σε ραγδαία παρακμή.

Καθώς περίμενα, ακούω από την είσοδο του αμφιθεάτρου το χαιρετισμό του πρώτου Συνέδρου, που έφτασε νωρίς το πρωί για να προεδρεύσει στην πρώτη πρωινή Συνεδρία, ν’ αντηχεί περιπαιχτικά στον άδειο χώρο: ― «Καλησπέρα σας, κύριε Καψωμένε!»

Στράφηκα προς τη φωνή και είδα να έρχεται προς το μέρος μου φίλος βορειοευρωπαίος καθηγητής Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, κατευθείαν από το αεροδρόμιο, όπως ήταν προφανές από τη σύγχυση που του είχαν προκαλέσει οι πρωινές «Καλησπέρες» με τις οποίες τον υποδέχτηκαν οι υπάλληλοι των ελληνικών αεροδρομίων ή των αεροπορικών Εταιρειών στην Αθήνα και στα Χανιά. Έσπευσα ν’ αγκαλιάσω μ’ ενθουσιασμό το συνάδελφο και να τον συγχαρώ για την υγιή αντίδρασή του:
– «Επιτέλους, νά κι ένας άνθρωπος που αντιδρά στην εκβαρβάρωση της ελληνικής γλώσσας!»

Συμφωνήσαμε αμέσως ότι η στρεβλή χρήση των χαιρετισμών του εικοσιτετραώρου αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά συμπτώματα αποδόμησης της ελληνικής γλώσσας, συνεπώς το φαινόμενο έχει τη θέση του στη θεματική του Συνεδρίου μας. Και αποφασίσαμε να εισηγηθούμε να συζητηθεί στην καταληκτική συνεδρία της Ολομέλειας. Πού θα βρίσκαμε αρμοδιότερο και εγκυρότερο σώμα κριτών από τους Συνέδρους ενός διεθνούς Συνεδρίου Νεοελληνιστών, που έχουν αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή τους στη μελέτη και διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού κι έχουν γράψει τόμους για τις μεθόδους διδασκαλίας της ελληνικής ως ξένης γλώσσας.

Όταν ήρθε το θέμα στην Ολομέλεια του Συνεδρίου, η συζήτηση άρχισε μέσα σ’ ένα κλίμα καλοπροαίρετης απορίας γιατί και πώς προέκυψε αυτό το παράδοξο, να ανατραπούν ξαφνικά οι κανόνες που ρύθμιζαν εδώ κι αιώνες τους χαιρετισμούς του εικοσιτετραώρου· και το ακόμα παραδοξότερο (καθότι αντίθετο προς τη νεοελληνική κουλτούρα) να πειθαρχήσει αδιαμαρτύρητα ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη, μόρφωση, θέση, αρμοδιότητα. Και μάλιστα, σε συνδυασμό με δύο άκρως εντυπωσιακά και ασυνήθιστα φαινόμενα, που και οι δυο εισηγητές – ο καθένας χωριστά– είχαμε διαπιστώσει. Πρώτον, άπαντες οι συνομιλητές μας εγνώριζαν επακριβώς το θέμα κι είχαν έτοιμη την οργίλη απάντηση στις αιχμηρές απορίες μας: – «Μα είμαστε Ευρωπαίοι!» Ή –κατά περίπτωση– τη νηφάλια ενημέρωση: «Καλησπέρα λέμε από τις 12 και ένα λεπτό το μεσημέρι» – άλλο ζήτημα τώρα (προσθέτομε εμείς) εάν, χάρη στον «υπερβάλλοντα ζήλο» των νεότερων (που πολλοί ξυπνούν μετά τις 12), η «Καλησπέρα» επεκτάθηκε και στις πρωινές ώρες της ημέρας! Δεύτερο: Ο θριαμβευτικός τόνος του χαιρετισμού μέρα μεσημέρι φανέρωνε ότι οι συνομιλητές μας ανέμιζαν με καμάρι την «Καλησπέρα» τους ως αποδεικτικό της πρόσφατα κατακτημένης ευρωπαϊκής τους ταυτότητας. Επιτέλους, και οι καθυστερημένοι Έλληνες –ύστερα από δυο αιώνων εντατικές πιέσεις και άκαρπες προσπάθειες (με σημαδιακή αφετηρία τη Βαυαρική Αντιβασιλεία, 1833-35)– γίναμε κι εμείς Ευρωπαίοι! Έτσι, παίρνοντας, μέσα από άδηλες διεργασίες, εμβληματικό χαρακτήρα, κατέληξε να αντικαταστήσει όλους περίπου τους ημερήσιους χαιρετισμούς.

Έλα σου, όμως που κανείς Ευρωπαίος δεν παραδέχεται πως οι λαοί της Δυτικής Ευρώπης λένε «Καλησπέρα» μεσημεριάτικα! Το προεδρείο ερώτησε έναν ένα προσωπικά τους παρόντες εκπροσώπους των 15 χωρών εάν στην πατρίδα τους ή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα που τυχαίνει να γνωρίζουν, λένε «Καλησπέρα» μετά τις 12 το μεσημέρι. Όλοι βεβαίωσαν ότι σε καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν ισχύει κάτι παρόμοιο. Πολλοί μάλιστα επισήμαναν ότι οι χαιρετισμοί του ημερονυκτίου δε συνδέονται με την ώρα του ρολογιού αλλά με την ανατολή και τη δύση του ηλίου, που δεν είναι σταθερή. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου ο ήλιος δύει λίγο μετά τις εννιά το βράδυ και τη μικρότερη μέρα του χρόνου λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Με άλλα λόγια, η σωστή θερινή «Καλησπέρα» αρχίζει να εκφωνείται περίπου τέσσερις ωρολογιακές ώρες αργότερα από την αντίστοιχη χειμερινή. Συνεπώς, η αλλαγή των κριτηρίων, από τη μεταβλητή, που είναι η δύση του ηλίου, στη σταθερά, που είναι η ώρα 12.01΄ του ρολογιού, δεν έχει σχέση με την προσαρμογή σε κάποιο καθιερωμένο ευρωπαϊκό σύστημα χαιρετισμών, που δεν υπάρχει. Το συμπέρασμα της Ολομέλειας ήταν ότι η μεσημεριανή «Καλησπέρα» αποτελεί παγκοσμίως ελληνική αποκλειστικότητα!

ΤΗΝ ΑΜΗΧΑΝΗ απορία διαδέχτηκε ο προβληματισμός πώς, γιατί, κάτω από ποιους όρους προτάθηκε, εγκρίθηκε και εφαρμόστηκε ένα τέτοιο μέτρο σε μια ολόκληρη χώρα – και μάλιστα στη «γενέτειρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού», όπως έλεγαν άλλοτε οι παππούδες των νυν γνήσιων Ευρωπαίων! Και προπάντων πώς επιβλήθηκε τόσο εύκολα και «αναίμακτα». Η προσπάθεια ερμηνείας και κατανόησης του «παραδόξου» άφησε μια σειρά μετέωρα ερωτήματα, τα οποία θα παραθέσομε στη συνέχεια με τη μορφή υποθέσεων, όπως περίπου διατυπώθηκαν κατά τη συζήτηση.

Το πρώτο ερώτημα ήταν σε ποιο θεσμικό πλαίσιο εντάσσεται ένα τέτοιο «πρόγραμμα», δηλ., από πού αντλεί το κύρος που του εξασφάλισε την αμέριστη υποστήριξη όλων των μηχανισμών προβολής και προώθησης του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα; Από τη συζήτηση προέκυψε η εύλογη υπόθεση ότι αυτό θα έγινε μέσω κάποιου επιδοτούμενου Ευρωπαϊκού Προγράμματος. Και αν κρίνομε από το δεδομένο ότι η «λαθροχειρία» άργησε να γίνει ευρύτερα αισθητή, η επέκταση στο σύνολο του πληθυσμού πρέπει να έγινε σε δεύτερο στάδιο, όταν την «εργολαβία» ανέλαβαν τα τηλεοπτικά κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας. Υποθέτομε ότι η προσήλωση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού στην ευρωπαϊκή ιδέα εξηγεί εν μέρει το γιατί δεν υπήρξε καμιά φανερή αντίδραση από τους ελληνικούς θεσμικούς και κοινωνικούς φορείς. Αλλά αυτό που δεν έχει εξήγηση είναι πώς προέκυψε η «κραυγαλέα» πρόκληση της κοινής νοημοσύνης, να οριστεί, με ακρίβεια λεπτοδείκτη, ως χρονική αφετηρία του χαιρετισμού «Καλησπέρα» η ώρα δώδεκα και ένα λεπτό (12.01΄), όταν ο ήλιος είναι στο μεσουράνημά του!

Εφόσον είμαστε αναγκασμένοι ν’ αποκλείσομε τη μόνη λογική εξήγηση, πως ήταν μια κακόγουστη «φάρσα», η πιο καλόπιστη ερμηνεία, στην οποία καταλήξαμε, είναι η λανθασμένη μετάφραση του αγγλικού «goodafternoon», χαιρετισμού που κατά λέξη σημαίνει «καλό απομεσήμερο», «καλό απόγευμα». Ωστόσο, προϋπόθεση για ένα τόσο χονδροειδές μεταφραστικό λάθος («καλησπέρα» αντί για «καλό απόγευμα») είναι ασφαλώς μια δεύτερη ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση, ανάμεσα στο «goodafternoon» και στο «goodevening», που είναι το ακριβές αντίστοιχο του «καλησπέρα». Και αναρωτιέται κανείς: Τί είδους γνώση της αγγλικής και της ελληνικής είχαν οι άνθρωποι που ανέλαβαν να καταρτίσουν το πρόγραμμα εξευρωπαϊσμού των Ελλήνων; Η γενικότερη εικόνα της εντός εισαγωγικών «αναδιοργάνωσης» του συστήματος των χαιρετισμών του εικοσιτετραώρου που καθιέρωσε αυτό το «Πρόγραμμα» δείχνει πως δεν είχαν στοιχειώδη γνώση της αντιστοιχίας μεταξύ των ελληνικών και των αγγλικών όρων μα ούτε και των σχετικών πολιτισμικών κωδίκων στη μία και την άλλη γλώσσα. Επιπλέον, δε φαίνεται να γνώριζαν ότι υπάρχει καθιερωμένη διάκριση μεταξύ των χαιρετισμών συνάντησης και των χαιρετισμών αποχωρισμού, ή –να το πούμε αλλιώς– έναρξης και λήξης μιας πράξης επικοινωνίας.

Πριν από τριάντα χρόνια θα ήτανε κωμικό ακόμη και να φανταστούμε αυτό που είμαστε αναγκασμένοι να υπενθυμίσομε σήμερα, ξέροντας ότι για πολλούς Έλληνες κάτω των τριάντα ετών δεν είναι διόλου αυτονόητο. Οι χαιρετισμοί «Καλημέρα» το πρωί, «Χαίρετε» το μεσημέρι, «Καλησπέρα» το βράδυ, μετά τη δύση του ηλίου, είναι κατά παράδοση πανελλήνιοι χαιρετισμοί συνάντησης, εναρκτικοί μιας πράξης επικοινωνίας. Οι χαιρετισμοί «καλό μεσημέρι» (το πρωί), «καλό απόγευμα» (το μεσημέρι), «καλό βράδυ» (το απόγευμα) και «καληνύχτα» (το βράδυ) είναι χαιρετισμοί αποχωρισμού, καταληκτικοί μιας πράξης επικοινωνίας· και όχι εναρκτικοί, όπως με υποδειγματική επιμέλεια τους χρησιμοποιούν οι εκφωνητές των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, προκαλώντας σύγχυση στους τηλεθεατές και αστείες κάποτε παρεξηγήσεις (2). Είναι πραγματικά απίστευτο πώς γίνεται να ανατρέπονται ξαφνικά κανόνες μιας προφορικής παράδοσης αιώνων η οποία μάλιστα δεν αποτελεί –αυτή τουλάχιστον– ελληνική αποκλειστικότητα.

Μ’ ΑΥΤΑ τα δεδομένα, ακούγεται σαν παραδοξολογία ότι θεωρήθηκε αναγκαίο να διατεθούν τα απαραίτητα οικονομικά κονδύλια για την κατάρτιση και εφαρμογή ενός ειδικού «ευρωπαϊκού προγράμματος», που θα διδάξει στους ολιγότερο πολιτισμένους λαούς της ευρωπαϊκής περιφέρειας (όπως οι Έλληνες) τους σωστούς χαιρετισμούς του εικοσιτετραώρου. To γιατί ανάλογο πρόγραμμα δεν εφαρμόστηκε –όσο μπορούμε να ξέρομε– σε καμιάν άλλη «υπανάπτυκτη» χώρα της Ευρώπης πλην της Ελλάδας είναι ένα ερώτημα στο οποίο οι αρμόδιοι των Βρυξελλών ή των Αθηνών οφείλουν να δώσουν μια απάντηση. Αλλά το κυριότερο, ο υποτιθέμενος «κώδικας ευρωπαϊκών χαιρετισμών του εικοσιτετραώρου» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση όχι μόνο με το σημασιακό σύστημα της γλώσσας αλλά προπάντων με την εμπειρική λογική. Για όσους τυχόν δεν έχουν επαρκή γνώση της ελληνικής, η παλαιότερη διατύπωση του «Καλησπέρα» ήταν περιφραστική, όπως για παράδειγμα στα κάλαντα των Χριστουγέννων: «Καλήν εσπέραν, άρχοντες!». Και η έννοια «εσπέρα» στην ελληνική γλώσσα είναι –για όσους δεν το ξέρουν (κι αυτή την πιθανότητα είμαστε πλέον υποχρεωμένοι να τη λογαριάζομε)– η «εσπέρα» είναι ταυτόσημη με την έννοια «βράδυ». Πώς μπορείς, λοιπόν, να λες «Καλησπέρα» το μεσημέρι –ή ακόμα και το πρωί– ενάντια στη φυσική εμπειρία και αντίθετα προς τους κώδικες επικοινωνίας; Είναι πασίγνωστο πως οι χαιρετισμοί «Καλημέρα» και «Καλησπέρα» καθορίζονται σε συνάρτηση και αντιστοιχία προς την κίνηση των πλανητών και συγκεκριμένα προς τη μεταβαλλόμενη σχέση της γης με τον ήλιο, που οφείλεται στην ελλειπτική τροχιά της γης γύρω από τον ήλιο και στην περιστροφή της γης γύρω από τον άξονά της, που είναι κεκλιμένος (κατά 23,5 μοίρες: «εκλειπτική»). Αυτή η διπλή συνάρτηση δημιουργεί την εναλλαγή μέρας και νύχτας και την κυκλική εναλλαγή των εποχών του έτους. Κι αυτές οι αστρονομικές συναρτήσεις ρυθμίζουν την εναλλαγή των εποχών και την παραγωγικότητα της γης. Και καθορίζουν σε όλη την υφήλιο τις γεωργικές καλλιέργειες και άμεσα ή έμμεσα επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων συνολικά κι όχι μόνο το σύστημα χαιρετισμών.

Ας συγκρίνομε τις δύο επιλογές. Η πατροπαράδοτη, που βασίζεται στην επιστημονική γνώση, είναι διεθνής και εντάσσεται σε μια πλήρη και εσωτερικά συνεπή κοσμολογία. Η «μετανεωτερική» –να την πούμε έτσι–, της δεκαετίας του 1990, τί έχει να αντιπαραθέσει ως επιχείρημα; Το καταγέλαστο μεταφραστικό λάθος; ή ότι επιχειρεί να υποκαταστήσει –στο μυαλό των Ελλήνων ειδικά και όχι όλων των Ευρωπαίων– την αντικειμενική πραγματικότητα με την υποκειμενική κρίση; Εκτός κι αν πρέπει να την εξηγήσομε ως πράξη τιμωρητική και φρονηματιστική (για ποιο άραγε πλασματικό αδίκημα;) εις βάρος του ελληνικού λαού ως συνόλου! Κάτι μας θυμίζει αυτή η αντίληψη συλλογικής ευθύνης από τη σκοτεινή περίοδο της γερμανικής κατοχής.

― Υπάρχει στην προφορική μας παράδοση μια ειρωνική έκφραση, με τη φόρμα ερωταπόκρισης: «– Πετάει ο γάιδαρος; – Πετάει!» Το πρώτο σκέλος είναι φαινομενικά μια «ερώτηση γνώσεως». Στην πραγματικότητα όμως η ερωτηματική φόρμα εμπεριέχει μια ισχυρή δόση επιβολής, που θα πει ότι εδώ συλλειτουργεί η κατά Jakobson «αποπειρατική λειτουργία» («fοnctionconative»), που επιδιώκει να εκμαιεύσει καταφατική απάντηση. Αν ωστόσο λογαριάσομε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκμαίευση μιας καταφατικής απάντησης είναι σε κραυγαλέα αντίθετη προς την κοινή εμπειρία, φυσική και λογική, τότε η ερώτηση μετατρέπεται σ’ ένα είδος «τεστ» διανοητικής ικανότητας (αν μπορείς να ξεχωρίσεις το φυσιολογικό από το τερατώδες) ή ηθικής ποιότητας (αν φτάνεις στο σημείο να εξευτελιστείς, προκειμένου να επιβεβαιώσεις την άνευ όρων υποταγή σου στην έμμεση υπόδειξη του ερωτώντος). Μ’ αυτή τη δεύτερη εκδοχή συνδέεται η χρήση της έκφρασης (– Πετάει ο γάιδαρος; – Πετάει!), καθώς την επικαλούμαστε όταν θέλομε να στιγματίσομε τη δουλοπρεπή συμπεριφορά μερικών ανθρώπων. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για έναν κώδικα κοινωνικής αποδοκιμασίας του δουλικού ήθους, με βάση ένα διπλό κριτήριο: τη διάκριση μεταξύ φυσικού και αφύσικου, ηθικού και ανήθικου. Ώστε, το κλειδί για την ερμηνεία του κώδικα είναι το μέτρο που προσφέρει η εμπειρία της φύσης, η οποία συνιστά ουσιώδη παράμετρο της αντίληψης του λογικού και του αληθούς. Αυτό είναι που τροφοδοτεί την ειρωνική, κοροϊδευτική ή χλευαστική απόχρωση που δίνομε, κατά περίπτωση, με τον τόνο και τη χροιά της φωνής μας, στην παραπάνω διαλογική έκφραση.

Και προκειμένου για το «Πετάει ο γάιδαρος», θα μπορούσε κανείς, στο τέλος-τέλος, να το συγχωρήσει σ’ έναν ημιμαθή, ως αποτέλεσμα σύγχυσης ανάμεσα στο συμπαθές υποζύγιο, το γαϊδούρι, και στον μυθικό Πήγασο, το φτερωτό άλογο της αρχαίας μυθολογίας. Το «Καλησπέρα» όμως πώς να το συγχωρήσει κανείς, όταν αυτός που το ξεστομίζει βλέπει την ίδια εκείνη στιγμή τον ήλιο να μεσουρανεί. Πώς καταφέρνει να συνδέσει στο μυαλό του την άμεση εμπειρία του γύρω κόσμου με έναν ασύμβατο προς αυτήν χαιρετισμό, χωρίς να διαταραχθεί η ψυχοδιανοητική του ισορροπία;

ΕΔΩ ΑΚΡΙΒΩΣ βρίσκεται το «πρόβλημα». Αυτό που διακρίνει το επίμαχο «επιμορφωτικό» πρόγραμμα είναι ότι αγνοεί τα κριτήρια που ορίζουν τη λογική και την εσωτερική συνέπεια των αντίστοιχων πολιτισμικών κωδίκων: τη συνάρτηση του ανθρώπου με τη φύση και το σύμπαν. Ο τρόπος που ο ανθρώπινος εγκέφαλος οργανώνει και κατανοεί το φαινομενολογικό συνεχές είναι συνειρμικός, μέσω του συσχετισμού των στοιχείων του, στη βάση ομοιότητας –διαφοράς και ταυτότητας– αντίθεσης. Χάρη σ’ αυτό τον τρόπο αντίληψης οι γνωστικές κατακτήσεις και τα πάσης φύσεως δημιουργήματα του ανθρώπου βασίζονται σε δέσμες συναρτήσεων και συγκροτούν συστήματα σχέσεων· μ’ ένα λόγο, έχουν συστηματικό χαρακτήρα. Η μη συνάρτηση είναι ασύμβατη προς τη λειτουργία του εγκεφάλου κι αυτός είναι ο λόγος που η «ασυναρτησία» δεν παράγει κάποιου είδους πληροφορία ή γνώση. Ό,τι καταργεί τις αντικειμενικές και αναγνωρίσιμες συναρτήσεις, είναι ακατανόητο. Και στο πεδίο της φυσικής γλώσσας ακυρώνει τη βασική λειτουργία της ως οργάνου επικοινωνίας.

Ένα καλό παράδειγμα για τα φαινόμενα που μας ενδιαφέρουν μας προσφέρει η υπερρεαλιστική επανάσταση του 20ού αιώνα στην ποίηση και στις τέχνες. Προκειμένου να καταγγείλουν, στα χρόνια μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, τη χρεωκοπία του κυρίαρχου Δυτικού πολιτισμού, οι υπερρεαλιστές ανατρέπουν τους καθιερωμένους μηχανισμούς και κώδικες παραγωγής σημασίας, με στόχο να δημιουργήσουν έργα ερμητικά, δυσνόητα, που το σημασιακό σύστημα της γλώσσας (ή της τέχνης) δεν επαρκεί για την αποκωδικοποίησή τους. Η τεχνική της αυτόματης γραφής, λ.χ., δεν παράγει σημαινόμενα σε επίπεδο καταδήλωσης. Ωστόσο, πίσω από τη φαινομενικά μη-σημαίνουσα τέχνη υπάρχει, σε επίπεδο συνυποδήλωσης, ένα ηχηρό μήνυμα: «Αυτός είναι ο κόσμος που σας προσφέρει το κυρίαρχο σύστημα, στρεβλός, ασυνάρτητος, ακατανόητος: χρεωκοπημένος». Ανάμεσα στην ανατρεπτική υπερρεαλιστική τέχνη του Μεσοπολέμου και στο σημερινό υπό μελέτη φαινόμενο υφίσταται ένα είδος αντίστροφης αναλογίας. Η μεθοδολογία είναι ανάλογη: σκόπιμη αποδιοργάνωση του καθιερωμένου συστήματος σημασίας· αλλά η στόχευση είναι αντίθετη.Οι υπερρεαλιστές ποιητές και καλλιτέχνες επιδίωκαν, με μια «προσομοίωση» του προβλήματος στο καίριο πεδίο της γλωσσικής και εικαστικής επικοινωνίας, να αφυπνίσουν την κοινή γνώμη, ώστε να αντιδράσει στην ολέθρια παρέκκλιση του κυρίαρχου συστήματος. Το ερώτημα είναι τί επιδιώκουν οι όψιμοι «αποδομιστές» της εποχής μας. Καθώς δεν υπάρχει, όσο γνωρίζομε, σχετική επιχειρηματολογία (αιτιολογική έκθεση και σκοπιμότητα του υπό συζήτηση προγράμματος) από αρμόδιο δημόσιο φορέα, θα καταφύγομε σε υποθέσεις, τις οποίες τροφοδοτούν τα πραγματικά δεδομένα που έχομε στη διάθεσή μας. Το ένα είναι η άποψη που έχει παγιωθεί μεταξύ των χρηστών, ότι οι Έλληνες ως Ευρωπαίοι πλέον πολίτες ακολουθούν τον κοινό ευρωπαϊκό κώδικα χαιρετισμών. Ένας τέτοιος κώδικας όπως μας βεβαίωσαν οι ειδικοί Ευρωπαίοι συνάδελφοι, δεν υπάρχει. Τί πρέπει, λοιπόν, να υποθέσομε, ότι οι δημόσιοι φορείς που διακινούν το πρόγραμμα παραπλανούν συνειδητά τον ελληνικό λαό; και αν ναι, για ποιο λόγο, με ποιο σκοπό; Γνωρίζουν άραγε ότι έτσι διαρρηγνύεται η σχέση υποκειμενικής αντίληψης και αντικειμενικής πραγματικότητας, η μεταξύ τους φυσική και λογική συνάρτηση αναιρείται και υποκαθίσταται από την ασυναρτησία; Και ότι αυτό προκαλεί στον ανθρώπινο εγκέφαλο έναν επικίνδυνο ψυχοδιανοητικό διχασμό, που οδηγεί στον προθάλαμο της σχιζοφρένειας;

Ο χαιρετισμός «καλησπέρα» την ώρα που ο ήλιος μεσουρανεί συνδέει δυο ασύμβατα. Μ’ αυτό τον τρόπο εισάγει και επιχειρεί να επιβάλει πλαγίως πλην σαφώς έναν κώδικα που απορρίπτει εκ προοιμίου το κοινό κριτήριο αντικειμενικότητας, με το οποίο διακρίνομε το ορθό από το λάθος, το λογικό από το παράλογο. Κι έτσι αναιρεί τη δυνατότητα του διαλόγου ως μέσου συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, ως ατομικών και συλλογικών υποκειμένων και αποκλείει την υπέρβαση των μεταξύ τους αντιθέσεων. Και στη θέση τους τί βάζει; Το αδιέξοδο σλόγκαν: «ένα αφήγημα απέναντι σ’ ένα άλλο αφήγημα», «ο λόγος μου απέναντι στο λόγο σου»; που αρνείται το διάλογο και υπονομεύει τη δυνατότητα επικοινωνίας και συλλογικής δράσης!

Σ’ ΑΥΤΗ την ανατροπή των καθιερωμένων σημασιακών κωδίκων αναγνωρίζομε ένα γνωστό στην ιστορία του πολιτισμού φαινόμενο. Έχει διαπιστωθεί ότι σε περιόδους βίαιων κοινωνικών αλλαγών παρατηρείται μια άνωθεν καθοδηγούμενη έξαρση της σημειωτικής δραστηριότητας με στοχευμένους νεολογισμούς και ανασημασιοδοτήσεις σε όρους-κλειδιά, που μαρτυρεί ότι μεθοδεύεται η ανατροπή του τύπου της κουλτούρας. Αυτοί οι νεολογισμοί και ανασημασιοδοτήσεις επιλεγμένων εννοιών, οι οποίες αφορούν πολιτισμικές αξίες και θεσμούς μείζονος σημασίας, έχουν όλα τα συμπτώματα μιας πολιτισμικής ανατροπής, καθώς χρησιμοποιούνται συστηματικά και αθόρυβα ως εργαλεία μιας στρατηγικής μετάβασης σε μιαν άλλη, ανοίκεια τάξη πραγμάτων. Το ανάλογο φαινόμενο επανεμφανίζεται με επίταση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και αναπτύσσεται αλματικά ως τις μέρες μας. Και μας αναγκάζει να θυμηθούμε τα αυτονόητα. Η μητρική μας γλώσσα δεν είναι κάτι έξω από μας, που βρίσκεται κάπου αλλού, ας πούμε, στις βιβλιοθήκες, τα λεξικά ή τα συγγράμματα των γλωσσολόγων. Είμαστε εμείς οι ίδιοι, ο καθένας από μας, ο τρόπος που βλέπομε και καταλαβαίνομε τον κόσμο, που σκεφτόμαστε, που αισθανόμαστε, που επικοινωνούμε, που υπάρχομε. «Όπου γλώσσα πατρίς» (Οδυσσέας Ελύτης). Όπως είδαμε, χωρίς φυσική γλώσσα δεν δικαιούμαστε να υπάρχομε ως αυτόνομο εθνικό κράτος (3).

Δέκα τόσα χρόνια πριν εμφανιστεί επίσημα η λεγόμενη «Νέα Τάξη» με το μπαϊράκι του «γκλομπαλισμού» και της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, σε συνέντευξη που έδωσε μόλις είχε ανακοινωθεί ότι του απονέμεται το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (19 Οκτωβρίου 1979), απαντά στο ερώτημα του δημοσιογράφου, Τί είναι αυτό που τον ανησυχεί περισσότερο σήμερα:

― «Είναι η βαρβαρότητα. Την βλέπω να έρχεται μεταμφιεσμένη κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του».

Η προφητική ρήση του Ποιητή τα λέει όλα. Τί να προσθέσομε εμείς ύστερα απ’ αυτό Μόνο μια απλή επισήμανση. Κανείς δεν μπορεί να εξαφανίσει την ελληνική γλώσσα εκτός από τους ίδιους τους Έλληνες. Θα επιτρέψομε αυτό να συμβεί επί των ημερών μας; Θα δεχτούμε να φορτωθούμε τέτοιο συντριπτικό βάρος απέναντι στην Ιστορία;

Εμπιστευόμαστε την απάντηση αν όχι στον πατριωτισμό,
στη νοημοσύνη των Ελλήνων!

Παραπομπές

1) Συγκεκριμένα, 40 Σύνεδροι από Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, που αντιπροσώπευαν 15 χώρες: Αυστραλία, Βουλγαρία, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, ΗΠΑ, Ισπανία, Ιταλία, Καναδά, Ολλανδία, Ρουμανία, Ρωσία, Σερβία και Σουηδία.
2) Βλ. σχετικά Ερατ. Γ. Καψωμένος, «Το δημοσιογραφικό ιδίωμα και η κοινή νέα ελληνική. Προβλήματα γλώσσας και πολιτισμού», στον τόμο «Μ.Μ.Ε. και πολιτισμός». 3ο Συνέδριο Εταιρείας Παιδείας και Πολιτισμού «Εντελέχεια» – Εκπαιδευτήρια Γείτονα (Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, 19-21.9.2003), Επιμ. Λαοκράτης Βάσσης, Αθήνα, Εντελέχεια, 2004, σ. 225-235: 230-231.
3) Αυτό βολεύει –δε λέμε– το παλιό αγγλοαμερικάνικο σχέδιο Ελλάδα και Τουρκία να συγχωνευθούν σε ένα ενιαίο κράτος κι έτσι να λυθούν ως εκ θαύματος οι ελληνοτουρκικές διαφορές και να κλείσει το ρήγμα στη Ν.Α. πτέρυγα του ΝΑΤΟ, καθώς λένε. Τί σχέση να έχουν άραγε οι εκτεταμένες έρευνες στο DNA των Τούρκων πολιτών τα τελευταία χρόνια «από Κινέζους ερευνητές» (πρόσωπα εκτός πάσης υποψίας), που βγάζουν ότι οι Τούρκοι έχουν κατά 60% ελληνικό DNA (κι αυτό αναίμακτα, χωρίς να σπάσει κανένα κεφάλι!).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!