Έντονες διαμάχες πυροδότησε στη φετινή 76η Μπερλινάλε η δήλωση του Βιμ Βέντερς, Προέδρου της Κριτικής Επιτροπής, πως το «σινεμά δεν πρέπει να είναι πολιτικό», σε ερώτηση σχετικά με τη χρηματοδότηση του φεστιβάλ από τη γερμανική κυβέρνηση και τη στάση της απέναντι στο Ισραήλ. Η Διευθύντρια του Φεστιβάλ Τρίσια Τατλ, ευθυγραμμισμένη κι αυτή με τη θέση της Γερμανικής κυβέρνησης, διευκρίνισε πως η Μπερλινάλε δεν βγάζει επίσημη ανακοίνωση για τη Γάζα, λόγω της δέσμευσης του Γερμανικού κράτους για την ασφάλεια του Ισραήλ, μετά την ιστορική ευθύνη για το Ολοκαύτωμα, προκαλώντας  θύελλα αντιδράσεων με αποχωρήσεις, από ένα φεστιβάλ που μετά την αλλαγή διεύθυνσης έχει χάσει τον πολιτικό χαρακτήρα που κρατούσε άλλοτε.

Η προσκεκλημένη Ινδή συγγραφέας Αρουντάτι Ρόι αρνήθηκε να παραστεί, σχολιάζοντας «Είναι εξωφρενικό ν’ ακούς ότι η τέχνη δεν πρέπει να είναι πολιτική, κλείνοντας τη συζήτηση για ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας την ώρα που αυτό εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Η γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού συνεχίζεται στη Γάζα από το κράτος του Ισραήλ, που υποστηρίζεται και χρηματοδοτείται από κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Γερμανίας, καθώς και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συνένοχες στο έγκλημα…». Περισσότεροι από 80 άνθρωποι του κινηματογράφου, ανάμεσά τους οι Χαβιέ Μπαρδέμ, Αγγελική Παπούλια και Τίλντα Σουίντον, υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή προς την Μπερλινάλε, αποδοκιμάζοντας τον διαχωρισμό πολιτικής και κινηματογράφου και εξέφρασαν δυσαρέσκεια για τη «σιωπή» σχετικά με την Παλαιστίνη, ζητώντας από την κινηματογραφική βιομηχανία να αρνηθεί κάθε συνενοχή στη βία που συνεχίζεται εις βάρος των Παλαιστινίων.

Στην Τελετή Λήξης, Τατλ και Βέντερς παρέκαμψαν εντέχνως τη γενοκτονία στη Γάζα, προβάλλοντας την ενωτική δύναμη της γλώσσας του σινεμά και την ελευθερία έκφρασης που πριμοδοτεί το ιστορικό Φεστιβάλ Βερολίνου. Ωστόσο, μερικοί από τους βραβευμένους σκηνοθέτες αποτόλμησαν αιχμηρές δηλώσεις.

Από τις 22 ταινίες του Διαγωνιστικού, τη Χρυσή Αρκτο κέρδισε ο Τούρκος Ιλκέρ Τσατάκ για τα «Κίτρινα Γράμματα», ενώ την Αργυρή Αρκτο – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής κέρδισε ο επίσης Τούρκος Εμίν Αλπέρ για τη «Σωτηρία», ο οποίος μάλιστα δήλωσε «Προς τους Παλαιστίνιους στη Γάζα που ζουν και πεθαίνουν στις πιο φρικτές συνθήκες, δεν είστε μόνοι. Προς τους Ιρανούς που υποφέρουν από μια τυραννία, δεν είστε μόνοι. Προς τους Κούρδους στη Ροζάβα και τη Μέση Ανατολή που παλεύουν για τα δικαιώματά τους, δεν είστε μόνοι. Τέλος, προς τους δικούς μου ανθρώπους που βρίσκονται στη φυλακή, όπως ο Δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, δεν είστε μόνοι. Δεν θα είμαστε μόνοι

Στο τμήμα Perspectives προβλήθηκε η ταινία «Chronicles from the siege», του 37χρονου Σύριο-Παλαιστίνιου Αμπντάλαχ Αλκχατίμπ, μια συνταρακτική σπονδυλωτή ταινία για την ελπίδα επιβίωσης, στην παράνοια του πολέμου.

Οι πεινασμένοι κάτοικοι μιας απροσδιόριστης πολιορκημένης περιοχής –σαφής αναφορά στη Γάζα- επιχειρούν να επιβιώσουν ανάμεσα σε διαρκείς βομβαρδισμούς. Αναγκασμένοι να μετακινούνται εσωτερικά, γκρεμίζουν ενδιάμεσους τοίχους, αναζητώντας οτιδήποτε μπορεί να φαγωθεί ή να αποτελέσει καύσιμη ύλη. Μια παρέα νεαρών γκρεμίζει τον τοίχο ενός συνοικιακού βιντεοκλάμπ και βρίσκεται στο δίλημμα ποιες αγαπημένες ταινίες θα θυσιάσουν, για να μην ξεπαγιάσουν. Ένα νεαρό ζευγάρι επιχειρεί μια ιδιαίτερη ερωτική στιγμή, με επίγνωση πως μπορεί να είναι η τελευταία. Στο εφιαλτικό περιβάλλον ενός νοσοκομείου, ένας άντρας κουβαλάει στα χέρια την ετοιμόγεννη γυναίκα του τραυματισμένη. Τα αποθέματα αίματος δεν επαρκούν και δίνονται μακάβριες λύσεις.

Μετά την προβολή, ο σκηνοθέτης ανέφερε πως βασίστηκε σε δικές του πραγματικές εμπειρίες, επιλέγοντας μυθοπλαστική φόρμα, επειδή θεώρησε δυσκολότερο σ’ ένα ντοκιμαντέρ να θίξει θέματα-ταμπού της αντιφατικής οικειότητας της πολιορκίας. Τα γυρίσματα έγιναν στην Ιορδανία, με παναραβικό καστ από Παλαιστίνη, Ιορδανία και Αλγερία. Τέλος, επεσήμανε ότι χάνεται ηλικιακά η γενιά με τους επιζήσαντες της Νάκμπα, με συνέπεια να μην υπάρχουν άμεσοι μάρτυρες, για να αφηγούνται στις νεότερες γενιές. Μόλις ανακοινώθηκε στην Τελετή Λήξης πως η ταινία αυτή κέρδισε το μεγάλο βραβείο στο Τμήμα Perspectives, ο Αλκχατίμπ, γεμάτος καταγγελτική ορμή, κατηγόρησε τη γερμανική κυβέρνηση -παρότι πρόσφυγας ο ίδιος στη Γερμανία- ως συνεργό στη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα, προκαλώντας την αποχώρηση Γερμανού υπουργού και τόνισε, ότι δεν αποχώρησε από το Φεστιβάλ, για να δηλώσει πως «μια μέρα η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη και θα έχει το δικό της φεστιβάλ… βάζοντας την πολιτική πάνω από το σινεμά, την ελευθερία πάνω από την ομορφιά και τον άνθρωπο πάνω από την κουλτούρα».

Στο τμήμα Πανόραμα, το ιρανικό δράμα «Roya», της 51χρονης ακτιβίστριας Μαχνάζ Μοχαμαντί, με πρωταγωνίστρια την 40χρονη Τουρκάλα Μελίσα Σεζέν, επιχειρεί να μεταφέρει το ψυχολογικό τραύμα μιας νεαρής δασκάλας, της Ρόγια, μετά από άγρια βασανιστήρια και πολύμηνη φυλάκιση, με βάση τη δική της προσωπική εμπειρία. Ο τρόμος μεταδίδεται μέσω ήχου, πριν καν δούμε την εικόνα της κρατούμενης. Για τις στιγμές παραισθήσεων και απώλειας αίσθησης του χρόνου, μετά από βασανισμό, η σκηνοθέτρια χρησιμοποιεί τρεμόπαιγμα του φωτός -με λάμπες που αναβοσβήνουν- και ανετάριστη οπτική. Ο πανικός και το σοκ μεταφέρονται μέσα από κοφτά και κοντινά πλάνα σε ό,τι βλέπει η Ρόγια, υιοθετώντας υποκειμενική κάμερα, που εντείνει την κατάσταση αποπροσανατολισμού και κοντινά σε λεπτομέρειες. Το ηχητικό πεδίο διευρύνεται με τις αλαφιασμένες ανάσες της και τις κραυγές πόνου, καθώς και τα ουρλιαχτά άλλων κρατούμενων, αποκαλύπτοντας εκτός κάδρου εκτεταμένα βασανιστήρια. Η Ρόγια σ’ όλη την ταινία παραμένει βουβή, ενώ βλέπουμε πρώτη φορά το πρόσωπό της μόλις βρεθεί εκτός φυλακής, πηγαίνοντας στην κηδεία της αδερφής της, την οποία εκτέλεσαν, επειδή αναζητούσε επίμονα την αγνοούμενη Ρόγια. Οι στιγμές βίας που επανέρχονται στη μνήμη της προβάλλονται από διαφορετική οπτική γωνία, ώστε να απεικονιστεί η βαναυσότητα των ανακριτών, με γροθιές και κλωτσιές, για να υπογράψει δήλωση μετάνοιας. Το ανεξίτηλο τραύμα αποδίδεται με συμβολικές εικόνες που εισβάλλουν στην αφήγηση, αλλά και κρωξίματα από κοράκια, ήχο βημάτων και βόμβο, στο ηχητικό πεδίο, δημιουργώντας αίσθηση διαρκούς απειλής.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσίασε το αφιέρωμα «Retrospective: Lost in the 90s», στην κατάμεστη αίθουσα της Γερμανικής Ταινιοθήκης. Προβάλλοντας την αισθητική και τις εικόνες του πρόσφατου παρελθόντος της Γερμανίας, γίνεται εμφανές ότι το βάρος ρίχνεται στη νοσταλγία «μιας διχοτομημένης χώρας, που ελευθερώθηκε το ’89», αποσιωπώντας την εθνική ενοχή του Ολοκαυτώματος.

Ιδιαίτερα ξεχώρισε η μετα-σοσιαλιστική σάτιρα «Gorilla bathes at noon» (1993), του Ντούσαν Μακαβέγιεφ. Μετά την αποχώρηση του Κόκκινου Στρατού από την πρώην Ανατολική Γερμανία, ένας Ρώσος ταγματάρχης, πιστός στο σοσιαλιστικό όραμα, αρνείται να ενδώσει στον καπιταλισμό και περιπλανιέται στο Βερολίνο, με ανεξίτηλες στα όνειρά του τις σοφές συμβουλές του Λένιν. Σ’ ένα τραγελαφικό κινηματογραφικό αμάλγαμα, που συνδυάζει αρχειακό υλικό από την πτώση του Βερολίνου στον Β’ ΠΠ, πολεμικές σκηνές από φιλμ σταλινικής προπαγάνδας και εικόνες από τα απομεινάρια ενός Ανατολικού Βερολίνου που δεν υπάρχει πια, με τον πρωταγωνιστή να στέκεται μπροστά από τα γκράφιτι στο τείχος του Βερολίνου, όπως το περίφημο «φιλί της σοσιαλιστικής αδελφότητας», μεταξύ Μπρέζνιεφ και Χόνεκερ, του Ρώσου Ντμίτρι Βρούμπελ, συναρπάζουν τα πραγματικά πλάνα της καρατόμησης ενός τεράστιου αγάλματος του Λένιν, με τον πρωταγωνιστή στο τέλος, να συνοδεύει πάνω στο φορτηγό την κεφαλή τού αγάλματος. Στη συζήτηση που ακολούθησε, σε κλίμα διάχυτης συγκίνησης, 33 χρόνια μετά, ένας από τους Γερμανούς οπερατέρ της ταινίας, αυτός που τράβηξε τα πλάνα του αγάλματος, ανέφερε πως μια ομάδα πολιτικοποιημένων σκηνοθετών, ανάμεσά τους οι Μακαβέγιεφ και Γκοντάρ, σχεδίαζαν να κινηματογραφήσουν μια ταινία στο ανατολικό Βερολίνο, αλλά τους πρόλαβε η Πτώση του Τείχους. Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος ανέλαβε να κινηματογραφήσει τα πλάνα της αποκαθήλωσης του αγάλματος του Λένιν, το οποίο διαμελίστηκε σε 130 κομμάτια, με το κεφάλι για δεκαετίες θαμμένο στο χώμα, σε μια προσπάθεια καθολικής διαγραφής από τη μνήμη κάθε ανατολικογερμανικού στοιχείου, μετά την επανένωση, ώσπου ξεθάφτηκε πρόσφατα, βρίσκοντας τελικά τη θέση του σε μουσείο. Πλάνα που δεν χρησιμοποίησε ο Μακαβέγιεφ στην ταινία αυτή, αξιοποιήθηκαν αργότερα, στην ταινία «Αντίο Λένιν!» (2003/Βόλφγκανγκ Μπέκερ).

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!