Το πόρισμα της ειδικής επιτροπής διερεύνησης των αιτιών του πολύωρου μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών στις 4 Ιανουαρίου αποδίδει το πρόβλημα σε «ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε από τον αποσυντονισμό πλειάδας διατάξεων και διεπαφών, με αποτέλεσμα τη διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων. Βασική αιτία, η χρήση παρωχημένων συστημάτων, τα οποία έχουν πάψει να υποστηρίζονται από τον κατασκευαστή τους. Για τη συγκεκριμένη κατάσταση φαίνεται πως ο ΟΤΕ είχε ενημερώσει τους αρμόδιους φορείς ήδη από το 2019, χωρίς όμως έκτοτε να γίνει καμία κίνηση για την αντικατάστασή τους. Επιπλέον, η κατάσταση άργησε να γίνει αντιληπτή, καθώς δεν υπάρχουν αρχεία καταγραφής λειτουργίας και σφαλμάτων (!). Παράλληλα, ο «θόρυβος» αυτός προέκυψε από πομπούς που βρίσκονται σε μη επανδρωμένους σταθμούς σε όλη την επικράτεια, για τους οποίους η ΥΠΑ δεν διαθέτει τα απαραίτητα συστήματα ώστε να μπορεί, σε εύλογο χρονικό διάστημα, να εκτιμήσει ή να προλάβει οποιοδήποτε πρόβλημα ενδέχεται να προκύψει. Τέλος, προβλήματα φαίνεται να υπήρξαν και στον συντονισμό του ΟΤΕ με την ΥΠΑ κατά τη διαδικασία αντιμετώπισης του συμβάντος, ενώ από τη διερεύνηση δεν προκύπτει ότι το περιστατικό οφείλεται σε εξωτερική ή κακόβουλη ενέργεια.
Με λίγα λόγια, η κατάσταση θυμίζει Τέμπη: Απαρχαιωμένα συστήματα (για τα οποία εγκαίρως προειδοποιούσαν οι εργαζόμενοι), τα οποία θα έπρεπε να έχουν αντικατασταθεί εδώ και χρόνια, με κονδύλια που υπήρχαν θεωρητικά, αλλά δεν δρομολογήθηκαν ποτέ. Ευτυχώς, είτε λόγω της σωστής εφαρμογής των πρωτοκόλλων κρίσης είτε και λόγω τύχης, δεν υπήρξε κάποιο δυστύχημα. Αυτό όμως δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση ούτε τις ευθύνες (αντικατάσταση συστημάτων, προσλήψεις) που προκύπτουν από αυτή την κατάσταση ούτε και τους κινδύνους που συνεπάγεται, ειδικά σε μια χώρα που κάθε Σεπτέμβρη καυχιέται για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που την επισκέπτονται. Πέραν όμως των ευθυνών, τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς διασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία του FIR Αθηνών από τις 4 Ιανουαρίου και έπειτα, δεδομένου ότι η «λύση» του προβλήματος επιτεύχθηκε απλώς μέσω επανεκκίνησης και επανασυγχρονισμού των ίδιων αυτών συστημάτων; Είναι ασφαλές να λειτουργεί το FIR έτσι ή διακινδυνεύουμε ένα ακόμη τραγικό δυστύχημα; Και, από τη στιγμή που είναι ευρέως γνωστό ότι χρησιμοποιούνται συστήματα που δεν υποστηρίζονται πλέον, ποιος εγγυάται την ασφάλειά τους απέναντι σε μελλοντικές κακόβουλες ενέργειες; Θα μπορούσε μια τέτοια ενέργεια να επηρεάσει και την Πολεμική Αεροπορία, την εθνική μας ασφάλεια και την άσκηση κυριαρχίας στο FIR Αθηνών; Τα παραπάνω μόνο απίθανα δεν είναι, δεδομένης της κατάστασης της χώρας και της περιόδου στην οποία ζούμε.
Είναι προφανές ότι, από τη στιγμή που τα παραπάνω ερωτήματα καθίστανται εύλογα, η παραίτηση του διοικητή της ΥΠΑ, Γ. Σαουνάτσου, δεν αρκεί επ’ ουδενί. Οφείλει να δώσει άμεσα εξηγήσεις και ο Χ. Δήμας, υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, ώστε να διαπιστωθούν και οι ενδεχόμενες ‒ακόμη και ποινικές‒ ευθύνες του για την κατάσταση αυτή.






































































