Δεν είναι μόνο η κρίση γύρω από το καλώδιο, που θα διασύνδεει ηλεκτρικά την Ελλάδα και την Κύπρο. Είναι ευρύτερα η εν γένει συμπεριφορά του αθηναϊκού κράτους έναντι της μεγαλονήσου. Είναι η μόνιμη στάση της ελλαδικής ελίτ έναντι του κυπριακού Ελληνισμού. Σήμερα είναι το καλώδιο, τις προάλλες ήταν κάτι άλλο, που επιβεβαιώνει συνεχώς το δόγμα ότι «η Κύπρος κείται μακράν». Αυτή η ιστορική αναφορά του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τον Αύγουστο του 1974, την ώρα που οι Τούρκοι προέλαυναν στην Κύπρο καταλαμβάνοντας εδάφη, δεν ήταν αποτέλεσμα των δεδομένων, της ιστορικής συγκυρίας. Ήταν δόγμα που ακολουθεί έκτοτε τις πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων της δεξιάς έναντι του Ελληνισμού στην Κύπρο.

Το θέμα με το καλώδιο, την Ηλεκτρική Διασύνδεση Κύπρου-Κρήτης, προέκυψε για τον προφανή λόγο ότι το όλο έργο, που ειρήσθω εν παρόδω χρηματοδοτείται μερικώς από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω φοβικού συνδρόμου, που κυριαρχεί στην Αθήνα σε σχέση με τη διαχείριση θεμάτων στα οποία εμπλέκεται διά της βίας η Άγκυρα.

«Χάσαμε» την Κάσο

Στην προκειμένη περίπτωση: Η Αθήνα δεν μπορεί να διασφαλίσει ότι το ιταλικό ερευνητικό σκάφος θα προχωρήσει σε βυθοσκόπηση και στη συνέχεια στην πόντιση του καλωδίου επειδή αντιδρά η Άγκυρα. Η πρώτη πρόβα, που ήταν προειδοποιητική, έγινε στην Κάσο. Η κατοχική Τουρκία στις 22 Ιουλίου 2024, ημέρα Δευτέρα, με πέντε πλοία του πολεμικού ναυτικού επέδραμε στη θαλάσσια περιοχή της Κάσου σταματώντας εν πολλοίς τις έρευνες του υπό ιταλική σημαία ερευνητικού πλοίου «Ievoli Relume». Η Τουρκία έστειλε με αυτό τον τρόπο το μήνυμα πως «χωρίς την άδειά της», έρευνες δεν θα μπορούσαν να γίνουν. Και έκτοτε δεν έγιναν.

Κατά τα άλλα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πιέζει τη Λευκωσία να ξεκαθαρίσει «τι ακριβώς θέλει». Κατά πόσο θέλει να συνεχίσει να εμπλέκεται στο έργο, καλώντας την να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Δηλαδή, να δώσει, με βάση το συμβόλαιο, τη δόση των 25 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτό μπορεί να γίνει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2025, αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιέζει την κυπριακή πλευρά «να ξεκαθαρίσει τώρα». Να δηλώσει κατά πόσο, όπως συναφώς αναφέρει, θέλει η Λευκωσία να προχωρήσει το έργο. Κι αυτά, την ώρα κατά την οποία ο ίδιος δεν εκπληρώνει μια υποχρέωση που ανέλαβε να υλοποιήσει, επειδή φοβάται την Τουρκία. Είναι σαφές, με τα όσα παρακολουθούμε, ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναζητεί τρόπο να μην κάνει τις έρευνες, φοβούμενη την τουρκική αντίδραση. Ενόψει τούτου επιχειρεί να φορτώσει το αδιέξοδο και τυχόν κατάρρευση του έργου στην Κύπρο. Το είπε και το ξαναείπε στη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης. Έκανε έκκληση στην «αδελφή Κύπρο», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, να τοποθετηθεί σε σχέση με το έργο αυτό. Υπενθυμίζεται ότι και την περασμένη Τετάρτη, ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε σε συνέντευξή του (ΑΝΤ1) ότι «νομίζω ότι όλοι αναγνωρίζουν ότι είναι ένα έργο το οποίο είναι απολύτως κρίσιμο για την Κύπρο, όχι τόσο για την Ελλάδα, και το οποίο εμείς θέλουμε να στηρίξουμε για λόγους γεωπολιτικούς και για να βοηθήσουμε την Κύπρο. Αλλά, ξέρετε, όταν κάποιος κάνει κινήσεις και η εξωτερική πολιτική κάνει κινήσεις, είναι λογικό να υπάρχουν ενίοτε και κάποιες αντιδράσεις». Στον ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν τόσο ο υπουργός Εξωτερικών, Γεραπετρίτης, όσο και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Μαρινάκης.

Το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να συντηρήσει για μέρες το θέμα, φαίνεται να συνδέεται και με το εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι. Όταν, για παράδειγμα, συζητείται το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, η τακτική του αποπροσανατολισμού είναι προσφιλής. Και βρέθηκε το καλώδιο και η Κύπρος, που «δεν ξεκαθαρίζει».

Η μεγάλη εικόνα

Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται στη μεγάλη εικόνα. Θα γίνει ή όχι το έργο; Είναι βιώσιμο; Ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, έθεσε κάποιους προβληματισμούς σε σχέση με τη βιωσιμότητα του έργου. Πρωτίστως ζητά διευκρινίσεις ως προς το πώς θα προχωρήσει το έργο, ζητώντας χρονοδιάγραμμα. Να απαντήσουν οι διαχειριστές πότε υπολογίζουν να ολοκληρωθεί. Παράλληλα πρέπει να αναφερθεί κατά πόσο βρέθηκαν επενδυτές. Γιατί το έργο θα στοιχίσει 1,9 δισ. ευρώ (ίσως και περισσότερα στην πορεία). Τα μισά από αυτά θα πρέπει να βρεθούν από επενδυτές. Κι αν δεν βρεθούν, που είναι πολύ πιθανόν, μετά και τις παλινδρομήσεις που σημειώνονται, ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό; Σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με τον Κύπριο υπουργό Οικονομικών, η Κύπρος θα μπει σε μνημόνιο! Σημειώνεται ότι στον αρχικό σχεδιασμό –και δεν φαίνεται να υπάρχει αλλαγή– στο έργο εμπλέκεται και το Ισραήλ. Δηλαδή, όταν ολοκληρωθεί η διασύνδεση Κρήτης-Κύπρου, θα συνεχισθεί η διά του καλωδίου σύνδεση και με το Ισραήλ. Τούτο, όμως, δεν είναι του παρόντος, ενώ στην εξίσωση μπαίνει ενίοτε και η Αίγυπτος.

Ένα άλλο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι τι έχουν συζητήσει οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδος και Τουρκίας, Γεώργιος Γεραπετρίτης και Χακάν Φιντάν, για το θέμα. Επίσης, τι προτίθεται να κουβεντιάσει ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στη Νέα Υόρκη.

Είναι σαφές πως η κατοχική Τουρκία παρακολουθεί τα όσα διαδραματίζονται αναφορικά με το καλώδιο διασύνδεσης. Παρακολουθεί και τα όσα διαμείβονται μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδος και Κύπρου. Γνωρίζουν στην Άγκυρα ότι η τακτική του εκφοβισμού πιάνει τόπο. Ο τσαμπουκάς που επιδεικνύει έχει εξαναγκάσει την ελλαδική πλευρά να παγώσει τις έρευνες. Και μέσα από αυτό, τελικά επέβαλε όχι μόνο η Κύπρος να βρίσκεται μακριά, αλλά και η Κάσος να κείται μακράν!

Είναι προφανές πως η Τουρκία αποθρασύνεται όσο η ελλαδική πλευρά δείχνει να φοβάται και να προσαρμόζεται. Δεν κάνει βήμα και παγώνει τους σχεδιασμούς. Και ενόψει τούτου, είναι προφανές ότι εάν δεν επιδείξει αποφασιστικότητα η Αθήνα έναντι της Άγκυρας, τότε το έργο θα μείνει στο ράφι.


Συντήρηση συναντήσεων μέχρι νεωτέρας

Η επίσκεψη τις προηγούμενες ημέρες της Προσωπικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Μαρίας Άνχελ Ολγκίν, δεν άλλαξε, όπως αναμενόταν άλλωστε, τα δεδομένα στο Κυπριακό. Η επίσκεψη, ωστόσο, έγινε για να αποτελέσει γέφυρα για τη συνάντηση του γ.γ., Αντόνιο Γκουτέρες, με τον πρόεδρο Χριστοδουλίδη και τον κατοχικό ηγέτη, Ερσίν Τατάρ, στις 27 Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Μια συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί τρεις εβδομάδες πριν τις λεγόμενες εκλογές στα κατεχόμενα, που χρονικά τοποθετούνται στις 19 Οκτωβρίου, και ως εκ τούτου σε «προεκλογική περίοδο». Στα Ηνωμένα Έθνη, όπως κι άλλοι εντός και εκτός Κύπρου, δηλώνουν πως αναμένουν να χάσει ο Τατάρ, να κερδίσει ο Ερχουρμάν και να αλλάξει η κατάσταση στο Κυπριακό. Όλους αυτούς τους έχει προσγειώσει ο Ερντογάν, ο οποίος δήλωσε ευθέως ότι δεν πρόκειται να αλλάξει οτιδήποτε. Δήλωσε πως «θεωρούμε ως δικά μας δικαιώματα και συμφέροντα τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της “ΤΔΒΚ”. Δεν επιτρέπουμε να απλωθεί χέρι σε αυτά. Η Τουρκία διαθέτει εγγυητικά δικαιώματα νομίμως στη βάση του διεθνούς δικαίου και στις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών. Όποιο κόμμα και αν έρθει στην εξουσία, αυτά τα δικαιώματα διασφαλίζουν εγγύηση στην ύπαρξη της ”ΤΔΒΚ” και στις ζώνες θαλάσσιας αρμοδιότητάς της στην Ανατολική Μεσόγειο…». Συνεπώς, είτε ο Ερσίν Τατάρ επιλεγεί μέσα από τη διαδικασία της ψηφοφορίας είτε ο «προοδευτικός» Τουφάν Ερχουρμάν, κουμάντο θα κάνει, όπως πάντα άλλωστε, η Άγκυρα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!