Εισαγωγική διευκρίνιση
Καταρχήν εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου σε όλες και σε όλους Καλή Χρονιά, ό,τι καλύτερο σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, καθώς και αντάμωση σε σημαντικά συλλογικά εγχειρήματα, που τόσο έχουμε ανάγκη.
Προτίθεμαι, αν οι εξελίξεις δεν το αποτρέψουν, να γράψω 4 σημειώματα που αφορούν τη σημερινή πολιτική και κοινωνική συγκυρία στη χώρα μας, αφού το 2026 θα είναι χρόνος εξελίξεων (εσωτερικά αλλά και περιφερειακά, καθώς κυοφορούνται έντονα γεωπολιτικοί σχεδιασμοί και προωθήσεις), όπως και χρόνος πολιτικών ανακατατάξεων, προεκλογικός και πιθανότατα εκλογικών αναμετρήσεων. Μετά το σημερινό σημείωμα, η συνέχεια θα περιλαμβάνει: «Ο “διαδρομισμός” στη σημερινή πολιτική σκηνή»∙ «Η διαφορά ανάμεσα σε Κίνημα και Κόμμα στις σημερινές συνθήκες»∙ «Η δημοκρατία και το πολιτειακό ζήτημα στην Ελλάδα του 2026».
Και τα 4 σημειώματα επεξεργάζονται το άκρως επίκαιρο ζήτημα της κοινωνικής διαθεσιμότητας όπως αυτό διαμορφώνεται στο σημερινό πλαίσιο, την ανάγκη απάντησης στο αίτημα να δημιουργηθεί ένα συλλογικό «Εμείς». Εν ολίγοις, στις σύγχρονες ελλαδικές συνθήκες, τη διαδικασία υποκειμενοποίησης. Ελπίζω κάτι να καταφέρω διερευνώντας αυτές τις πλευρές. Τέλος, να προσθέσω ότι το κείμενο δεν γράφεται από κομματική σκοπιά, ούτε απευθύνεται σε κλειστά πολιτικά ακροατήρια. Επιχειρεί να κατανοήσει μια κοινωνική και ιστορική διεργασία που διαπερνά ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, πέρα από τις καθιερωμένες ιδεολογικές γραμμές.
Γιατί ξεκινάμε από τον ριζοσπαστισμό
Αρχικά, ας αναφερθούμε στον ριζοσπαστισμό γενικά, και στη συνέχεια ας τον δούμε στις ελλαδικές ιστορικές και σύγχρονες διαστάσεις του.
Η έννοια του ριζοσπαστισμού επικεντρώνεται κυρίως στα εποικοδομήματα, στις ιδέες και τους συμβολισμούς των λαϊκών στρωμάτων, και περιγράφει έναν ιδιαίτερο τύπο κινητοποίησης και εμπλοκής τους στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Ο λαός μπορεί βέβαια να υπάρχει και σε πιο κανονικές, συνηθισμένες συνθήκες, και να εκφράζεται μέσα από πιο σταθερές μορφές συσπείρωσης και πάλης (συνδικάτα, κόμματα, ενώσεις, συλλογικότητες, κινήματα).
Τι μπορούμε να λογαριάσουμε ως εποικοδομήματα των υποτελών ή των υπάλληλων τάξεων και στρωμάτων; Ή (για μια εθνικά εξαρτημένη χώρα) ως εθνικά-κοινωνικά εποικοδομήματα του λαού; Οι άνθρωποι μετέχουν στο κοινωνικό βίο και στην πολιτική διαπάλη μέσω ιδεολογικών σχημάτων και αναπαραστάσεων, μέσα από το ιδεολογικό στοιχείο. Τα ιδεολογικά και συμβολικά στοιχεία παίζουν σημαντικό ρόλο, και με κάποιον τρόπο αποτυπώνονται στις συνειδήσεις και την πνευματικότητα διαφόρων στρωμάτων και τάξεων που μετέχουν στην πολιτική διαπάλη, στην ταξική πάλη και στις μεγάλες στιγμές ενός έθνους (απελευθερωτικοί αγώνες, επαναστάσεις, απόκρουση εισβολέων κ.λπ.).
Τα ιδεολογικά εποικοδομήματα ενός λαού δεν είναι ακόμα ταξική συνείδηση, απέχουν από αυτή τη βαθμίδα. Στην αρχή μπορεί να είναι κατακερματισμένα με βάση γεωγραφικούς όρους, μπορεί να είναι αδύναμα, ή και συσπειρωμένα γύρω από δυνάμεις της αριστεράς ή άλλων κομμάτων. Μπορεί να υπάρχουν με «συνηθισμένο» τρόπο και εντός της κανονικότητας που απορρέει από τον παγιωμένο συσχετισμό δυνάμεων. Κάποιες στιγμές όμως η «κανονικότητα» του χτες διαρρηγνύεται έντονα και ξαφνικά, π.χ. όταν προβάλλει μια μεγάλη καταστροφή ή αλλαγή προς το χειρότερο (κρίση, χρεοκοπία, πόλεμος, μνημόνια, Τέμπη κ.λπ.). Τότε ενεργοποιούνται ή ανασύρονται δυνάμεις, ιδέες, σύμβολα, παρεμφερείς καταστάσεις από το παρελθόν, κι όλα αυτά ενώνονται (μέσα σε διαπάλη) με τα μεγάλα διακυβεύματα κάθε ιστορικής περιόδου. Δηλαδή τροποποιούνται, ανασυντίθεται.
Ο ρόλος της μνήμης και η αφύπνιση
Συμβαίνει επίσης πολλά στοιχεία παλιότερων ιστορικών συμβάντων να ξαναεμφανίζονται για να περιγράψουν μια σύγχρονη κατάσταση. Αυτό το είδαμε έντονα και στην περίοδο των Μνημονίων, όπου έγινε ευρύτατα λόγος για «κατοχή», για «μέτωπο (ΕΑΜ)», για «γερμανοτσολιάδες» κ.ά. Η μνήμη παίζει ενεργό ρόλο, και από αυτήν αντλείται δύναμη για να αντιμετωπιστεί μια καινούργια κατάσταση. Οι παλιότεροι αγώνες, τα σύμβολα, οι προσωπικότητες που σφράγισαν περασμένες εποχές, επανέρχονται με ορμή και παίρνουν μια νέα θέση στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ανακαλούνται τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο, και αυτό είναι ένα στοιχείο της υποκειμενοποιητικής διαδικασίας που συμβαίνει σχεδόν αυθόρμητα.
Ο ριζοσπαστισμός λοιπόν σαν ιδεολογικό και πάντα πραγματικό στοιχείο, όταν εκδηλώνεται, συμπυκνώνει στοιχεία του παρελθόντος μαζί με αυτά του παρόντος, και τα μετατρέπει σε δύναμη για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων μεγάλων ζητημάτων. Αποτελεί έκφραση της συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων –ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, με πλούσιο αντιστασιακό παρελθόν και αγώνες– και θέτει όλα τα επίκαιρα ζητήματα με μια ιδιαίτερη έμφαση και τρόπο. Είναι ορμητικός στην έκφρασή του, συμπυκνώνει στοιχεία εθνικά και κοινωνικά με ζωηράδα και ένταση, θέτει αιτήματα ρηξικέλευθα, εντοπίζει τις ρίζες και τις πηγές των προβλημάτων, απαιτεί άμεση και ριζική επίλυση των κεντρικών ζητημάτων.
Όταν κάνουμε λόγο για ριζοσπαστισμό μιλάμε για μια διαδικασία που περιλαμβάνει αφύπνιση, μεταστροφή της σκέψης, ελπίδα για αλλαγή, κίνηση, δράση, λόγο. Ο ορμητικός χαρακτήρας συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι χρειάζονται βαθύτερες και ουσιαστικότερες λύσεις και, αντικειμενικά, διαρρηγνύει δεσμούς με πλευρές του συστήματος (π.χ. τα κόμματα) στα πλαίσια μιας ευρύτερης κρίσης.
Σαν γνήσιο λαϊκό ρεύμα έχει πολλά πρόσωπα, είναι ετερογενές, χαοτικό κάποιες στιγμές, πολύ δυναμικό. Θέλει αλλαγές εδώ και τώρα, ενοποιείται γύρω από μείζονα ζητήματα, εκφράζεται με πληβείο τρόπο και όχι μέσα από τον πολιτικό καθωσπρεπισμό, ανασύρει συνθήματα, μορφές αγωνιστών του παρελθόντος, αποστρέφεται το πολιτικό σύστημα όπως αυτό υπάρχει. Η εμφάνιση του ριζοσπαστισμού προκαλεί μεγάλη αύξηση του δυναμικού που είναι διαθέσιμο να κινηθεί διαφορετικά, που είναι ανοιχτό σε νέες και πιο προχωρημένες ιδέες και μορφές δράσης. Συνήθως στα πλαίσιά του αναδύονται νέες μορφές αγώνα.
Ο ριζοσπαστισμός στην Ελλάδα
Στις κορυφαίες εκδηλώσεις του στη χώρα μας, το 1974-76 και το 2010-15 (και σε άλλο μέτρο το 1981), ο ριζοσπαστισμός έδειξε ότι συνδέει την επίλυση των μεγάλων προβλημάτων της χώρας με την εξάρτηση, τον ρόλο των μεγάλων δυνάμεων, το πολιτικό σύστημα, τα ΜΜΕ, την καταστολή. Στην πρόσφατη αντιμνημονιακή περίοδο ένοιωσε ότι είχαμε μια μεγάλη και βαθιά αλλαγή καθεστώτος, έκανε λόγο για Χούντα που δεν τελείωσε, για νέα κατοχή, για ανάγκη ενός μεγάλου Μετώπου, για ανεξαρτησία και πραγματική Δημοκρατία, για τιμωρία όλων των υπεύθυνων της Χρεοκοπίας. Κατήγγειλε τη Γερμανική Ευρώπη και τους εκβιασμούς της ευρωκρατίας, μίλησε για την πατρίδα και για την ιστορία του τόπου, αγκάλιασε την ιδέα της παραγωγικής ανασυγκρότησης και την αλληλεγγύη, γέμισε Πλατείες, γκρέμισε τον δικομματισμό.
Ο ριζοσπαστισμός είναι συχνά πιο μπροστά από την υπαρκτή αριστερά, αναδεικνύοντας μέσα από την κίνησή του πολύ πιο ουσιαστικά και προωθημένα ζητήματα. Συνενώνει μεγάλα τμήματα του λαού που είχαν διαφορετικές πορείες στη «συνηθισμένη» κατάσταση, προκαλεί μια μεγάλη ιδεολογική μεταστροφή και στάση απέναντι στα κύρια προβλήματα, επηρεάζει την πολιτική ζωή και ψάχνει εναγωνίως για μια άμεση λύση. Δεν έχει μεγάλη διάρκεια, αλλά σημαδεύει έντονα την κοινωνία και την πολιτική ζωή, συμπαρασύρει και γκρεμίζει πολλά στον ρου του, και πολλές φορές –όταν δεν πετυχαίνει άμεσα τους στόχους του– υποστρέφει και «επενδύει» δια της ανάθεσης σε κάποιον πολιτικό χώρο. Τόσο το ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας 1970 – αρχές του ’80, όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ του 2012-15, αποτελούν τέτοιες εκφράσεις υποστροφής και ανάθεσης. Χωρίς τον ριζοσπαστισμό, χωρίς την ανάθεση που αυτός έκανε, ούτε το 48% του ΠΑΣΟΚ το 1981 μπορεί να εξηγηθεί, ούτε η «πρώτη φορά Αριστερά» έστω τους πρώτους 6 μήνες της διαπραγμάτευσης και του Δημοψηφίσματος μπορεί να ερμηνευτεί.
Ο λαϊκός ριζοσπαστισμός στη χώρα μας έχει έντονα δημοκρατικά χαρακτηριστικά και εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από τους μεγάλους αγώνες που έδωσε ο ελληνικός λαός: την Επανάσταση του 1821, τους αγώνες αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού και τους Βαλκανικούς πολέμους, την εχθρότητα προς το Παλάτι, το Αλβανικό Έπος, την αντίσταση του ΕΑΜ απέναντι στην τριπλή κατοχή, τους αγώνες ενάντια στο μετεμφυλιακό κράτος, για Δημοκρατία και Ανεξαρτησία, το 114 και το 15% για την παιδεία, τα Ιουλιανά το 1965, την αντίσταση στη Χούντα και το Πολυτεχνείο, τους αγώνες για το Κυπριακό. Από όλους αυτούς τους αγώνες ξεχωρίζει ορόσημα, ήρωες και προσωπικότητες, σύμβολα και συνθήματα.
Το «αντιστασιακό έθνος» έχει τα εποικοδομήματά του, τα οποία όμως δεν έχουν μια σταθερότητα. Υποχωρούν για μεγάλα διαστήματα, αλλά δεν εξαφανίζονται, επειδή είναι υπαρκτά. Σε δεδομένες στιγμές ξαναβγαίνουν ορμητικά στην επιφάνεια. Σχεδόν πάντα ένα γνήσιο λαϊκό ξέσπασμα αναζητά στο παρελθόν μορφές, σύμβολα, ομοιότητες, ονομασίες, συνθήματα. Ταυτόχρονα, με την κίνησή του γεννά νέες μορφές και νέα πρότυπα. Στις πρόσφατες μεγάλες εκδηλώσεις του λαϊκού ριζοσπαστισμού (1974-76, 1981, 2010-15), αυτός απόκτησε ένα ισχυρό λαϊκό, προοδευτικό, γενικά αριστερό, αντιφασιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, δημοκρατικό πρόσημο. Δεν ήταν όμως τμήμα ενός οργανωμένου λαϊκού παράγοντα με ρίζες και γείωση σε πόλεις, ύπαιθρο, γειτονιές, χώρους δουλειάς, νεολαία, εκπαίδευση, επιστημονικούς χώρους, διανόηση. Εμφανίζεται δε με τη μορφή που περιγράψαμε, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει οργανωμένος και ισχυρός λαϊκός παράγοντας. Υπογραμμίζει έτσι και πόσο είναι δυνατόν να υπάρξει ένας άλλος συσχετισμός, και πόσο πίσω από αυτήν την ανάγκη βρίσκονται οι πολιτικοί φορείς, ειδικά της αριστεράς.
Τον ριζοσπαστισμό μπορούν να τον εκφράσουν –όχι συνολικά αλλά μέρος του– και δεξιές, ακροδεξιές ή και φασιστικές δυνάμεις. Το φαινόμενο της μαζικοποίησης της Χρυσής Αυγής δεν ήταν άσχετο από τη ριζοσπαστικοποίηση. Το ειδικό περιεχόμενο που παίρνει σε τέτοιες περιπτώσεις καθιστά ορισμένα τμήματα επιθετικά, ρατσιστικά, φασιστικά, που επιδιώκουν να κυριαρχήσουν σε κοινωνικούς χώρους.
Ανακεφαλαιώνοντας, ο ριζοσπαστισμός εμφανίζεται ορμητικά και έχει ορμητικό χαρακτήρα· θέτει κεντρικά, ουσιαστικά ζητήματα· συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι χρειάζονται βαθύτερες λύσεις. Αυτά τα χαρακτηριστικά τον καθιστούν σημαντικό, πολυδύναμο, άκρως ενεργητικό, δυνάμει υποκείμενο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής (όσο διαρκέσει), και επιθετικό απέναντι στο υπάρχον σύστημα, αφού ζητά ριζικές αλλαγές του.
Ο λαϊκός ριζοσπαστισμός μετά το 2015…
Δεν είναι δυνατό στα πλαίσια ενός σημειώματος να εξετάσουμε επισταμένα την εξέλιξη του ριζοσπαστισμού την τελευταία δεκαετία. Μπορούμε όμως να τονίσουμε ορισμένα ιδιαίτερα στοιχεία.
Υπήρξε μια ήττα του αντιμνημονιακού κινήματος και ένα απότομο γκρέμισμα της ελπίδας που είχε δημιουργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Η καταπάτηση της λαϊκής ετυμηγορίας του «ΟΧΙ» το καλοκαίρι του 2015 και η ψήφιση του 3ου Μνημονίου επέδρασε σαν το «δόγμα-σοκ» που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στη διάθεση και τη συνείδηση του λαϊκού παράγοντα. Η υποστροφή του ριζοσπαστισμού εκφράστηκε με μια μεγάλη αναδίπλωση και υποχώρηση, με μια ευρείας κλίμακας σύγχυση και απόσυρση από τον πολιτικό στίβο. Παράλληλα όμως η ανυποληψία ολόκληρου πλέον του πολιτικού συστήματος που ψήφισε, εφάρμοσε, νομιμοποίησε το 3ο Μνημόνιο (και στη συνέχεια η διάδοση του μεγαλύτερου ψέματος ολόκληρης της Μεταπολίτευσης, ότι τάχα «βγήκαμε από τα Μνημόνια» το 2018 και σώθηκε η Ελλάδα), αντικειμενικά βάθυνε την αποξένωση του λαού από το πολιτικό σύστημα. Και δημιούργησε ένα υπόστρωμα ώστε να εκφραστεί σε μεγαλύτερες και βαθύτερες διαστάσεις η κρίση αντιπροσώπευσης και νομιμοποίησης ολόκληρου του πολιτικού συστήματος που διαπερνά τη σημερινή Ελλάδα.
Σε αυτό το αποτέλεσμα συνεπικούρησαν και άλλες διαδικασίες που σημάδεψαν τη δεκαετία 2015-2025. Από τη μια είχαμε το πέρασμα στην εποχή της γεωπολιτικής, της κρίσης της παγκοσμιοποίησης, της ανάδυσης νέων μεγάλων δυνάμεων. Είχαμε την προβολή του κρατικοκαπιταλιστικού μοντέλου ως αποτελεσματικότερου απέναντι στη «διεθνή των αγορών», την ενδυνάμωση τάσεων προστατευτισμού, και φυσικά μια τεράστια κρίση στο εσωτερικό της Ευρώπης (Ε.Ε.) με ειδικό πρόσημο τη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στη «γυμνή μετάβαση». Η πανδημία και ο χειρισμός της επέτειναν τη δυσπιστία και προς την επίσημη επιστήμη και την ευγονική∙ η woke κουλτούρα μπήκε σε μεγάλη αμφισβήτηση∙ η αναζήτηση ταυτότητας και η ανάδειξη ακροδεξιών ή τραμπικών σχηματισμών διαπέρασε πολλές δυτικές κοινωνίες.
Στη χώρα μας, η ήττα του αντιμνημονιακού κινήματος και η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ άνοιξαν τον δρόμο στην αυτοδυναμία της Ν.Δ. υπό τον Μητσοτάκη, που με το «επιτελικό κράτος», τη διαχείριση της πανδημίας, τις υποκλοπές, την εκποίηση και ιδιωτικοποίηση, τη συνειδητή μετατροπή της χώρας σε «κόμβο», τη ΝΑΤΟφροσύνη (ιδιαίτερα στον πόλεμο της Ουκρανίας και της Παλαιστίνης), την πολιτική κατευνασμού απέναντι στον τούρκικο επεκτατισμό, την ευρύτατη φτωχοποίηση στο εσωτερικό, την προστασία των γαλάζιων παιδιών σε υποθέσεις παιδεραστίας και σκανδάλων, δημιούργησε ένα νέο καθεστώς – με παντελή απουσία οποιασδήποτε σοβαρής αντιπολίτευσης. Αυτή η απουσία ενίσχυε εκθετικά την αλαζονεία του Μαξίμου. Μεγάλες φυσικές καταστροφές που υπογράμμισαν τη διάλυση όλων των υποδομών, όπως και οι συνέπειες της «πράσινης μετάβασης», ενίσχυσαν τη λαϊκή δυσφορία.
…και τα Τέμπη 2023
Το συστημικό έγκλημα στα Τέμπη λειτούργησε σαν επιστέγασμα ενός κρατικού – παρακρατικού – ΝΑΤΟποιημένου – ολιγαρχικού – δικαστικού μπλοκ συγκάλυψης. Το «μπάζωμα» του εγκλήματος εξόργισε, και λειτούργησε σαν καταλύτης εκτόξευσης της λαϊκής διαθεσιμότητας και καταγγελίας ολόκληρου του συστήματος. Σε ολόκληρη τη χώρα, ακόμα και στο πιο απομακρυσμένο μέρος της Ελλάδας, υπήρξαν κινητοποιήσεις και εκδηλώθηκε μια πηγαία συγκίνηση. Ενώ όλοι οι «ειδικοί» νόμισαν ότι με την πάροδο του χρόνου θα ξεχνιόταν το ζήτημα, συνέβη το αντίθετο. Το ρήγμα των Τεμπών ήταν βαθύ και ενεργό. Το 2025 μάλιστα, μετά από μια συστηματική και εντελώς αυτοδύναμη προσπάθεια των συγγενών των θυμάτων, ήταν η χρονιά τεράστιων συλλαλητηρίων που συγκλόνισαν το πανελλήνιο. Τα συλλαλητήρια σε ολόκληρη την Ελλάδα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 συνιστούν μια εισβολή της κοινωνίας στην κεντρική σκηνή.
Από τότε η κατάσταση και ο συσχετισμός κοινωνικών δυνάμεων στη χώρα τροποποιήθηκε. Είχαμε πάλι μια ορμητική επανεμφάνιση του ριζοσπαστισμού με ειδικά χαρακτηριστικά: ορμητικός, μαζικός (ίσως πιο μαζικός και από την εποχή των μνημονίων), έθετε ζητήματα Δικαιοσύνης, Δημοκρατίας, Ηθικής αλλά και βαθιών αρχέτυπων του ελληνικού τρόπου (μητέρα, πατέρας, άταφος νεκρός, αλαζονεία της εξουσίας, ανάγκη τιμωρίας, Ύβρις-Άτις-Νέμεσις). Το «Δεν έχω Οξυγόνο» που μαρτυρικά έφτασε από την άλλη όχθη, τόνιζε την τεράστια αλήθεια του συστημικού εγκλήματος και της συγκάλυψης. Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα απαξιώθηκε στα μάτια της κοινωνίας, διότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα έπρεπε να έχει εκδιωχθεί αν υπήρχε στοιχειωδώς σοβαρή πολιτική αντιπολίτευση.
Η ανάγκη μια άλλης Πολιτειακής οργάνωσης ξεπρόβαλε ξανά σαν απαίτηση. Το κίνημα αυτό, χωρίς να έχει ακόμα διαδικασίες, είχε σύμβολα, είχε συνθήματα, είχε δική του γλώσσα και ανέδειξε μια φυσική ηγεσία, με προεξάρχουσα την κα Μαρία Καρυστιανού.
Στη συνέχεια ήρθε το άλλο μεγα-σκάνδαλο, αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ακόμα, η γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα έδωσε ζωή σε ένα μεγάλο κύμα διαμαρτυριών και αλληλεγγύης και στη χώρα μας, παρά την άκρατη φιλοϊσραηλινή στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Και τον τελευταίο μήνα, οι αγρότες –και λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ– κατέβηκαν σε μπλόκα (έχοντας την πλήρη συμπαράσταση ολόκληρης της κοινωνίας), καταγγέλλοντας το οργανωμένο σχέδιο θανάτωσης του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα και τον συνεχιζόμενο μαρασμό περιφέρειας και υπαίθρου. Οι αγρότες στρέφονται ενάντια και στη συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur, που μόλις επικύρωσε η ευρωπαϊκή ηγεσία.
Όλα αυτά είναι μηνύματα διεργασιών και τροποποιήσεων σε επίπεδο συνειδήσεων. Με μια έννοια, το 2025 ήταν και χρονιά αφύπνισης. Κεντρική μορφή στην έκφραση του ριζοσπαστισμού ήταν και συνεχίζει να είναι το κίνημα των Τεμπών. Γύρω από αυτό δυναμώνει μια τάση μέσα στην κοινωνία να υπάρξει μια μεγάλη στροφή, μια μεγάλη πολιτική συσπείρωση που να αντιμετωπίσει το Υπαρξιακό Πρόβλημα της χώρας.
***
Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε. Με αυτό αναμετριόμαστε. Ενεργό το ρήγμα, σε δυσκολία και κρίση το πολιτικό σύστημα. Εξαιρετικής σημασίας ζήτημα το ωρίμασμα μιας νέας συνείδησης και η συγκρότηση ενός συλλογικού «Εμείς». Ανοικτό ζήτημα, που πρέπει να αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα και συναίσθηση της σημασίας του για την πορεία της χώρας. Το ζητούμενο δεν είναι μια έτοιμη συνταγή, ούτε μια εύκολη πολιτική απάντηση. Είναι η αναζήτηση εκείνων των όρων, των αξιών και των συλλογικών μορφών που μπορούν να μετατρέψουν τη διάχυτη αγανάκτηση σε συνειδητή δύναμη αλλαγής, με δημοκρατικό, κοινωνικό και εθνικά υπεύθυνο πρόσημο.





































































