Ο Δημήτρης Ψαθόπουλος με τις «Άγνωστες λέξεις» που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος, μια μυθιστορηματική εκδοχή της υπόθεσης Πολκ, καταφέρνει να μας κρατήσει αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα και κλείνοντας το βιβλίο να μας κάνει να σκεφτούμε πως ίσως έτσι να έγιναν τα πράγματα.
Ατμοσφαιρικό, με δυνατούς χαρακτήρες, ζωντανεύει με εξαιρετικό τρόπο μια πολύ σκληρή εποχή για τη Θεσσαλονίκη.
Ένα νουάρ με όλα τα καλά στοιχεία του είδους και φυσικά έντονη πολιτική διάσταση. Άλλο ένα δείγμα της ακμάζουσας στην Ελλάδα αστυνομικής λογοτεχνίας, ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που διάβασα μέσα στο 2025.
Ήδη έχουν γραφτεί αρκετά βιβλία για την υπόθεση Πολκ – τα αναφέρετε και στη βιβλιογραφία. Εσείς πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα καινούργιο μυθιστόρημα;
Η αλήθεια είναι πως αρχικά δεν είχα σκεφτεί να γράψω για την υπόθεση Πολκ. Όλα ξεκίνησαν με τον διαγωνισμό του ΚΘΒΕ, που μου έδωσε την αφορμή να δοκιμαστώ σε ένα είδος γραφής τελείως ξένο για μένα – το θεατρικό. Μέσα από την έρευνα και τη μελέτη που χρειάστηκε για το θεατρικό κείμενο, μπήκα βαθύτερα στην υπόθεση. Διάβασα, εντρύφησα, θύμωσα, προβληματίστηκα. Και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι ήθελα να ξαναπιάσω αυτό το υλικό, όχι πια για θέατρο, αλλά για να το μετατρέψω σε ένα νουάρ μυθιστόρημα. Όχι απλώς ως φόρο τιμής στον Πολκ, αλλά γιατί πιστεύω πως αυτή η ιστορία χρωστάει ακόμη κάτι στην αλήθεια. Και η λογοτεχνία, όταν δεν κρύβεται πίσω από εύκολες αφηγήσεις, μπορεί να πλησιάσει πιο κοντά στην ουσία των πραγμάτων από την επίσημη καταγραφή.
Λέτε πως εξετάζετε ένα ενδεχόμενο, μια «σταγόνα στον ωκεανό των πιθανοτήτων». Τι σας οδήγησε στη συγκεκριμένη επιλογή ενόχου;
Έχουν ειπωθεί πολλά για την υπόθεση Πολκ – κάποια εύλογα, κάποια τραβηγμένα, όλα όμως πλέκονται γύρω από τον ίδιο πυρήνα: ότι ο θάνατός του υπήρξε ένα πολιτικό έγκλημα. Μέσα σ’ αυτό τον θόρυβο, εγώ αναρωτήθηκα τι θα γινόταν αν η αλήθεια ήταν απλούστερη. Ή και πιο παράλογη. Αν δεν τη βρούμε κοιτάζοντας προς τα πάνω –στους ισχυρούς, στους συνωμότες, στους μηχανισμούς– αλλά σκύβοντας προς τα μέσα. Στον άνθρωπο.
Από ένα σημείο και μετά, έπαψα να ψάχνω τον ένοχο και άρχισα να παρατηρώ τις ρωγμές. Τις μικρές προσωπικές καταρρεύσεις, τα πάθη, τις ανασφάλειες, τις λάθος στιγμές που καθορίζουν ολόκληρες ζωές. Καλλιέργησα λοιπόν μια πιθανότητα – όχι τη «σωστή», ούτε τη «λογική». Ίσως όμως την πιο ανθρώπινη.
Δεν διεκδικώ την ανακάλυψη της «αλήθειας». Αυτό που έγραψα είναι μια εκδοχή πιο κοντά στο νουάρ απ’ ό,τι στην Ιστορία· πιο κοντά στο υποσυνείδητο απ’ ό,τι στην επίσημη αφήγηση. Κι αν κάτι με ενδιέφερε πραγματικά, δεν ήταν ποιος σκότωσε τον Πολκ – αλλά τι σκοτεινό μπορεί να κουβαλάει ένας άνθρωπος μέσα του, χωρίς καν να το ξέρει.
Η ιδέα της συνωμοσίας των μυστικών υπηρεσιών δεν είναι απλώς πιθανή – είναι μια σκιά που πλανάται διαρκώς πάνω από την υπόθεση Πολκ
Μετά από τις έρευνές σας, πόσο πιθανή θεωρείτε τη συνωμοσία των μυστικών υπηρεσιών για τη δολοφονία του Πολκ;
Η ιδέα της συνωμοσίας των μυστικών υπηρεσιών δεν είναι απλώς πιθανή – είναι μια σκιά που πλανάται διαρκώς πάνω από την υπόθεση Πολκ. Όσο περισσότερο βυθιζόμουν στο υλικό, τόσο πιο συχνά έπεφτα πάνω σε κενά, αντιφάσεις, ανεξήγητες σιωπές. Κανένα συμπαγές αφήγημα δεν στέκει από μόνο του· όλα μοιάζουν σαν να έχουν κατασκευαστεί πρόχειρα, για να καλύψουν κάτι πιο σκοτεινό, πιο περίπλοκο.
Δεν μπορώ να μιλήσω με τη βεβαιότητα του ιστορικού, ούτε με το θράσος του συνωμοσιολόγου. Αλλά αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα δεις ότι δεν χρειάζεται πάντα να βρεις αποδείξεις. Αρκεί να αφουγκραστείς την αμηχανία με την οποία αποσιωπούνται κάποια ερωτήματα. Εκεί, στις παύσεις και στις υπεκφυγές, υπάρχει κάτι που φωνάζει.
Αποτυπώνετε με πειστικότητα τη Θεσσαλονίκη της εποχής. Πόσο δύσκολο ήταν να το πετύχετε αυτό;
Η Θεσσαλονίκη του 1948 δεν είναι εύκολο τοπίο. Δεν έχει σωπάσει ακόμα ο αντίλαλος του πολέμου και ήδη τη διαπερνά το ηλεκτρικό ρίγος του Εμφυλίου. Δεν πρόκειται απλώς για μια πόλη· πρόκειται για μια πληγή που δεν λέει να κλείσει. Να αποδώσεις μια τέτοια ατμόσφαιρα με ειλικρίνεια –όχι με καρτ ποστάλ, αλλά με ιδρώτα και σκόνη– ήταν ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση του βιβλίου.
Διάβασα πολύ, ναι, αλλά δεν έφτανε αυτό. Έπρεπε να ακούσω τους ήχους των τραμ, να μυρίσω την κάπνα και την υγρασία, να περπατήσω πλάι σε ανθρώπους που πενθούσαν ή πρόδιδαν ή σώπαιναν. Κι όλα αυτά όχι σαν ιστορικός, αλλά σαν κάποιος που ψάχνει να συλλάβει το αόρατο: Το βάρος του χρόνου σε μια λεωφόρο, τη δυσπιστία στο βλέμμα ενός περαστικού, τον φόβο πίσω από μια φωνή που χαμηλώνει απότομα.
Ήθελα η πόλη να μην χρησιμεύει απλώς ως φόντο, αλλά να είναι χαρακτήρας. Με ιδιοσυγκρασία, με μνήμη, με σιωπές. Και σε κάποιες στιγμές, να είναι εκείνη που οδηγεί την πλοκή – όχι οι ήρωες.
Διαβάζω πως οι «Άγνωστες λέξεις» απέσπασαν τον πρώτο έπαινο του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος το 2014. Γιατί άργησαν τόσο να κυκλοφορήσουν σε βιβλίο;
Μετά τη βράβευση από το ΚΘΒΕ, δεν βιάστηκα να εκδώσω το κείμενο. Μεσολάβησε το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Ένα βιολί στο χρώμα του πάγου», κι αυτό απαίτησε όλη την προσοχή μου. Οι «Άγνωστες λέξεις» έμειναν στην άκρη – όχι ξεχασμένες, αλλά σαν κάτι που έπρεπε να ωριμάσει στο βάθος. Να κατακάτσουν οι σκέψεις, να απογυμνωθεί το περιττό, να βρεθεί ο τόνος που δεν είχε βρεθεί τότε.
Όταν επέστρεψα στο κείμενο μετά από χρόνια, ένιωσα σχεδόν σαν να συναντούσα έναν παλιό εαυτό. Αναγνώρισα τη φωνή του, αλλά άκουσα και τις σιωπές του πιο καθαρά. Και ίσως αυτό να είναι το προνόμιο του συγγραφέα: να μπορεί να δίνει μια δεύτερη ευκαιρία σε ό,τι δεν ειπώθηκε την πρώτη φορά όπως έπρεπε.
Έτσι, το βιβλίο βγήκε αργά – αλλά όχι αργοπορημένο. Βγήκε όταν ήταν ώριμο. Και ίσως αυτό να ταιριάζει τελικά σε μια ιστορία σαν κι αυτή: Μια ιστορία για πράγματα που ειπώθηκαν μισά, για λέξεις που έμειναν άγνωστες, και για αλήθειες που χρειάζονται χρόνο για να βγουν στο φως.













































































