Η νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Γκιώνη έρχεται να επιβεβαιώσει όλα όσα θετικά είχαμε παρατηρήσει σε παλαιότερες ποιητικές του συνθέσεις. Ταυτόχρονα παρουσιάζει μιαν αξιοσημείωτη ωριμότητα. Ο λόγος του είναι αρτιότερος, η θεματολογία του σταθερή αλλά και διευρυμένη, το ιδεολογικό του υπόβαθρο περισσότερο αποσαφηνισμένο και η στόχευση του καθαρότερη.

1) Η θεματολογία είναι κοινωνιοκεντρική και ταυτόχρονα υπαρξιακή. Η προσέγγιση των θεμάτων είναι διαλεκτική κι αυτό οδηγεί στην αντιπαραθετική προβολή των ιδεών, σε συγκρούσεις και συνθέσεις των αντιθέσεων. Οι κυριότερες αντιθέσεις είναι:

– Οι κοινωνικές, οι ταξικές αντιθέσεις
– Οι ιδεολογικές αντιθέσεις
– Οι παρόντες και οι απόντες
– Οι μνήμες και τα όνειρα
– Το εγώ και το εμείς
– Οι εξουσιαστές και οι υπήκοοι
– Η ζωή των συμβάσεων και το παιδί που κρύβουμε μέσα μας
– Το θέλω, το πρέπει και το είναι.

2) Η γλώσσα του είναι πια ώριμη, άρτια και λιτή. Είναι γλώσσα καθημερινή, χωρίς υπερβολές, φιοριτούρες και ιδιαίτερα καλολογικά στοιχεία. Είναι όμως λόγος σαρκωμένος, σαφής και κατανοητός. Είναι φορές που έχει τα χαρακτηριστικά του προφορικού, άμεσου λόγου, κι αυτό μας γυρίζει πίσω στην ιστορία, τότε που η ποίηση ήταν αφήγηση, ραψωδία, λόγος συνέγερσης αλλά και αληθινής ψυχαγωγίας.

3) Το ιδεολογικό και αισθητικό υπόβαθρο της ποίησής του είναι απελευθερωτικό, ανατρεπτικό και βαθύτατα ουμανιστικό.

Στιγμιότυπο από την πρώτη παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής του Κώστα Γκιώνη στον Πολιτιστικό Χώρο Τέχνη-Λόγος στην Αθήνα. Από αριστερά προς τα δεξιά: Μανόλης Χατζηνάκης, Κώστας Γκιώνης και Δημήτρης Παπαχρήστος.

Ο Γκιώνης αισθάνεται την ποίηση ως μέσο αφύπνισης, συνέγερσης και εναντίωσης στη βαρβαρότητα. Η ποίηση και η σύντροφός της, η μουσική, είναι αντίβαρα στη μαζική αλλοτρίωση, στον ευτελισμό των αξιών, στη λεηλασία του ανθρώπου, στη δολοφονία των ονείρων, αλλά μπορεί ταυτόχρονα να αναδείξουν την ομορφιά σε κυρίαρχη αξία της ζωής μας.

Ο Κώστας ονειρεύεται πως έρχεται ένας καιρός που οι ποιητές θα ξαναγίνουν περιπλανώμενοι τροβαδούροι, θα δραπετεύσουν από τα κλειστά κυκλώματα και θα περιπλανώνται στα εργοστάσια και τα γιαπιά, στα γραφεία και το άγιο πεζοδρόμιο, θα υψώνουν τα λάβαρα της περηφάνιας και της ανυπακοής, της ανθρωπιάς και της ευαισθησίας. Φαντάζεται τον ποιητή κήρυκα, ανατόμο, απομυθοποιητή και ονειροβάτη.

Ο ποιητής Κώστας Γκιώνης πυρπολεί τα σωθικά του, ανάβει τα δάχτυλα του κεριά, λαμπαδιάζει για να φωτίσει τα σκοτάδια των δίσεκτων χρόνων που ζούμε. Η ποίηση γι’ αυτόν δεν είναι μικροαστική ενασχόληση, πολυτέλεια, δεν είναι μόνο αναζήτηση της αισθητικής τελειότητας, ύμνος στην ομορφιά και στην καλύτερη περίπτωση προβολή των υπαρξιακών μας αδιεξόδων. Είναι και ρομφαία ενάντια στους ανάλγητους εξουσιαστές, τους αργυραμοιβούς των ιδεών και τους λεηλάτες των ονείρων.

Για τον Κώστα ο ποιητής έχει χρέος να ταμπουρώνεται στα οδοφράγματα, να γίνεται βουκέντρα στα καπούλια των εφησυχασμένων, αχινός στις πατούσες των συνθηκολογημένων, γροθιά στα στομάχια των υπηκόων.

Ονειρεύεται πως περιπλανιέται στα σύμπαντα με τους ομηρικούς ραψωδούς, τους τροβαδούρους του Μεσαίωνα, τους λαϊκούς ποιματάρηδες, τους Μογγόλους Σαμάνους, τους Αυστραλούς Αβοριγίνες, τους Κλέφτες και τους Χαΐνηδες.

Ονειρεύεται να βγάλει την καρδιά του και να την κάνει σημαία που θα οδηγεί τα πλήθη στη χειραφέτηση.

Μανόλης Χατζηνάκης
Φιλόλογος, αντιπρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός, πρώην υφυπουργός Πολιτισμού και Βουλευτής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!