Κάθε μέρα γίνεται και πιο φανερό ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον πόλεμο απ’ όσο επιτρέπει να φανεί η επίσημη πολιτική και διπλωματική γλώσσα. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, με αιχμή την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, έχει πάψει να είναι ένα απομακρυσμένο γεγονός που προβάλλουν τα δελτία ειδήσεων. Έχει ήδη αποκτήσει χαρακτηριστικά περιφερειακού και πολυεθνικού πολέμου, επηρεάζοντας άμεσα τη Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή στην οποία ανήκει η Ελλάδα.
Η γεωγραφική εγγύτητα είναι ο πρώτος καθοριστικός παράγοντας. Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε ενιαίο επιχειρησιακό χώρο όπου ναυτικές, αεροπορικές και ενεργειακές γραμμές διασταυρώνονται. Σε αυτό το περιβάλλον Ελλάδα και Κύπρος, ως άμεσα γειτνιάζουσες με τα πολεμικά πεδία χώρες, διεκδικούνται ως στρατιωτικοί κόμβοι και μετόπισθεν για τη δυτική συμμαχία και μετατρέπονται σε δυνάμεις που αν και δεν εμπλέκονται (προς ώρας) άμεσα, καθιστούν αυτό τον πόλεμο εφικτό.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ίδια η φύση του πολέμου. Δεν πρόκειται για μια περιορισμένη σύγκρουση, αλλά για μια βίαιη διαδικασία κλιμάκωσης που εμπλέκει άμεσα ή έμμεσα πολλές χώρες, στρατιωτικούς στόχους και κρίσιμες για την παγκόσμια οικονομία πολιτικές υποδομές, με ανοιχτό το ενδεχόμενο γενίκευσης. Σε τέτοιες συνθήκες, οι γραμμές μεταξύ «άμεσης» και «έμμεσης» εμπλοκής γίνονται όλο και πιο θολές.
Ο τρίτος και πιο κρίσιμος παράγοντας αφορά τις πολιτικές επιλογές. Η βαθιά εξάρτηση της Ελλάδας από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, οι διμερείς συμφωνίες, η στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ, αλλά και το αφήγημα «αναβάθμισης» του ρόλου της χώρας εν μέσω πολέμου, οδηγούν σε μια σειρά αποφάσεων που, συνδυαστικά, εντάσσουν την Ελλάδα στον πολεμικό σχεδιασμό. Παρόμοια είναι και η πορεία της Κύπρου, που μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε κρίσιμο κρίκο της δυτικής στρατηγικής στην περιοχή.
Επισήμως, Αθήνα και Λευκωσία δηλώνουν ότι δεν εμπλέκονται στον πόλεμο και καλούν σε αποκλιμάκωση. Στην πράξη όμως ακολουθούν μια πολιτική ισορροπίας μεταξύ των δεσμεύσεων προς ΗΠΑ-Ισραήλ και της πιο επιφυλακτικής ευρωπαϊκής στάσης, ενισχύοντας παράλληλα συνεχώς τη συμμετοχή τους στο επιχειρησιακό πεδίο. Το αποτέλεσμα είναι μια «σιωπηρή εμπλοκή» που βαθαίνει.
Η εικόνα στο πεδίο είναι αποκαλυπτική:
Patriot στη Σαουδική Αραβία
Η ανάπτυξη της ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία αποτελεί ίσως το πιο σαφές παράδειγμα. Ελληνικά μέσα και προσωπικό βρίσκονται στην εμπόλεμη ζώνη, παίρνοντας μέρος στις επιχειρήσεις, όπως η πρόσφατη αναχαίτιση δύο ιρανικών πυραύλων. Οι Patriot βρίσκονται στην Σαουδική Αραβία από το 2021 με καθεστώς ενοικίασης, με σκοπό την προστασία των εγκαταστάσεων του πετρελαϊκού κολοσσού ARAMCO, με τους Σαουδάραβες να αναλαμβάνουν το κόστος συντήρησης και αναβάθμισής τους. Οι δηλώσεις «περηφάνιας» του Ν. Δένδια μάλιστα μετά το περιστατικό, γίνονται εργαλείο νομιμοποίησης αυτής της εμπλοκής. Ας ελπίσουμε να μην τεθεί σε κίνδυνο οι ζωή των Ελλήνων χειριστών της ΕΛΔΥΣΑ.
Βρετανικές βάσεις στην Κύπρο
Στην Κύπρο, οι βρετανικές βάσεις –και ιδιαίτερα στο Ακρωτήρι– λειτουργούν ως κομβικό σημείο επιχειρήσεων. Η παρουσία δυνάμεων, οι μετακινήσεις, αλλά και οι επιθέσεις που ήδη έχουν σημειωθεί, αναδεικνύουν τον ρόλο του νησιού. Παρά την άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης για άμεση εμπλοκή στον πόλεμο, παρά το ειδικό καθεστώς των βάσεων που δεν επιτρέπουν τον έλεγχο από την Κυπριακή Δημοκρατία, το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι ότι η λειτουργία αυτή εντάσσει το νησί σε έναν επιχειρησιακό σχεδιασμό που το καθιστά (ολόκληρο και όχι μόνο τις βάσεις) δυνητικό στόχο.
Belhara στη Ν.Α. Μεσόγειο
Στην Ανατολική Μεσόγειο, η συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων αυξάνεται συνεχώς. Οι ελληνικές φρεγάτες «Κίμων» (Belhara στην πρώτη της αποστολή) και «Ψαρά», γαλλικές μονάδες –με αιχμή το αεροπλανοφόρο «Σαρλ ντε Γκωλ»– αλλά και δυνάμεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών συνθέτουν ένα πυκνό στρατιωτικό πλέγμα. Η παρουσία αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως «αποτρεπτική», παρόλο που προέκυψε μετά από πρόσκληση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για ενεργή διάταξη δυνάμεων σε έναν χώρο όπου η πιθανότητα κλιμάκωσης είναι υπαρκτή.
Η βάση της Σούδας ως στρατηγική υποδομή των ΗΠΑ
Η βάση αποτελεί διαχρονικά ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην περιοχή. Ο ελλιμενισμός μεγάλων μονάδων, η υποστήριξη αεροπορικών και ναυτικών επιχειρήσεων και η διασύνδεση με άλλα σημεία της Μεσογείου καθιστούν τη Σούδα βασικό κόμβο της πολεμικής μηχανής. Τώρα αναμένεται στην Κρήτη το αεροπλανοφόρο Gerald Ford, το οποίο επιστρέφει στη Σούδα για επισκευές μετά την πυρκαγιά που το ανάγκασε να αποχωρήσει από τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν, εντάσσοντας θέλοντας και μη την Ελλάδα άμεσα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό και στους κινδύνους της σύγκρουσης.
Λιμάνια, αεροδρόμια, στρατόπεδα ως κόμβοι
Παράλληλα, ένα ευρύτερο δίκτυο υποδομών στην Ελλάδα (στρατιωτικών και μη), από την Ελευσίνα μέχρι το ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο της Λάρισας, και από την Άραξο μέχρι το Αεροδρόμιο της Ρόδου, αξιοποιείται ως κόμβος logistics. Μεταφορές προσωπικού, εξοπλισμού και εφοδίων διέρχονται από τη χώρα, εντάσσοντάς την σε μια αλυσίδα υποστήριξης που είναι απαραίτητη για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Αυτή η διάσταση συχνά υποβαθμίζεται στη δημόσια συζήτηση, αλλά είναι ίσως η πιο ουσιαστική: Ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο στο μέτωπο, αλλά και στα μετόπισθεν.
Αν προστεθεί σε όλα αυτά και η συζήτηση για πιθανές αποστολές, όπως η συνοδεία εμπορικών πλοίων στο Στενό του Ορμούζ, γίνεται φανερό ότι η εμπλοκή είναι εξελισσόμενη με ρυθμό και ένταση που δεν ελέγχουμε άμεσα. Κάθε νέο βήμα δημιουργεί τετελεσμένα και αυξάνει το βάθος της συμμετοχής.
Και αυτό έχει συνέπειες. Πρώτον, αυξάνει την έκθεση της χώρας σε κινδύνους, είτε ως πιθανός στόχος είτε ως πεδίο έμμεσης πίεσης. Δεύτερον, περιορίζει τα περιθώρια ανεξάρτητης πολιτικής καθώς η εμπλοκή δημιουργεί δεσμεύσεις. Τρίτον, μεταφέρει το οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό κόστος στην ίδια την κοινωνία.
Για όλα τα παραπάνω απαιτείται μια πολιτική απεμπλοκής με όρους επείγοντος.
Αλλήθωρη αποτροπή
Έχουμε ξανατονίσει από τις σελίδες του Δρόμου ότι, παρά την κατά καιρούς πατροδοκάπηλη ρητορική, παρά τους λεονταρισμούς, παρά τις αιτιολογικές εκθέσεις των εξοπλιστικών προγραμμάτων, παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια σιωπηλή αλλά βίαιη μεταβολή του αμυντικού δόγματος της χώρας μας. Όλο και εξασθενεί η θωράκιση και η οικοδόμηση αποτρεπτικής ισχύος απέναντι στην Τουρκία, και όλο δυναμώνει η τάση προσάρτησης της Ελλάδας (ένοπλες δυνάμεις και διπλωματία) στις δυτικές επιδιώξεις στην περιοχή.
Γίνεται φανερό όταν δεν θεωρείται ο τουρκικός επεκτατισμός ως βασικός (αν όχι μόνος) κίνδυνος για την ασφάλεια της χώρας, αντιθέτως ιεραρχούνται ως κεντρικές κατευθύνσεις η «σωστή πλευρά της ιστορίας», ο «πόλεμος με τη Ρωσία», η στήριξη των πολέμων ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν κ.λπ. Γίνεται φανερό αυτό όταν για χρόνια αδειάζουν αποθήκες του στρατού από πυρομαχικά για να στηριχθεί η Ουκρανία, όταν μία από τις έξι ακριβοπληρωμένες συστοιχίες Patriot βρίσκονται στη Σαουδική Αραβία, ενώ αναζητείται τρόπος αντιαεροπορικής θωράκισης της χώρας. Όταν ακόμη και τώρα, στέλνουμε, σύμφωνα με πληροφορίες, βλήματα Patriot στο Κουβέιτ και το Κατάρ (τον καλύτερο σύμμαχο και χρηματοδότη της Άγκυρας). Γίνεται φανερό όταν θεωρούνται σημαντικότερες οι υποχρεώσεις (βλέπε εκδουλεύσεις) απέναντι στους συμμάχους προστάτες, από την ίδια την κοινωνική συνοχή και ανθεκτικότητα εντός της χώρας. Γίνεται φανερό όταν για χρόνια υποτιμάται η εγχώρια αμυντική παραγωγή προς όφελος των μεγάλων εξοπλιστικών συμφωνιών.
Τελικά, απέναντι σε ποιον οικοδομείται η αποτροπή; Ποια απειλή ιεραρχείται ως κύρια; Μπορεί μια χώρα που διαθέτει κρίσιμα μέσα εκτός συνόρων, ενταγμένα σε ξένα επιχειρησιακά σχέδια, να διατηρεί αξιόπιστη εθνική άμυνα; Και τι σημαίνει «αποτροπή» όταν η στρατηγική, αλλά εν πολλοίς και η επιχειρησιακή ικανότητα, εξαρτάται όλο και περισσότερο από αποφάσεις τρίτων;




































































