Το 2ο Συνέδριο για το Υπαρξιακό Πρόβλημα της Χώρας ολοκληρώθηκε αφήνοντας πίσω του κάτι περισσότερο από έναν απολογισμό εργασιών ή μια αίσθηση επιτυχίας. Άφησε ένα ίχνος δυνατότητας. Όχι με την εύκολη έννοια της αισιοδοξίας, αλλά με την πιο δύσκολη και απαιτητική έννοια της πολιτικής επίγνωσης: ότι υπάρχει κοινωνικό υλικό, διάθεση και ανάγκη για σκέψη, διάλογο και συλλογική αναζήτηση διεξόδου σε μια περίοδο βαθιάς φθοράς και αβεβαιότητας.

Η αποτίμηση ενός τέτοιου Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι ούτε πανηγυρική ούτε τεχνοκρατική. Δεν αρκεί η παράθεση αριθμών, ούτε μια γενική περιγραφή «καλού κλίματος». Χρειάζεται να απαντήσει σε πιο ουσιαστικά ερωτήματα: Ποιοι ήρθαν, γιατί ήρθαν, τι πήραν μαζί τους, τι σκέφτονται για το μετά και –κυρίως– αν μέσα από αυτή τη διαδικασία διαφάνηκε κάτι που υπερβαίνει το ίδιο το γεγονός. Χρήσιμο εργαλείο για τη συλλογική αποτίμησή του, ήταν τόσο οι συνελεύσεις αποτίμησης που πραγματοποιήθηκαν όσο και οι απαντήσεις περισσότερων από 200 περίπου συνέδρων στο ερωτηματολόγιο που κυκλοφόρησε.

Στοιχεία για την εμπειρία του Συνεδρίου

Το 2ο Συνέδριο δεν αποτιμάται μόνο από την κλίμακα της συμμετοχής, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο αυτή η συμμετοχή εκφράστηκε. Πάνω από 700 άνθρωποι παρακολούθησαν δια ζώσης τις εργασίες του τριημέρου, ενώ περίπου 4.000 άνθρωποι κάθε ημέρα συνδέθηκαν διαδικτυακά. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι περισσότεροι από 500 διαδικτυακοί συμμετέχοντες ημερησίως παρέμειναν συνδεδεμένοι σχεδόν σε όλη τη διάρκεια των εργασιών, στοιχείο που δείχνει ουσιαστική και όχι περιστασιακή παρακολούθηση. Την ίδια στιγμή σημαντική είναι η γενικότερη ορατότητα που απέκτησε το εγχείρημα με τις θεάσεις των δημοσιεύσεων στα social media να ξεπερνούν τις 900 χιλιάδες για το τελευταίο τρίμηνο και τους μοναδικούς επισκέπτες στην ιστοσελίδα του Συνεδρίου να φτάνουν τους 20 χιλιάδες.

Οι εγγεγραμμένοι σύνεδροι έφτασαν συνολικά τους 2.450, εκ των οποίων περισσότεροι από 1.100 ήρθαν σε επαφή με το εγχείρημα με αφορμή το 2ο Συνέδριο. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει μια πραγματική διεύρυνση και όχι απλή ανακύκλωση ενός ήδη υπάρχοντος ακροατηρίου. Παράλληλα, η γεωγραφική κατανομή των συμμετεχόντων –με παρουσία από όλη τη χώρα αλλά και το εξωτερικό– δείχνει ότι το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας δεν αφορά έναν στενό κύκλο, αλλά αγγίζει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για την ανθρωπογεωγραφία του Συνεδρίου είναι οι απαντήσεις στο ερώτημα της συλλογικής συμμετοχής. Ένα πολύ μεγάλο μέρος των συνέδρων δηλώνει ότι αυτή τη στιγμή δεν συμμετέχει σε καμία οργανωμένη συλλογική κίνηση. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για αδιαφορία ή αποπολιτικοποίηση, αλλά για έναν κόσμο που συχνά έχει προηγούμενη εμπειρία συμμετοχής και έχει αποσυρθεί λόγω απογοήτευσης, ματαίωσης ή έλλειψης νοήματος.

Παράλληλα, όσοι συμμετέχουν συλλογικά το κάνουν κυρίως μέσα από σωματεία εργαζομένων, περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες, πολιτιστικούς συλλόγους και τοπικές κινήσεις, ενώ η συμμετοχή σε πολιτικά κόμματα εμφανίζεται περιορισμένη και συχνά συνοδεύεται από κριτική ή αποστασιοποίηση. Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός κόσμου ενεργού αλλά κατακερματισμένου, με πολλαπλές εμπειρίες συμμετοχής, χωρίς όμως έναν ενιαίο συλλογικό ορίζοντα.

Το Συνέδριο μοιάζει να λειτούργησε ως χώρος συνάντησης και μιας έστω και προσωρινής συγκρότησης μιας κοινότητας σκέψης, ενός κατά τα άλλα κατακερματισμένου και ετερόκλητου δυναμικού. Πολλοί συμμετέχοντες περιέγραψαν την εμπειρία ως «κάτι διαφορετικό από ό,τι έχουμε συνηθίσει», επισημαίνοντας τη σοβαρότητα, την απουσία κραυγών και την προσπάθεια ουσιαστικού διαλόγου. Αυτή η εμπειρία, όσο εύθραυστη κι αν είναι, δεν είναι αμελητέα σε μια περίοδο γενικευμένης πολιτικής αποσύνδεσης.

Τι λένε οι σύνεδροι – εμπειρία και δημιουργικές αντιφάσεις

Οι απαντήσεις των συνέδρων στο ερωτηματολόγιο αποτυπώνουν ένα πλούσιο και σύνθετο τοπίο σκέψεων και συναισθημάτων. Η γενική αποτίμηση του Συνεδρίου είναι κατά βάση θετική, με πολλούς να το χαρακτηρίζουν «ουσιαστικό», «σοβαρό» και «ανάσα μέσα στη γενική πολιτική φθορά». Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο επίπεδο των εισηγήσεων και στη σύνδεση επιστημονικής τεκμηρίωσης και πολιτικού προβληματισμού. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ένας σύνεδρος, «επιτέλους μια συζήτηση που δεν υποτιμά τη νοημοσύνη μας».

Πολλοί αναφέρουν ότι το Συνέδριο τους βοήθησε να οργανώσουν σκέψεις και αγωνίες που μέχρι τώρα έμεναν διάχυτες. «Έφυγα με περισσότερα ερωτήματα, αλλά και με μεγαλύτερη καθαρότητα», αναφέρει μια απάντηση. Άλλος σημειώνει: «Δεν πήρα έτοιμες λύσεις, αλλά ένιωσα ότι υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται σοβαρά για τα ίδια πράγματα». Το Συνέδριο λειτούργησε για αρκετούς ως χώρος νοηματοδότησης μιας ήδη υπαρκτής αλλά άναρθρης αγωνίας.

Ταυτόχρονα, στις απαντήσεις καταγράφονται έντονες αντιφάσεις. Μαζί με την αίσθηση ελπίδας, εμφανίζεται και η βαθιά δυσπιστία. Αρκετοί σύνεδροι εκφράζουν φόβους για τη δυνατότητα συνέχειας: «Έχουμε απογοητευτεί πολλές φορές στο παρελθόν», «φοβάμαι μήπως μείνει κι αυτό στο επίπεδο της καλής συζήτησης». Η εμπειρία της ήττας και της ματαίωσης των προηγούμενων χρόνων είναι παρούσα και λειτουργεί ως φίλτρο απέναντι σε κάθε νέο εγχείρημα.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η ένταση ανάμεσα στην ανάγκη ενότητας και τον φόβο της ασάφειας. Από τη μία, αναγνωρίζεται καθολικά η σημασία της αναζήτησης ενός νέου συλλογικού «Εμείς». Από την άλλη, τίθεται με ειλικρίνεια το ερώτημα: «πώς συγκροτείται αυτό το Εμείς χωρίς να γίνει γενικόλογο ή χωρίς να χαθούν οι διαφορές;». Κάποιοι τονίζουν ότι «η σύνθεση δεν πρέπει να σημαίνει ισοπέδωση», ενώ άλλοι επισημαίνουν την ανάγκη να αποφευχθούν «παλιοί διαχωρισμοί με νέα λόγια».

Αυτές οι αντιφάσεις δεν αποτελούν αδυναμία. Αντίθετα, δείχνουν έναν κόσμο που σκέφτεται, προβληματίζεται και δεν παραδίδεται εύκολα σε έτοιμες αφηγήσεις ή εύκολες λύσεις.

Πώς βλέπουν το «μετά» – προσδοκίες, φόβοι και όροι συμμετοχής

Ιδιαίτερο βάρος έχουν οι απαντήσεις που αφορούν το πώς οι σύνεδροι αντιλαμβάνονται τη συνέχεια μετά το Συνέδριο. Το πιο καθαρό συμπέρασμα είναι ότι η μεγάλη πλειονότητα δεν αναζητά τη δημιουργία ενός ακόμη κόμματος ή ενός κλασικού πολιτικού φορέα. Αντίθετα, εκφράζεται έντονα η ανάγκη για έναν ανοιχτό χώρο διαλόγου, επεξεργασίας και σύνδεσης ανθρώπων και συλλογικοτήτων.

Πολλοί (πάνω από το 95% όσων απάντησαν) δηλώνουν πρόθυμοι να συμμετέχουν ενεργά, υπό συγκεκριμένους όμως όρους. «Θέλω να συμμετέχω, αλλά όχι σε κάτι που θα λειτουργεί με μηχανισμούς», αναφέρει ένας σύνεδρος. Άλλος σημειώνει: «Με ενδιαφέρει η τοπική δράση και η ουσιαστική συζήτηση, όχι οι τίτλοι και οι ρόλοι». Εμφανίζεται έντονα η ανάγκη για ευελιξία, αυτονομία και σεβασμό στη διαφορετικότητα των διαδρομών.

Ταυτόχρονα, καταγράφονται και σαφείς φόβοι. Ο φόβος της διάχυσης, της κόπωσης, της αδυναμίας συντονισμού. «Όλα αυτά είναι ωραία, αλλά πώς γίνονται πράξη;» αναρωτιούνται αρκετοί. Υπάρχει επίσης η επίγνωση των αντικειμενικών δυσκολιών: Περιορισμένος χρόνος, καθημερινή πίεση, κοινωνική απογοήτευση.

Σε κάθε περίπτωση το μήνυμα των συνέδρων για το τι πρέπει να αποφευχθεί είναι απολύτως καθαρό και επαναλαμβανόμενο: Ο κυρίαρχος φόβος είναι η κομματικοποίηση. Με δεκάδες διατυπώσεις ζητούν να αποτραπεί η μετατροπή του εγχειρήματος σε κόμμα (χωρίς να λείπουν και οι αντίθετες φωνές), η άμεση ή έμμεση εμπλοκή σε εκλογικές διαδικασίες και η ταύτιση με πρόσωπα ή μηχανισμούς του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος («Να μην γίνει κόμμα σε καμία περίπτωση», «Όχι εκλογική έκφραση – θα χαθεί το κέντρο βάρους», «Να μην θυμίζει καθόλου τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς»). Παράλληλα εκφράζεται έντονη ανησυχία για θεωρητικολογία χωρίς αντίκρισμα, ατέρμονες συζητήσεις και διαπιστώσεις χωρίς επόμενο βήμα («Να μην μετατραπεί σε λέσχη ατέρμονων συζητήσεων», «Όχι γενικολογίες, όχι ευχολόγια, όχι έτοιμες λύσεις»). Ένα τρίτο, εξίσου ισχυρό μοτίβο αφορά τον φόβο της ιδεολογικής περιχαράκωσης («Να μην χρωματιστεί δεξιά ή αριστερά», «Να μείνει μακριά από δογματισμούς κάθε είδους»), με μια εσωτερική ένταση να διαγράφεται: Από τη μία ζητείται ανοιχτότητα, από την άλλη τίθενται σαφή όρια απέναντι σε ακραία ή απαξιωμένα πολιτικά ρεύματα («Όχι ακροδεξιά στοιχεία», «Όχι πρόσωπα με βεβαρημένο πολιτικό παρελθόν»). Τέλος, επανέρχεται συχνά ο φόβος της αδράνειας και της απώλειας του μομέντουμ: «Να μην χαθεί ο χρόνος», «Να μην αφήσει την αίσθηση ότι είναι πάλι “μια από τα ίδια”».

Αυτό που επανέρχεται με ιδιαίτερη έμφαση είναι η απαίτηση για σοβαρότητα και διάρκεια. «Αν είναι να γίνει κάτι, να γίνει με βάθος και συνέπεια», γράφει χαρακτηριστικά ένας συμμετέχοντας. Το Συνέδριο φαίνεται να δημιούργησε προσδοκίες, αλλά όχι ψευδαισθήσεις. Και αυτό ίσως είναι το πιο υγιές στοιχείο του: ότι το «μετά» δεν βιώνεται ως αυτονόητο, αλλά ως ανοιχτό και απαιτητικό πεδίο. Αναζητούνται όροι πραγματικής συμμετοχής και μια πολιτική με συνολικά άλλες ποιότητες.

 

Συνολική πολιτική αποτίμηση

Συνολικά, το 2ο Συνέδριο λειτούργησε ως μια στιγμή μαζικής πολιτικοποίησης με διαφορετικούς όρους. Όχι ως κινητοποίηση καταγγελίας, αλλά ως διαδικασία κατανόησης, σύνθεσης και αναζήτησης. Κατοχύρωσε ταυτοτικά και μεθοδολογικά στοιχεία ενός υπό διαμόρφωση χώρου που επιμένει στη σοβαρότητα, την τεκμηρίωση και τον διάλογο.

Τα όρια είναι υπαρκτά. Δεν υπήρξε ουσιαστική διείσδυση στα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης. Η ζύμωση εντός του Συνεδρίου θα μπορούσε να είναι βαθύτερη. Δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα για τη συνέχεια πέρα από τη δέσμευσή μας να οικοδομήσουμε μια πιο μόνιμη παρουσία μέσα από την Πανελλαδική Δικτύωση. Όμως, ακριβώς αυτή η συνείδηση των ορίων είναι που προσδίδει αξία στο εγχείρημα.

Το Συνέδριο δεν έκλεισε μια διαδικασία. Άνοιξε ερωτήματα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο κρίσιμο κέρδος του: ότι επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα του συλλογικού υποκειμένου, όχι ως σύνθημα, αλλά ως πραγματικό πρόβλημα προς κατάκτηση, προτείνοντας μια μέθοδο και κάποια ορατά βήματα προς αυτό.

Σε μια χώρα που κινδυνεύει να υπάρχει μόνο ως χώρος και όχι ως κοινότητα νοήματος, το γεγονός ότι εκατοντάδες άνθρωποι συναντήθηκαν για να σκεφτούν μαζί, με σοβαρότητα και αγωνία, δεν είναι αμελητέο. Το αν αυτή η στιγμή θα αποκτήσει συνέχεια, δεν εξαρτάται από διακηρύξεις, αλλά από τη δυνατότητα να μετατραπεί η εμπειρία σε συνειδητή και επίμονη πράξη.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!