Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης
βρισκόμουν ήδη στα οκτακόσια μέτρα υψόμετρο, δεν ήξερα πού βγάζει το μονοπάτι, περπατούσα κοντά μιάμιση ώρα, η πινακίδα σε μία διασταύρωση έγραφε από τη μία για του κλέφτη τ’ αγκωνάρι κι απ’ την άλλη για γαϊδουρόραχη, είχα τραβήξει προς τ’ αγκωνάρι, δεν ήξερα γιατί, άφησα το ένστικτό μου να με καθοδηγήσει, μου φάνταζε ένας μέρος με ωραία θέα, ίσως μου είχε κάνει εντύπωση το όνομα, ποιος ξέρει, δεν έχει σημασία, δεν μ’ ένοιαζε η εξήγηση έτσι κι αλλιώς, ήθελα απλά ν’ ανέβω στο βουνό και το έκανα με σύντροφο ένα σακίδιο στο οποίο είχα στριμώξει τα στοιχειώδη για μία μονοήμερη πεζοπορία, νερό, τροφή, ένα μαχαίρι, φαρμακείο, ένα αδιάβροχο, αλλά και κάποιες πολυτέλειες, όπως ένα καμινέτο για να ετοιμάσω ένα ζεστό τσάι και όσο ανέβαινα δεν θυμάμαι ν’ αναρωτιόμουν για τούτα τα πράγματα που με απασχολούν ορισμένες φορές, για παράδειγμα αυτά τα βασανιστικά «γιατί» και τα επώδυνα «για ποιον», τι νόημα έχουν όλα αυτά σε έναν κόσμο που η καταστροφή των σημασιών μας σερβίρεται ως η μοναδική επιλογή, ως εμπόρευμα, ως κάτι το εξαιρετικό, αυτόν τον μονόδρομο που υπερασπίζονται άπαντες, τι διάολο, πώς είναι δυνατόν, τον υπερασπίζονται υποταγμένοι σ’ ένα χυδαίο αφήγημα που αφήνει έξω από τον άνθρωπο την ολότητα του ανθρώπου, οτιδήποτε δεν μετριέται στη ζυγαριά τίθεται εκτός, κινούμαστε στις ράγες ενός αφηγήματος που αποανθρωποποιεί, που απομαγεύει τη βαθιά εμπειρία της ζωής, που μετατρέπει καθετί σε εμπόρευμα, το έχει ήδη κάνει, ό στόχος έχει επιτευχθεί, τα πάντα έχουν μία τιμή, τα πάντα ανάγονται στην ανταλλακτική τους αξία και τώρα το κάνουν πια όλοι, όλοι μα όλοι, ελάχιστες οι εξαιρέσεις, μετατρέπουν σε εμπόρευμα ακόμη και τις προσωπικές τους στιγμές, η αξία μίας βόλτας στην παραλία προσμετράται σε likes, μία αυθεντική στιγμή εκπορνεύεται σε μία ανεβασμένη φωτογραφία στα social media πάνω από μία δήθεν φιλοσοφημένη λεζάντα, όλοι την έχουμε πατήσει, όλοι ζούμε σε αυτό το καζάνι με την ψευδαίσθηση ότι διαφέρουμε, μην λέτε σε κανέναν τι κάνετε, σας παρακαλώ, μην λέτε σε κανέναν, μην ξεπουλάτε τον εαυτό σας, τη συνείδησή σας, μην εκχυδαΐζετε τις προσωπικές σας στιγμές, μην ξεπουλάτε τις σκέψεις σας, αγκαλιάστε τες, αφιερώστε χρόνο σε αυτές, μιλήστε με τους δικούς σας ανθρώπους, γράψτε τις σκέψεις σας στο χαρτί, διαβάστε ένα βιβλίο και κρατήστε σημειώσεις, υπογραμμίστε και μην «ανεβάσετε» τίποτα, μην βγάλετε φωτογραφία την υπογραμμισμένη φράση που σας κέντρισε το ενδιαφέρον, διότι τότε απλά σας έκανε εντύπωση κάτι, τίποτα δεν απορροφήσατε, η ζωή δεν είναι εντυπώσεις, τα πράγματα εναλλάσσονται αργά μέσα μας, κουβεντιάστε με ανθρώπους της εμπιστοσύνης σας, με φίλους σας, όχι με τον καθένα, όχι γράφοντας στα social, μην εξευτελίζετε ακόμη και τις σκέψεις σας, ακούστε μουσική και μην το διαφημίσετε πουθενά, μην μετατρέπετε τα ενδιαφέροντά σας σε εμπόρευμα, μην το κάνετε γαμώ το κέρατό μου γαμώ, μας καταπίνει το σύστημα δεν το καταλαβαίνετε, ξεπουλάμε τις συνειδήσεις μας για λίγη αναγνωρισιμότητα και το κάνουμε με τη δική μας θέληση, το κεντρικό αφήγημα καλά κρατεί και μας βυθίζει όλους μέσα του, τα κάνουμε όλα με τη θέλησή μας πια, ελεύθερα, ιδού η ελευθερία, ένας καταναγκασμός, ένας εγκλεισμός που έχει μεταμφιεστεί σε ελευθερία, γαμώτο, κόντεψα να σκοντάψω σ’ αυτό το κωλοπεζοδρόμιο, τι μ’ έπιασε και σκέφτομαι τώρα αυτά τα πράγματα, θυμάμαι όταν ανέβαινα προς του κλέφτη τ’ αγκωνάρι δεν κατέφευγα σε τέτοιες σκέψεις, τις είχα αποβάλει, είχα βγει πέρα και πάνω από αυτούς τους συλλογισμούς αφού είχα καταλάβει, έχω καταλάβει, ότι δεν πρόκειται ν’ αλλάξω τίποτα, η ζωή είναι πολύ μικρή, μπορούσα όμως να επικεντρωθώ σε βασικά πράγματα, στα βήματά μου, στις ανάσες μου, πού και πού μάλιστα σταματούσα για ν’ αφήσω το βλέμμα μου να πλανηθεί ελεύθερο, πραγματικά ελεύθερο και τελικά όντως είχε ωραία θέα από εκεί πάνω, οι κορυφές των δέντρων στραφτάλιζαν καταπράσινες κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, φυσούσε ένα ήπιο βοριαδάκι που είχε καθαρίσει την ατμόσφαιρα από την υγρασία των προηγούμενων ημερών, έπαιρνε φόρα από το διάσελο πιο ψηλά, πέρα από την γαϊδουρόραχη κι ορμούσε προς την πεδιάδα χαμηλότερα ενώ διακρινόταν μέχρι και η θάλασσα. Φαινόταν ήρεμη και μακρινή έτσι όπως χανόταν στον λευκό ορίζοντα.






































































