Το βιβλίο της Άννας Κρεμέζη-Μαργαριτούλη αναφέρεται σε έναν δρόμο και σε έναν τόπο που στην πραγματικότητα ζουν μόνο στις αναμνήσεις και σε κάποιες φωτογραφίες της εποχής.
«Ερρίκου Σλήμαν 42, Πατήσια» ο τίτλος αυτής της αφήγησης που μοιάζει κάπως με παραμύθι και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πρώτη Ύλη».
Ένα οικογενειακό κτήμα στα Πατήσια, όπου η συγγραφέας έζησε τα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής της μαζί με την αδερφή της, τη γνωστή δημοσιογράφο και ερευνήτρια της γαστρονομίας Αγλαΐα Κρεμέζη.
Και μόνο οι φωτογραφίες του εξωφύλλου, όπως κι άλλες που κοσμούν το βιβλίο μας δείχνουν αυτόν τον τόπο που μοιάζει αν έχει από τη φαντασία: Πατήσια με λιβάδια και λουλούδια;
Χωρίς λεωφόρους και ατέλειωτες σειρές πολυκατοικιών;
Δεινή αφηγήτρια η συγγραφέας, γεννημένη το 1949, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με συγκίνηση και μελαγχολία ζωντανεύει άγνωστες πτυχές της ζωής στη μεταπολεμική Αθήνα δίπλα στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα.
Το κτήμα μοιάζει σαν νησίδα ενός κόσμου που χάνεται.
Τα χωράφια έγιναν οικόπεδα, οι μονοκατοικίες εξαφανίστηκαν, οι οικογένειες μετακόμισαν σε μοντέρνα διαμερίσματα πολυκατοικιών που είχαν τις σύγχρονες ανέσεις.
Τα παιχνίδια στους δρόμους χάθηκαν κι αυτά…
Πώς όμως τα βίωσε όλα αυτά ένα παιδί; Πώς διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του;
Όπως γράφει η ίδια:
«Έχω αραδιάσει μνήμες, εικόνες και συναισθήματα κάπως σαν να φτιάχνω ένα αρχείο, για να μην ξεχαστούν. Κάπου κάπου όμως Τα σχολιάζω, θετικά ή αρνητικά, με την ασφάλεια που μου δίνει η μεγάλη χρονική απόσταση από εκείνη την εποχή και από τα πρόσωπα που δεν ζουν πια. Αυτά τα σχόλια μπορεί αν είναι το “δια ταύτα”. Κάποιος μπορεί να θέλει να μιμηθεί ή να αποφύγει τα κατορθώματα ή τα παθήματά μου»…»

Πώς πήρατε την απόφαση να μοιραστείτε τις αναμνήσεις και τα βιώματα της παιδικής σας ηλικίας;
Είδα ενδιαφέρον στα μάτια της εγγονής μου (30 ετών), όταν έλεγα ιστορίες των παιδικών μου χρόνων, για τη δικιά μου γιαγιά και το χτήμα ~15 στρέμματα, όπου έζησα τα 12 πρώτα χρόνια της ζωής μου στο Τέρμα Αχαρνών. Γενικά με τον γραπτό λόγο δεν έχω δυσκολία. Κατά καιρούς έχω γράψει πολύ πιο απαιτητικά κείμενα όπως είναι οι αφηγήσεις σε σειρές εικόνων για τις Μουσειοβαλίτσες. Αυτές μπορεί να είναι μόνο 50-60 παράγραφοι, αλλά δεν φαντάζεστε πόσο δουλεμένα πρέπει να είναι αυτά τα κείμενα για να φέρουν το απαιτούμενο αποτέλεσμα στον μαθητόκοσμο. Ετούτο το αφήγημα κύλισε σα νεράκι. Αυτός όμως που με παρότρυνε για την επίσημη έκδοσή του ήτανε ο κ. Νίκος Βατόπουλος.
Τι νοσταλγείτε από εκείνη την εποχή της Αθήνας και τι δεν θα θέλατε ποτέ να ξαναζήσετε;
Νοσταλγώ κυρίως τις «αγροτικές» δουλειές που κάναμε. Μαζεύαμε τις ελιές και τις φτιάχναμε τσακιστές, εμείς τα παιδιά. Τις χαραχτές που θέλανε μαχαίρι, τις έκαναν οι μεγάλοι. Στις συκιές του χτήματος κρεμούσαμε ορνό (δηλαδή άλλα σύκα που φιλοξενούσαν τους επικονιαστές) για να δέσουν περισσότερα σύκα. Κι όταν είχαμε υπερπαραγωγή ανοίγαμε τα σύκα στη μέση και τα ξεραίναμε στον ήλιο, στην ταράτσα για το χειμώνα. Νομίζω ότι αυτό που μου άρεσε στις δουλειές αυτές ήταν ότι τις κάναμε μικροί και μεγάλοι μαζί.
Θυμάμαι και τον παππού μου τον Νικήτα που μας μάθαινε τα φυτά, τα έντομα και τ’ άλλα ζώα, ακόμα και τα νερόφιδα στη στέρνα. Θυμάμαι και τις «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές» του Χατζιδάκι ή τον Πατ Μπουν και τους Πλάτερς που ακούγαμε από δίσκους των 45 στροφών στο πρώτο ηλεκτρόφωνο του ξαδέρφου μας του Λεωνίδα.
Αφήσατε ένα σπίτι σε κτήμα για να ζήσετε σε διαμέρισμα. Εκείνη την εποχή πως ζήσατε αυτή την αλλαγή;
Αυτή η αλλαγή συνέπεσε με τη μετάβασή μου από την παιδική στην εφηβική ηλικία. Το διαμέρισμά μας ήτανε στο Κέντρο, Ηπείρου 1 και Πατησίων. Είμαστε κοντά στα περισσότερα σινεμά και θέατρα, είχαμε καλοριφέρ, ζεστό τρεχούμενο νερό. Στα Πατήσια σχεδόν όλο το χειμώνα είχα κρύα πόδια και χιονίστρες. Επίσης εδώ ένιωσα πιο ελεύθερη, ίσως επειδή κυκλοφορούσα μόνη μου και αισθάνθηκα να μην εξαρτώμαι τόσο από τον οικογενειακό περίγυρο. Αυτό βέβαια ήταν σχετικό και με την ηλικία μου.
Βλέπετε μόνο το άψυχο περιβάλλον δεν είναι ικανό να σε κάνει ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο. Αν ήταν έτσι όλοι οι άνθρωποι στα χωριά θα ήταν ευτυχισμένοι. Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου έχω το ρητό του Χόρχε Μπουκάι «Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι: ο Άνθρωπος». Και οι άνθρωποι σε μια περιοχή μπορεί να δημιουργούν ένα σπουδαίο περιβάλλον που σε εμπνέει και σε εξυψώνει. Αντίθετα άνθρωποι τοξικοί, που είσαι αναγκασμένος να βλέπεις κάθε μέρα, μπορεί να σε συνθλίψουν ιδιαίτερα αν είσαι παιδί.
Συμπεραίνω ότι μια από τις αιτίες της μετακίνησής μας από τα Πατήσια στην Ηπείρου, ήταν και η απομάκρυνση από κάποια «δηλητηριώδη» θεία.
Θα υπάρξει και συνέχεια των αναμνήσεών σας σε κάποιο επόμενο βιβλίο;
Ήδη από το καλοκαίρι έχω αρχίσει να ανασύρω από τη μνήμη μου τη δεύτερη δωδεκαετία της ζωής μου. Ελπίζω να αξιωθώ να την τελειώσω. Μάλιστα νομίζω ότι αυτή είναι πιο περιπετειώδης. Ξεκινάει από τα τελευταία μαθητικά μου χρόνια και υπολογίζω να σταματάει με την απόκτηση των δύο παιδιών μας όταν ήμουνα 23 και 25 ετών αντίστοιχα. Θα περιέχει τη ζωή στην Αηδονοπούλου στη Φιλοθέη, το σπουδαίο αυτό σχολείο, όπου βρήκα τον εαυτό μου. Τη σύνδεση και τη διαδρομή μου με τον άντρα της ζωής μου, από τα 17 μου χρόνια. Εδώ υπάρχει και μια «περιουσία» 130 ερωτικών επιστολών, αλλά μην ανησυχείτε … δεν πρόκειται να περιληφθούν όλες. Το γάμο μας, τη μετάβασή και διαμονή μας για ένα χρόνο στην Ολλανδία και την επιστροφή μας μ’ ένα 2CV. Δηλαδή περίπου από το 1962 μέχρι το 1974. Βάλτε με το νου σας τι συνέβαινε στην Ελλάδα εκείνη την εποχή. Μη σας πω ότι ονειρεύομαι να περιγράψω και την τρίτη δωδεκαετία…
Η ιστορία της Αθήνας ξεχνιέται, πολλά τοπόσημα χάνονται. Πώς θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε από τη λήθη και να αναδείξουμε την ιστορία τους;
Με το να τα αγαπήσουμε. Όπως είπαμε η δύναμη των ανθρώπων είναι τεράστια και για το καλό και για το κακό. Δεν αρκεί μόνο να βγάλουμε από τη λήθη τα τοπόσημα. «Δεν μαθαίνουμε παρά μόνο ό,τι αγαπάμε» λέει ο Μικρός Πρίγκιπας. Πολύ σημαντικό είναι να νοικοκυρέψουμε και το μικροπεριβάλλον μας. Το μπαλκόνι, το πεζοδρόμιο, το μαγαζί, το δρόμο μας. Να συνεννοηθούμε, να τα καθαρίσουμε, να τα βάψουμε, να περιποιηθούμε τα δέντρα, όπου υπάρχουν, να κάνουμε τη γειτονιά μας αξιαγάπητη. Είναι πολύ θλιβερό και ψυχοφθόρο να ζούμε σ’ έναν τόπο που δεν αγαπάμε. Και το χαμόγελό μας είναι μέρος του αστικού τοπίου.













































































