Επιμέλεια: Γιάννης Σχίζας

Πολίτες σε ρόλο επιστημόνων, ένα δίδυμο μητέρας και κόρης ανακάλυψε τη μεγαλύτερη γνωστή αποικία κοραλλιών στον κόσμο, η οποία βρίσκεται στο Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα έξω από τις ακτές της Αυστραλίας. Η αποικία έχει μήκος 111 μέτρων, περίπου όσο ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, και καταλαμβάνει επιφάνεια 3.973 τετραγωνικών μέτρων, ανακοίνωσε η περιβαλλοντική οργάνωση Citizens of the Reef.

Αυτό σημαίνει ότι είναι «μια από τις σημαντικότερες δομές κοραλλιών που έχουν καταγραφεί ποτέ στο Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα» και «η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη και χαρτογραφημένη αποικία κοραλλιών στον κόσμο», σύμφωνα με την ανακοίνωση.

Η Καλκόφσκι-Πόουπ ήταν η πρώτη που παρατήρησε τα κοράλλια. Μια εβδομάδα αργότερα, επέστρεψε στην περιοχή με τη μητέρα της και εξοπλισμό μέτρησης. «Με το που πήδηξα στο νερό κατάλαβα αμέσως τη σημασία αυτού που αντικρίσαμε» δήλωσε η Καλκόφσκι-Πόουπ, η οποία βιντεοσκόπησε με τη μητέρα της την αποικία, η οποία έχει το σχήμα του γράμματος «J».

Η ακριβής θέση των κοραλλιών δεν αποκαλύφθηκε προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος βλαβών», ανέφερε η Citizens of the Reef. Από το 2024, ο Μεγάλος Κοραλλογενές Φράγμα έχει υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες που έχουν καταγραφεί από τότε που ξεκίνησαν οι μετρήσεις πριν από τέσσερις δεκαετίες.

Οι πολύποδες που παράγουν τον λευκό ασβεστολιθικό σκελετό των κοραλλιών συμβιώνουν με μονοκύτταρα φύκη που ονομάζονται ζωοξανθέλες. Σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας, τα πολύχρωμα φύκη εγκαταλείπουν την αποικία, η οποία έτσι αποχρωματίζεται και μένει άσπρη σαν φάντασμα. Αν οι ζωοξανθέλες δεν επιστρέψουν σύντομα, τα κοράλλια πεθαίνουν.


Θάνατοι από καρκίνο με τη διαμονή κοντά σε πυρηνικές εγκαταστάσεις

Δεκάδες χιλιάδες θάνατοι από καρκίνο στις ΗΠΑ φαίνεται να συνδέονται με τη γειτνίαση με πυρηνικές εγκαταστάσεις, έδειξε εκτενής έρευνα του Χάρβαρντ. Η εν λόγω ανάλυση καλύπτει όλους τους πυρηνικούς σταθμούς των ΗΠΑ για την περίοδο 2000-2018, σύμφωνα με την οποία οι κάτοικοι αμερικανικών κομητειών που ζουν κοντά σε πυρηνικούς σταθμούς εμφανίζουν αυξημένη θνησιμότητα από καρκίνο σε σχέση με όσους κατοικούν πιο μακριά. Το έναυσμα για τη μελέτη δόθηκε λίγα χρόνια πριν, όταν μια ομάδα γιατρών παρατήρησε αυξημένο αριθμό καρκίνων στην κομητεία της Μασαχουσέτης, όπου λειτουργεί ένα πυρηνικό θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο. Οι γιατροί ήρθαν σε επαφή με τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ για να διερευνηθεί αυτή η αύξηση.

Η μελέτη της Σχολής Δημόσιας Υγείας T.H. Chan του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Nature Communications», επικεφαλής της οποίας είναι ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Υγείας και Ανθρώπινης Κατοίκησης στην έδρα Akira Yamaguchi του Χάρβαρντ, Πέτρος Κουτράκης. «Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία», υπογραμμίζει ο ίδιος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Η μελέτη της ομάδας του είναι η πρώτη του 21ου αιώνα που αναλύει τη σχέση ανάμεσα στην εγγύτητα σε όλους τους πυρηνικούς σταθμούς στις ΗΠΑ και τη θνησιμότητα από καρκίνο, καθώς μέχρι τώρα οι μελέτες εστίαζαν το ενδιαφέρον τους σε έναν μόνο πυρηνικό σταθμό και τη γύρω κοινότητα. Έτσι, η ερευνητική ομάδα του Χάρβαρντ αποφάσισε να μελετήσει όλους τους πυρηνικούς σταθμούς των ΗΠΑ για να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. «Μεγάλο μέρος της κατανόησής μας σχετικά με τις επιπτώσεις της ραδιενέργειας προέρχεται από διερεύνηση επαγγελματικού περιβάλλοντος και σημαντικών ραδιολογικών συμβάντων, όπως τα ατυχήματα σε πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, μεταξύ των οποίων στο Τσέρνομπιλ και τη Φουκουσίμα. Ωστόσο, η έκθεση σε ραδιενέργεια στα σενάρια αυτά δεν είναι αντιπροσωπευτική των όσων βιώνει στην καθημερινότητά του ο γενικός πληθυσμός», εξηγεί ο κ. Κουτράκης.

Οι ερευνητές αναζήτησαν στοιχεία για τους πυρηνικούς σταθμούς σε όλες τις ΗΠΑ και τη θνησιμότητα από καρκίνο, κατά την περίοδο 2000-2018. Χρησιμοποίησαν προηγμένη στατιστική μοντελοποίηση που υπολόγισε τη σωρευτική επίδραση όλων των κοντινών πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας. Τα στοιχεία για τις τοποθεσίες και τις περιόδους λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών στις ΗΠΑ, καθώς και ορισμένων στον Καναδά, προήλθαν από την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Όπως προέκυψε από την ανάλυση, οι κομητείες των ΗΠΑ που βρίσκονται πλησιέστερα σε πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής εμφάνιζαν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο, ακόμη και μετά τον έλεγχο των κοινωνικοοικονομικών, περιβαλλοντικών και υγειονομικών παραγόντων. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης, περίπου 115.000 θάνατοι από καρκίνο στις ΗΠΑ (ή περίπου 6.400 ετησίως) οφείλονταν στην εγγύτητα σε πυρηνικούς σταθμούς. Η συγκεκριμένη δημοσίευση αναφέρεται σε όλους τους καρκίνους συνολικά. Ωστόσο, όπως αποκαλύπτει ο κ. Κουτράκης, μια δεύτερη έρευνα της ίδιας ομάδας, που θα δημοσιευτεί σύντομα στο περιοδικό «Journal of Exposure Science and Environmental Epidemiology» του ομίλου «Springer Nature» εντοπίζει αύξηση σε τρεις μορφές καρκίνου που έχουν και το μεγαλύτερο ποσοστό θνησιμότητας: τον καρκίνο του πνεύμονα και του παχέος εντέρου σε άνδρες και γυναίκες και τον καρκίνο του μαστού στις γυναίκες.

Τέλος, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η επίδραση των πυρηνικών σταθμών δεν αφορά μόνο στον καρκίνο. «Σε μελλοντικές ανακοινώσεις θα δείξουμε και επιπτώσεις στο κεντρικό και περιφερειακό νευρικό σύστημα και τις χρόνιες νεφρικές παθήσεις», προσθέτει ο ίδιος.

Ο Πέτρος Κουτράκης έχει διεξάγει την τελευταία δεκαετία μια σειρά από μεγάλες μελέτες πληθυσμού για να διερευνήσει τις επιπτώσεις στην υγεία από την έκθεση σε ακτινοβολία σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, την ύπαρξη ουρανίου στο έδαφος και τη γειτνίαση κατοικιών με πυρηνικούς σταθμούς και μάλιστα, είχε δώσει τον προηγούμενο μήνα διάλεξη στην Ακαδημία Αθηνών για το ίδιο θέμα. Όπως τονίζει, «η χρήση πυρηνικής ενέργειας εμπεριέχει πολλούς κινδύνους, από την εξόρυξη και τον εμπλουτισμό ουρανίου, τη λειτουργία των πυρηνικών σταθμών και τα ατυχήματα σε αυτούς, αλλά και την αποθήκευση αποβλήτων». Επιπλέον, συμπληρώνει, «σε χώρες, όπως η Ελλάδα, που είναι σεισμογενείς, τα ατυχήματα είναι πιο πιθανά, με αποτέλεσμα τεράστιες επιπτώσεις στην υγεία, τη μόλυνση του περιβάλλοντος και τον τουρισμό. Η Ελλάδα έχει τεράστιες δυνατότητες για ηλιακή και αιολική ενέργεια. Νομίζω ότι θα πρέπει να επικεντρωθούμε σε αυτές τις μορφές ενέργειας».

Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα ευρήματα της έρευνας δεν τεκμηριώνουν αιτιώδη σχέση, ωστόσο αναδεικνύουν την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης των πιθανών επιπτώσεων που έχουν οι πυρηνικοί σταθμοί στην υγεία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η πυρηνική ενέργεια προβάλλεται ως λύση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Τέλος, επισημαίνουν ότι η μελέτη δεν περιλάμβανε άμεσες μετρήσεις ακτινοβολίας και βασίστηκε στην παραδοχή ότι όλοι οι πυρηνικοί σταθμοί είχαν ισοδύναμη επίδραση.


«Αφήστε τους μαθητές να κοιμηθούν»

Τα σχολεία πρέπει να υιοθετήσουν ευέλικτα ωάρια που θα επιτρέπουν στους μαθητές να ξεκινούν μαθήματα πιο αργά το πρωί, προτείνουν Ελβετοί ερευνητές.

Όπως εξηγούν, οι έφηβοι έχουν τη βιολογική τάση να πέφτουν για ύπνο πιο αργά από τους ενήλικες. Ως αποτέλεσμα, πολλοί δεν έχουν το περιθώριο να κοιμηθούν αρκετά πριν αρχίσει το σχολείο.

«Αυτό είναι ανησυχητικό, καθώς η χρόνια έλλειψη ύπνου δεν επηρεάζει μόνο την ευεξία, αλλά έχει επίσης μετρήσιμη επίδραση στην ψυχική υγεία, τη σωματική ανάπτυξη και την ικανότητα μάθησης» λέει ο Όσκαρ Τζένι του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, μέλος της ομάδας που υπογράφει τη μελέτη στο Journal of Adolescent Health.

Οι ερευνητές εξέτασαν το ευέλικτο ωράριο που υιοθέτησε πριν από τρία χρόνια ένα σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο καντόνι του Σανκτ Γκάλεν. Μέχρι τότε, τα μαθήματα ξεκινούσαν στις 07:20 το πρωί. Το νέο πρόγραμμα έδωσε στους μαθητές δύο επιλογές: είτε να προσέρχονται στις 07:30 για προαιρετικές παραδόσεις είτε να περιμένουν για την κανονική έναρξη των μαθημάτων στις 08:30.

Πριν και μετά την εφαρμογή του ευέλικτου ωραρίου, οι ερευνητές εξέτασαν τις σχολικές επιδόσεις των μαθητών και τους ζήτησαν να απαντήσουν ερωτήσεις σχετικά με την ώρα που προτιμούν και τη διάρκεια του ύπνου τους.

Και τα αποτελέσματα ήταν σαφή: το 95% των μαθητών προτίμησαν να προσέρχονται στο σχολείο αργότερα και μπορούσαν έτσι να ξυπνούν έως και 40 λεπτά αργότερα από ό,τι πριν. Δεδομένου ότι η ώρα που έπεφταν για ύπνο δεν άλλαξε, η διάρκεια του ύπνου τους αυξήθηκε αντίστοιχα.

Παράλληλα, «οι μαθητές ανέφεραν λιγότερα προβλήματα στον ύπνο και η ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία αυξήθηκε» ανέφερε η Ζοέλ Αλμπρεχτ, επικεφαλής της μελέτης.

Σύμφωνα με την ομάδα της, το ευέλικτο ωράριο στο σχολείο μπορεί να βοηθήσει όχι μόνο στη βελτίωση των επιδόσεων αλλά και στην αντιμετώπιση της «κρίσης» ψυχικής υγείας μεταξύ των νέων.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!