Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης

έτσι μου είχε πει, πάνε χρόνια, πάνω από δέκα, πάντως σίγουρα μετά το γεγονός, δεν είμαι και σίγουρος όμως, ήταν από τους τυχερούς, ή από τους άτυχους, εξαρτάται από ποια μεριά το βλέπεις, τον είχα δει που περιφερόταν ανάμεσα σε ξεβρασμένους, ακανόνιστους κορμούς, τεράστιους κορμούς, ξασπρισμένους με τα χρόνια, έψαχνε διαρκώς στην άμμο, τον πλησίασα πολύ προσεκτικά, έριχνε πάλι εκείνη τη μαύρη βροχή, κάθε στάλα ασήμιζε καθώς έπεφτε στην αμμουδιά, μαύρα χαλίκια που έπεφταν και πότιζαν με στάχτη την ακτογραμμή, φερτά υλικά ανάκατα με βράχια σκισμένα βίαια σαν από μπαλτάδες γιγαντιαίων, εξωτικών όντων, όλα απομεινάρια της καταστροφής, ήμουν εδώ όταν συνέβη, σαν όνειρο είναι πια, εκείνος ήξερε πολλά και ήθελα να του ξαναμιλήσω, αλλά όποτε τα κατάφερνα, παραληρούσε, δεν με άκουγε κι έβηχε ακατάπαυστα όπως τώρα, κατέβαζε ένα φθαρμένο κομμάτι ύφασμα που το χρησιμοποιούσε για να καλύπτει το πρόσωπό του, έφτυνε, ανέβαζε ξανά το κουρέλι λίγο κάτω από τα μάτια, έβηχε ξανά κι όλο έψαχνε στην άμμο, δεν κατάλαβα ποτέ τι έψαχνε όσες φορές κι αν τον ρώτησα, «τι ψάχνεις βρε άνθρωπε, δεν απέμεινε τίποτα πια», με εκνεύριζε που δεν απαντούσε, ποτέ δεν απαντούσε παρά μόνο φλυαρούσε με ακατάληπτα λόγια και αν και γνώριζα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάρω μία απάντηση, αποφάσισα να τον προσεγγίσω άλλη μία φορά, μάλιστα όταν τον πλησίασα με αντιλήφθηκε, γύρισε και με κοίταξε, απορώ πώς κατάλαβε ότι κάποιος τον πλησιάζει μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό, τα κύματα άφριζαν, γκρίζα και τερατόμορφα, υψώνονταν κι άφηναν βαθιά κενά σαν τάφρους, αδυσώπητες μαύρες αβύσσους που καλύπτονταν ξανά από τεράστιους όγκους νερού, μια διαρκής επανάληψη, λες και ξεκίνησε αυτή η αέναη κίνηση από τα βάθη του χρόνου και θα τελείωνε όταν θα χανόταν και ο τελευταίος κόκκος ύλης, όταν όλα πια θα μετατρέπονταν σε κάτι καινούργιο, όταν μία τερατώδης, καταστροφική αλλαγή θα επανεκκινούσε τα πάντα και ο χρόνος, ο χώρος και ό,τι άλλο μπορεί να μετρηθεί, θα έδινε τη θέση του σ’ εκείνο που δεν υπήρξε ποτέ με όντα που θα εξελίσσονταν διαφορετικά, που θα υπάκουαν σε καινούργιους φυσικούς νόμους, σε νέους κανόνες, αχαρτογράφητους ακόμη και από το ίδιο το σύμπαν, ίσως κάτι τέτοιο να έψαχνε στην άμμο, ενδείξεις του παντοτινού τέλους, ήθελα να τον ρωτήσω, ήθελα να μου εξηγήσει, και όταν γύρισε να με κοιτάξει, κοντοστάθηκα, μαγκώθηκα, πώς με κατάλαβε μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία, όμως δεν κοιτούσε εμένα, η ματιά του με διαπερνούσε, λες και κάτι κέντρισε την προσοχή του στη γενικότερη κατεύθυνση που βρισκόμουν, γύρισα κι εγώ να κοιτάξω προς τα εκεί που είχε εστιάσει, όμως δεν υπήρχε τίποτα πέρα από μία βουβή καταιγίδα, γαλάζιες αστραπές ξεσπούσαν στον ακίνητο ορίζοντα, ένα βαθύ βουητό ακουγόταν πού και πού σαν το προειδοποιητικό μουγκρητό ενός ζώου κι ανακατευόταν με τον ρόχθο των κυμάτων, ένας διαρκής κι απειλητικός σαματάς κι εγώ συνέχισα να κοιτώ στο βάθος χωρίς να ξέρω γιατί, ίσως είδα κάποιο σινιάλο, ένα σημάδι, κάτι, και δεν ξέρω πόση ώρα παρέμεινα να παρατηρώ της ηλεκτρικές εκκενώσεις μέσα σε μία αγωνιώδη ακινησία, ξεδιπλώνονταν μέχρι τη θάλασσα σαν ραχοκοκαλιές ψαριών ζωγραφισμένες σε σπήλαια από αρχαία χέρια και φώτιζαν τα σκοτάδια εκεί που τελειώνει ο κόσμος, αλλά δεν υπήρχε τίποτα, δεν είδα τίποτα, κατέβασα το κουρέλι που κάλυπτε το στόμα και τη μύτη μου, έφτυσα κάτω και συνέχισα να ψάχνω στην άμμο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!