Δεν πρόκειται για «στρατηγική συνεργασία». Μια βαθιά, σχεδόν αντανακλαστική ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τις επιλογές των ΗΠΑ (αλλά και του Ισραήλ), που θυμίζει όλο και περισσότερο υποτέλεια παρά συμμαχία. Από τις δημόσιες τοποθετήσεις μέχρι τη στάση των Μέσων Ενημέρωσης, κυριαρχεί μια μονοφωνία που αναπαράγει ως «εθνική θέση», ό,τι θεωρείται «γραμμή» της Ουάσινγκτον. Και αυτό εν μέσω πολέμου, εν μέσω ανοικτών απειλών για γενοκτονία, εν μέσω διεθνούς ηθικής και πολιτικής απομόνωσης της απροκάλυπτα ωμής και βίαιης ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν αυτή η ευθυγράμμιση παρουσιάζεται ως αυτονόητη. Το «δικαίωμα στην αυτοάμυνα» μετατρέπεται σε απόλυτο δόγμα, χωρίς καμία διάθεση κριτικής ή ισορροπίας. Οι εχθροί τους (από τη Ρωσία μέχρι το Ιράν και τους Χούθι) καθίστανται αυτόματα και δικοί μας εχθροί. Όποια αντίθετη φωνή είτε αποσιωπάται είτε περιθωριοποιείται. Η εξωτερική πολιτική μοιάζει να έχει μετατραπεί εξ ολοκλήρου σε αντανάκλαση ξένων προτεραιοτήτων, χωρίς ίχνος εθνικής στρατηγικής.

Κάπως έτσι και ενώ στη διεθνή ειδησιογραφία κυριαρχούσε το ναζιστικής έμπνευσης τελεσίγραφο Τράμπ για «τέλος του πολιτισμού του Ιράν», με την ανθρωπότητα να παρακολουθεί με τρόμο το ενδεχόμενο μιας νέας καταστροφικής κλιμάκωσης, ο υπουργός Άμυνας της Ελλάδας, Ν. Δένδιας ιεραρχούσε ως ύψιστης σημασίας μια συνάντηση με την πρέσβειρα Κ. Γκίλφοϊλ (την εποπτεύουσα τις μπίζνες στην αποικία Ελλάδα), ανακοινώνοντας τη συμφωνία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων με την Εθνική Φρουρά της Φλόριντα. Μια συμφωνία που παρουσιάστηκε ως τεχνική συνεργασία, ως μια «ευκαιρία» για εκπαίδευση και ανταλλαγή τεχνογνωσίας, όμως έχει σαφή στόχευση, την μεγαλύτερη πρόσδεση της χώρας μας στις μεθόδους και τα επιχειρησιακά στάνταρ των ΗΠΑ, καθώς και πιθανή άμεση εμπλοκή, σε ενδεχόμενο κρίσης στην Καραϊβική (βλέπε Κούβα).

Όμως το ερώτημα παραμένει: Γιατί μια κυρίαρχη χώρα επιλέγει να συνάπτει τέτοιου τύπου συμφωνίες με μια πολιτειακή δομή των ΗΠΑ; Η απάντηση δεν είναι απλώς επιχειρησιακή. Είναι βαθιά πολιτική. Δημιουργείται ένα πλέγμα εξαρτήσεων και διασυνδέσεων που ξεπερνά το επίπεδο της άμυνας και αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας, μετατρέποντας τη χώρα μας όλο και περισσότερο σε προσάρτημα της αμερικανικής στρατηγικής.

Και μέσα σε όλα αυτά, αναδύεται μια μερίδα των ελίτ που φαίνεται να επενδύει συνειδητά σε αυτή τη σχέση. Πολιτικοί που διεκδικούν ρόλο «εκπροσώπου» μιας πιο αμερικανοκεντρικής γραμμής στο εσωτερικό, επιδιώκοντας να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Επιχειρηματίες και εκπρόσωποι ισχυρών οικογενειών, που δηλώνουν έτοιμοι για μπίζνες ή απλά για να πάρουν τις μίζες ως ενδιάμεσοι διακρατικών συμφωνιών. Και η εξωτερική πολιτική στα αζήτητα. Αντί να υπηρετεί τη χώρα, μετατρέπεται σε εργαλείο προσωπικής και κομματικής ενίσχυσης.

Το αποτέλεσμα είναι μια Ελλάδα που δεν διαπραγματεύεται, αλλά προσαρμόζεται σε ό,τι κάθε φορά επιβάλουν οι «προστάτες», από την Ουκρανία και την «ενεργειακή» αυτοχειρία, στα «ήρεμα νερά» των ελληνοτουρκικών και τις νέες εκστρατείες στη Μ. Ανατολή. Με την εθελοδουλία να παρουσιάζεται ως εθνική «επιτυχία», παγιώνοντας μια νέα μορφή αμερικανοκρατίας η οποία αν και είναι λιγότερο εμφανής από το παρελθόν, μοιάζει πιο βαθιά ριζωμένη.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!