της Έλλης Δέδε
10 Δεκεμβρίου συμπληρώθηκαν 13 χρόνια από μια ξεχωριστή απώλεια. Πρόκειται για τον Παργινό στιχουργό ‒τον κορυφαίο των ημερών μας‒ Βαγγέλη Λιάρο… Πώς είπατε; «Δεν τον έχετε ξανακούσει»; Μην είστε τόσο σίγουροι!
Ποιος Έλληνας δε ζήτησε… «Άφεση» από τη Ρόζα και την Ιστορία; Πόσοι δεν αναρωτηθήκαμε «Ποιος είναι ο Θεατής και Ποιος ο Θεατρώνης;» σε αυτό το «Θέατρο Σκιών»; Πόσοι δε συνειδητοποιήσαμε με πικρό χαμόγελο πως «Στα Κρυφά και Ταπεινά» κρύβονται Τα Παντοτινά; Ποιος δεν πόθησε να δρασκελίσει «από το Μετς ως το Πουέρτο Ρίκο»; Ποιος δεν φθόνησε τη λεβεντιά όσων «Υπάρχουν για ένα Όνειρο κι ας είναι η Φωτιά του να τους Κάψει»;
Ναι. Όλα αυτά ‒κι άλλα τόσα‒ «ανήκουν» σε έναν και μοναδικό άνθρωπο. Τον αυθεντικό «ποιητή» ενός δικού του «ουρανού -και γης, έναν οικουμενικό ταξιδευτή, με όχημα την πένα του»: Ανήκουν στον Βαγγέλη Λιάρο, που επέλεξε να συστηθεί στο κοινό με το ψευδώνυμο Άλκης Αλκαίος… (πιθανόν από τον ποιητή του 6ου π.Χ. αιώνα).
Ποιος Έλληνας μπορεί, λοιπόν, να πει ότι δεν τον συντρόφευσαν σε κάποια έστω στιγμή στη ζωή του κάποια από «τα δίκοπα» αυτά τραγούδια» του; Σχεδόν κανένας! Διότι ο Άλκης Αλκαίος είναι ο στιχουργός που διατρέχει, με τη λάβα του έρωτα για μελάνι του, όλο το κοινωνικό γίγνεσθαι των τελευταίων δεκαετιών.
…Διότι ο Άλκης Αλκαίος αποτέλεσε την κορυφαία γραφίδα του Σύγχρονου Τραγουδιού, με τόλμη πολιτική, με αισθησιασμό ονειρικό, με θεματολογία ζώσα και τρόπο ολιστικό, όντας ο στερνός ίσως λαμπαδηδρόμος στη σκυταλοδρομία των Μεγάλων στην Ελληνική Μουσική.
Γνήσιο τέκνο του Καββαδία με την ίδια προτροπή ταξιδιών, με ανάλογη διεθνοποιήση των αναφορών του, με την ίδια, ακριβή λαϊκότητα του λόγου, που δονεί τις ψυχές. Κληρονόμος του Αμοργιανού «προφήτη» Νίκου Γκάτσου. Ομοτράπεζος του Ελευθερίου στην «αγωνία της Πατρίδας», συνομιλητής του Κώστα Τριπολίτη…
Η ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΑ του Αλκαίου, όσο κανενός άλλου, επιτυγχάνει μια μοναδική, σχεδόν εξιλεωτική, σύζευξη ανάμεσα στους αγώνες του Χθες και τις διαψεύσεις του Σήμερα, ανάμεσα στον ερωτικό σπαραγμό και την κοινωνική αγωνία, ανάμεσα στη νοσταλγία και στην καταγγελία, στα αδάμαστα κύματα και τα τσιμεντένια τείχη, ενσωματώνοντας το «Ρίγος το Παλιό» στη σύγχρονη ιστορική αναγκαιότητα (Κούκος Μονός). Ένα «ρίγος δίχως καμώματα» (σε μια εξαίσια υπόγεια συνομιλία με τον αριστερό ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, που στην «Εικόνα σου» ζητά την ίδια αγνότητα, με… «μεσάζοντες» τον Μαρκόπουλο, και τον κατανυκτικό Ξυλούρη να προτρέπει αισθαντικά: «Χρώματα Κι Αρώματα / Άαασε τα καμώματα»!)
Είναι, λοιπόν, χειροπιαστοί οι στίχοι του Αλκαίου, ποίηση βαθιά κοινωνική: Οι ουρανοί που ατενίζει ο Άλκης Αλκαίος επιμένουν να αποζητούν «αστέρια», χαραγμένοι όμως από τις γκρίζες ανάσες των «φουγάρων». (Πρωινό Τσιγάρο). Νοσταλγεί πάνω από την «Παλιά Φωτογραφία», Τα λουλούδια του δεν «ανθίζουν σε παραδείσους», αλλά σε «θερμοκήπια»… (Εντελβάις). Στους δρόμους που δονήθηκαν από «οδοφράγματα» υπάρχουν σήμερα αυτοκίνητα και άδειες σύριγγες.
Σέρνει κι ο Αλκαίος την πένα του στα ίδια σοκάκια της βρόμικης Αθήνας , ψυχορραγώντας με νιάτα που φυλλορροούν ‒στη Βικτώρια, ή «Πατησίων & Παραμυθιού Γωνία»‒ όπως κι η Κατερίνα Γώγου (Πάνω-κάτω η Πατησίων).
Στην ίδια πόλη, που κρύβει την απόγνωση πίσω από τα «ΟΑΚΑ» και μεγαλεπήβολες επιδείξεις στις παρυφές του «Γκρεμού» (Πλανόδιο Τσίρκο).
…Εκεί όπου «πεθαίνουμε ήπια». Όπως τα οράματά μας.
Kαι την είδε αυτήν την κοινωνική μετάλλαξη ο Αλκαίος αναστοχαζόμενος πικρά: «Πώς Έχει αλλάξει Έτσι Ο Καιρός;». Διέγνωσε το «Κακόηθες Μελάνωμα» του ξενομανούς ενδοτισμού μας και μιας αστυφιλίας του πνεύματος.
Γι’ αυτό θα νοσταλγήσει τη λεβεντιά μιας «Αντιγόνης» διττά άπιαστης, εγκλωβισμένος στον τύμβο της ματαιωμένης προσδοκίας και της θαμμένης εθνικής αξιοπρέπειας!
Είδε ο ίδιος την «Ανάγκη» να κινεί τον τροχό της εξέλιξης, ήταν όμως αυτόπτης μάρτυρας και της πτώσης των «ειδώλων». Προφητεύει τις νέες «Μπόρες» τούτος ο μέγας «οιωνοσκόπος» της Ιστορίας, αναφωνώντας: «Κι Εγώ Θρηνώ από τώρα τη Γενιά Μου».
Ένας Εξάγγελος που γνωρίζει πως «Είναι παράταιρη εποχή να βρει το Δίκιο Του Ένας Στίχος»… (Πρωινή Σερενάτα). Διασχίζει τρικυμίες με μια Πιρόγα. Οι θάλασσες του Άλκη Αλκαίου θρηνούν «Ναυάγια», που δικαιώνονται, όμως, από το «Μπάρκο» που αποτόλμησαν.
Επιμένει όμως σαν τον Αναγνωστάκη να «Μην Παραδέχεται την Ήττα», κηρύττοντας καβαφικά (σε διάλογο διακειμενικό ανάμεσα σε δυο αιώνες): «Μάταιο ταξίδι / δεν Υπάρχει»! (Αργώ).
Ένας ροκ κανταδόρος είναι ο στιχουργός Αλκαίος. Ένας υπόκωφος πυρπολητής. Ένας ερωτευμένος Ξένος. Ο στρατιώτης που γύρισε με ξεσκισμένη τη σημαία του μετά την ήττα του, χωρίς να την παραδώσει ποτέ. Ένας απόστρατος που δεν ξαπόστασε. Ένας διπλά προδομένος οραματιστής ‒ της Δικαιοσύνης και του Έρωτα. Ένας Έλληνας παγκόσμιος! Έτσι, θα βρούμε τον Άλκη Αλκαίο πλάι στον «Ερνέστο» και στα «άγνωστα αδέλφια του» από τα κινήματα της Αφρικής και το «Αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής».
Οι στίχοι του θα γίνουν πέταλα στο γαρύφαλλο του «Μπελογιάννη» και ρέκβιεμ για τη «Λούξεμπουργκ».
Θα γράψει κι ο Άλκης (όπως ο Καββαδίας για τον Τσε ή τον Λόρκα) ένα δικό του Θρηνητικό Νανούρισμα για τη νεαρή Ανατολίτισσα που αυτοπυρπολήθηκε τη δεκαετία ‘80 στην πλατεία Ταξίμ, καταγγέλλοντας την καταπίεση των Κούρδων. Θα τη βαπτίσει συμβολικά «Ρωξάνη», κι αυτή θα γίνει η «μικρή βασίλισσά του οικουμενισμού» του! (σύνθεση Μίλτος Πασχαλίδης). Κι ύστερα η Ιστορία που γίνεται Σιωπή (Ρόζα). Για τον Αλκαίο προσωπικά τούτη η σιωπή θα έχει μια ιδιαίτερη σημειολογία ‒ καθώς θα τη βιώσει σε ένα «Εμπάργκο» ατομικό…

Ο ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ Άλκης Αλκαίος δε χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις. Εκείνος όμως που παρέμενε απροσπέλαστος για όλους ήταν ο Βαγγέλης Λιάρος…
Ο άνθρωπος δηλαδή πίσω από αυτό τον στιχουργικό «γαλαξία» του Αλκαίου.
Με κάποιες περιστασιακές φωτογραφίες του στο ένθετο του «Εμπάργκο» το 1981, μια μοναδική τηλεοπτική εμφάνιση για τον συγκεκριμένο δίσκο και άλλη μια ραδιοφωνική εκπομπή, ο άνθρωπος Αλκαίος έμεινε στην αφάνεια.
Έγινε ο «Αόρατος Στιχουργός» σε βαθμό που καλλιεργήθηκε ο αστικός μύθος «μέχρι κι ότι δεν υπάρχει!»
Ο θάνατος του Άλκη Αλκαίου, 10 Δεκέμβρη του 2012, πυροδότησε μια εκτεταμένη συζήτηση γύρω από το πρόσωπό του και σωρεία αποκαλύψεων για ‘κείνον, που υπερβαίνουν μια περιέργεια φτηνής κατανάλωσης και ανάγονται στο χρέος: Η Ελλάδα χρωστά στον Αλκαίο περισσότερα από την ποίηση του… Του χρωστά Γνώση και Μνήμη, γιατί την ανώτερη ποίησή του δεν την κατέθεσε στο χαρτί αλλά στη ζωή!
Ένας γλυκύς Ιώβ της Λευτεριάς που βάσταξε μόνος το μαρτύριό του, για 40 ολόκληρα χρόνια.
Τούτη την αναγκαιότητα υπηρέτησαν το σπουδαίο βιβλίο του Μίλτου Πασχαλίδη («Αγύριστο Κεφάλι», 2014) κι ένα πρόσφατο εκτεταμένο αφιέρωμα από το μουσικό περιοδικό Μετρονόμος του Θανάση Συλιβού.
Ο Βαγγέλης Λιάρος γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου του 1949 στη Θεσπρωτία (χωριό Κοκκινιά). Σύντομα η οικογένειά του, ο Θανάσης Λιάρος, η μητέρα του Μαγδαληνή Ντίνου κι ο αδελφός του Γρηγόρης (1953) μετακόμισαν στην Πάργα, όπου ο νεαρός Βαγγέλης τέλειωσε το σχολείο με άριστα (υπάρχει φωτό του ως σημαιοφόρος!). Παιδί πρόσχαρο, γενναιόδωρο και βιβλιόφιλο, θα επηρεαστεί σε πολλά από τον αδελφό της μητέρας του, τον αριστερό δικηγόρο Ζήκο Ντίνο. Στα 17 του θα κάνει μια υποδειγματική διάλεξη για τον ποιητή Καρυωτάκη (Ο Ποιητής Που Αγαπήθηκε Και Μισήθηκε), που αποδεικνύει ένα χαρισματικό πνεύμα.
Γράφει ο νεαρός Ευάγγελος: «Ο άνθρωπος Καρυωτάκης αντιστρατεύθηκε το αίτημα της ζωής και πρέπει να κρίνεται έξω από την “άρρωστη φύση του.” Αποδέχεται, όμως, “τον ποιητή όμως που με το γλυκό τραγούδι του κατόρθωσε να υποτάξει την τραγικότητα του ανθρώπου στο νόημα της Υψηλής Τέχνης!».
Οι σπουδές στη Νομική Αθήνας και το κλίμα της εποχής των μπουάτ, καθώς κι η παρουσία του αριστερού θείου του συμβάλλουν στην πολιτικοποίησή του. Το 1972, βοηθώντας στον αντιδικτατορικό αγώνα την ομάδα του Παναγούλη, ο λεπτεπίλεπτος Βαγγέλης Λιάρος συλλαμβάνεται και παραμένει από τον Αύγουστο ως το Δεκέμβρη στη οδό Μπουμπουλίνας…
Στα κολαστήρια της ΕΑΤ -ΕΣΑ, ο φιλντισένιος φοιτητής με τα χαμογελαστά μάτια θα δοκιμάσει απερίγραπτα βασανιστήρια ‒ από το «γνωστό» ρεπερτόριο της Ασφάλειας (φάλαγγα-ξυλοδαρμοί-Προκρούστης-ηλεκτροσόκ). Το μαρτυρά το γεγονός ότι τον πρώτο καιρό της αποφυλάκισης ήταν κατάκοιτος και τον τάιζαν με καλαμάκι! Το μαρτυρούν οι «Σκιές Στο Σώμα» (όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου στο δίσκο «Θάλασσα Στη Σκάλα», που είναι αφιερωμένος σε αυτόν) καθώς τα απάνθρωπα βασανιστήρια της Χούντας επιδεινώνουν την αγκυλωτική σπονδυλοαρθρίτιδα, που του είχε ‒με ήπια μορφή‒ εμφανιστεί στη μετεφηβεία του, σε βαθμό που κάθε βήμα τώρα να του προξενεί τρομακτικούς πόνους. Λίγα χρόνια αργότερα, θα του είναι αδύνατον να σταθεί όρθιος για πολλή ώρα και το 1984 θα αναγκαστεί να κλείσει το δικηγορικό του γραφείο στη Βερανζέρου. Για κάποια περίοδο η υγεία του Άλκη θα βελτιωθεί χάρη σε μια φαρμακευτική αγωγή που ερχόταν σε αυτόν από τη Ρουμανία αλλά σταμάτησε να εισάγεται μετά το ‘89. «Μη θέλοντας να εμπνέει τον οίκτο», ο Αλκαίος θα απομονωθεί στο διαμέρισμά του στην Κάτω Κηφισιά, με σχετικά σπάνιες πλέον εξόδους και παραθερισμό στη λατρεμένη του Πάργα, κρατώντας επιλεγμένα πρόσωπα στον περίγυρό του ‒με έντονο πάντα ενδιαφέρον για τη ζωή και τα τεκταινόμενα‒ πάντα αμετανόητα Κομμουνιστής.
Ο Αλκαίος μέσα στο ατέρμονο σωματικό του άλγος, κράτησε όρθιο, όμως, πάντα, το ηθικό του ανάστημα… Από το 1977 αρθρογραφεί στον Ριζοσπάστη… Αρχικά είχε το ψευδώνυμο «Ανζ» (από το γαλλικό Εβάνζ όπως τον φώναζαν τουρίστριες στην Πάργα). Κατόπιν, υιοθετεί το «Άλκης Αλκαίος», άγνωστο γιατί. Από τον «Ριζοσπάστη» ο Θάνος Μικρούτσικος ανακαλύπτει το ποίημά του «Φλεβάρης του 1848», που το μελοποιεί «Στα Τραγούδια Της Λευτεριάς», χωρίς να μπορεί να τον εντοπίσει ως «Άλκη Αλκαίο» φυσικά! Όταν έμαθε το πραγματικό του όνομα, τον κάλεσε στο στούντιο… Ο Αλκαίος ενθουσιάστηκε και ξεκίνησε η σπουδαιότερη μουσική συνεργασία της τελευταίας 30ετιας.
Αποκορύφωμα το θρυλικό Εμπάργκο (1982), όπου σαν «Ιανός» ο Αλκαίος φανερώνει τη διττή όψη του κοινωνικού αγωνιστή και του τρυφερού ‒ίσως και ματαιωμένου‒ εραστή. Το «Κακόηθες Μελάνωμα» που δεσπόζει στον δίσκο, το έγραψε για την αδικοχαμένη μητέρα του (43 ετών έφυγε από την επάρατο) αλλά αφιερώθηκε τελικά στον αγωνιστή Νίκο Πουλαντζά. Ο δε Αλκαίος συστηνόταν ως «Απλώς ένας άνθρωπος που γράφει στίχους για τον Θάνο Μικρούτσικο». Ο Αλκαίος προσκολλήθηκε τόσο στη μουσική τους δυαδικότητα που αρνιόταν πεισματικά να γράψει για άλλους ‒ ακόμη και γι’ αυτόν τον Μάνο Λοΐζο, όπου ύστερα από επιμονή του Θάνου γράφει το «Πρωινό Τσιγάρο». Ο θάνατος του Μάνου προλαβαίνει και ο Άλκης παραχωρεί το κομμάτι στον Νότη Μαυρουδή δια… τηλεφώνου!
Ο Θάνος Μικρούτσικος πανταχού παρών ‒ όμως τώρα ανοίγει η πόρτα του Αλκαίου και για άλλους, όπως ο Κροκίδης, ο Πασχαλίδης, ο Μάλαμας, ο Παπακωνσταντίνου, τα Υπόγεια Ρεύματα.
Κακά τα ψέματα, όμως, ο Αλκαίος με τον Μικρούτσικο έγραψε ιστορία. Αξίζει να αναφέρουμε το παρασκήνιο πίσω από τη θρυλική «Ρόζα» (από τα κορυφαία τραγούδια του αιώνα). Ο Αλκαίος την έγραψε το 1983 στο Νοσοκομείο της Λειψίας, ενώ έκανε εγχείρηση για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στην πλάτη ‒ χωρίς θεαματική επιτυχία… Εκεί συνάντησε και τον Κώστα Θωμαΐδη. Το κομμάτι αυτό το είχε αρνηθεί η Αλεξίου και μόλις το 1998 το ερμήνευσε ο Μητροπάνος στον κορυφαίο ίσως δίσκο του όπου εμπεριέχεται και το «Πάντα Γελαστοί» εις μνήμην του Κύπριου ήρωα Σολομώντα Σολωμού.

ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ της ζωής του, ο Αλκαίος έμεινε γελαστός κι όταν συνάντησε τυχαία τους βασανιστές του. Ο ένας ήταν αστυνομικός, τον άλλον τον πέτυχε ως πολίτη στο καράβι, ταξιδεύοντας για την Πάργα. Βρήκε τη δύναμη και τους «προσπέρασε» με πικρία, χωρίς θυμό ή μνησικακία ‒ διδάσκοντας τη μακροθυμία ενός Σωκράτη και συγκρατώντας, στη μια περίπτωση, και την οργή του αδελφού του, του Γρηγόρη, που τον συνόδευε.
Τους συγχώρεσε… (Αναρωτήθηκε, άραγε, κι αυτός… «αν έχουν οι βασανιστές του μάτια, στόμα και λαιμό»‒ όπως γράφει «Στη Μπουμπουλίνας» του Μίκη ο Μάνος Ελευθερίου που τόσο εκτιμά;). Μεγαλείο ψυχής, που συνθέτει το πιο αλησμόνητο ποίημα!
Μέσα στη δοκιμασία του σώματος, πάντως, η τύχη μύρανε τον Βαγγέλη Λιάρο με έναν γλυκύτατο πατέρα, τον Θανάση, που διακόνησε τον γιο του γεμάτος στοργή ως το τέλος, καθώς και με πιστούς φίλους που τον λάτρεψαν, όπως κι η απλή, λαϊκή ψυχή, που τραγούδησε τους στίχους του σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς…
Λάτρης του ραδιοφώνου, που δε θα… έλεγε όχι σε μια φιλική παρτίδα πόκας (μοτίβο που εμφανίζεται συχνά και στην ποίησή του).
Αυτόν τον άγνωστο Άλκη μας σύστησε ο Μίλτος Πασχαλίδης σε μια συγκλονιστική κατάθεση ψυχής στη μαρτυρία του «Αγύριστο Κεφάλι», που επανεκδόθηκε από τον οίκο κοινωνικών δοκιμίων ΚΨΜ, καθώς και το μουσικό περιοδικό Μετρονόμος του Θανάση Σιλυβού (τ. Ιαν-Μάρτιος 2017).
Σε κείνο το τσακισμένο σώμα, τελικά, οικούσε μια δυνατή ψυχή γεμάτη πάθος και πείσμα, ένας γκουρού των λέξεων, ένας ακέραιος άνθρωπος, που για ένα και μόνο γράμμα τίναξε το όνειρο ενός δίσκου με τον Νταλάρα στον αέρα, όταν ο δεύτερος αξίωσε να αντικαταστήσει το μικρασιατικό επίρρημα «καρσί» ‒ (σημ. αντικριστά) με τη γνωστή λέξη «κρασί». (Για την ιστορία, ο δίσκος έγινε με Μητροπάνο-Τόκα)!
Το αεράκι της Πάργας θα είναι διαχρονική έμπνευση και παρηγοριά για τον Αλκαίο, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια που τα περνούσε εκεί. Το τελευταίο χτύπημα σε αυτήν τη δύσκολη ζωή, θα έρθει όταν του εμφανιστεί καρκίνος στον προστάτη με μετάσταση στο συκώτι. Θα τον παλέψει παλικαρίσια, συνεχίζοντας να δημιουργεί άοκνα και χωρίς να αφήσει κανέναν να αντιληφθεί πόσο υποφέρει!
Θα ζήσει αρκετά για να πιει το πικρό ποτήρι μιας Βουλής που δέχθηκε ακροδεξιούς φασίστες στους κόλπους της (Μάης του 2012) ‒ μέχρι τον μουντό Δεκέμβρη του ‘12, που αφήνει την τελευταία του πνοή, για να ταφεί στην αγαπημένη του Πάργα όπου υπάρχει μαρμάρινο μνημείο προς τιμήν του στην πλατεία που ο Δήμαρχος Πάργας, κ. Νίκος Ζαχαριάς έδωσε το όνομά του («Άλκής Αλκαίος», θεσμοθετώντας κι ετήσιο φεστιβάλ στιχουργικής προς τιμήν του).
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ του Αλκαίου στην ελληνική δισκογραφία ανεξίτηλο με ολοκληρωμένα άλμπουμ ‒ σε σύνθεση του Θάνου Μικρούτσικου όπως το εμβληματικό «Εμπάργκο» (1982), «Στου Αιώνα Την Παράγκα» (1997), «Υπέροχα Μονάχοι» (2002), «Όσο Κρατάει Ένας Καφές» (πλην 2 τραγουδιών) με τον πρόωρα χαμένο, αισθαντικό Διονύση Θεοδόση, κι «Εντελβάις» του Μάριου Τόκα (1999).
Κομμάτια του, όμως, ξεχώρισαν σε δίσκους όπου συνέπραξαν κι άλλοι στιχουργοί, όπως το «Μετς-Πουέρτο Ρίκο», «Βικτώρια», «Χρόνια Πολλά», «Κιφ», «Ρωξάνη», «Σκακιέρα», «Για το Αδύνατο Ικανοί», «Στις Ξερολιθιές», «Σιντάρτα», «Μπολερό», «Ζεϊμπέκικο της Φυλακής» και πλείστα άλλα…
Η ηθική κληρονομιά του Άλκη Αλκαίου, όμως, είναι πιο βαριά κι από τη στιχουργική του ακόμη, για την αντίστασή του επί Χούντας και τη μετέπειτα στάση του. Ήταν «ένας Ποιητής που υποδυόταν τον στιχουργό». Ανήκε σε όσους «Έδωσαν Τα νιάτα Τους Και τη Ζωή Να Γίνει Τ’ όνειρο φέτα ψωμί…», όπως το λέει κι ο Πάνος Τζαβέλλας στο «Έντιμο Άνθρωπο»!
Για να υπερασπιστεί τον «Άνθρωπο», ο Βαγγέλης Λιάρος κατέθεσε τον εαυτό του σε μια προμηθεϊκή θυσία, «καρφωμένος» στον δικό του «Καύκασο» ‒της σωματικής αδυναμίας και της μερικής απομόνωσης‒ ακτινοβολώντας, όμως, από ‘κει «έρωτα στη ζωή και στον άνθρωπο».
Ο Άλκης Αλκαίος κουβάλησε σαν Άτλαντας στις πλάτες το τίμημα του ωραίου αγώνα του, «Πάντα Γελαστός Και ‒(σαν Έλληνας)‒ Γελασμένος».
Γι’ αυτό ακατανόητος πάντα θα μένει της λεβεντιάς του ο «αλγόριθμος», για την κερδοσκοπία των «Αριθμών» και τα ψυχρά «Κομπιούτερς»…




































































