Του Στάθη Κουβελάκη*.

Ένα γνωστό ανέκδοτο στον αγγλόφωνο χώρο λέει ότι από τις τρεις τελευταίες κρίσεις του καπιταλισμού, οι μαρξιστές προέβλεψαν τις πέντε. Αυτό που δεν λέει, όμως, το ανέκδοτο είναι ότι από τον κανόνα αυτόν εξαιρούνται οι Έλληνες.

Η εικόνα που έχουμε, σήμερα, μπροστά μας είναι ότι το πρώτο θύμα της κρίσης στην Ελλάδα, στο πολιτικό επίπεδο, είναι η Αριστερά. Σ’ αυτό το παράδοξο αποτέλεσμα η πρωταρχική αιτία είναι ότι η Αριστερά δεν είδε την κρίση, και, σε μια πρώτη φάση, αρνήθηκε τη σοβαρότητά της. Δεν κατανόησε την ειδική μορφή της, τον κομβικό ρόλο που θα έπαιζε το δημόσιο χρέος, θεωρώντας ότι είναι ιδεολόγημα της άρχουσας τάξης. Αρνήθηκε να προβεί σε μια συγκεκριμένη ανάλυση των εκρηκτικών αντιφάσεων και αδυναμιών του ελληνικού καπιταλισμού, διότι κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε υποτίθεται με «εθνικισμό». Και, για παρόμοιους εντέλει λόγους, λόγω δηλαδή της υποταγής μεγάλου τμήματός της (ειδικότερα στη διανόηση) στα ιδεολογήματα του ευρωπαϊσμού, δεν κατάλαβε πόσο αλληλένδετη είναι η κρίση με τους όρους ένταξης της χώρας στην Ευρωζώνη, την Ε.Ε. και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Αριστερά δεν μπόρεσε εντέλει να καταλάβει ότι ο σαρωτικός χαρακτήρας των εξελίξεων αλλάζει άρδην τα δεδομένα πάνω στα οποία έχει συνηθίσει να οργανώνει τη δράση της και ότι η τροπή τους είναι σε θέση να σαρώσει την ίδια.
Αυτό που είδαμε και ακούσαμε το τελευταίο κρίσιμο, από κάθε άποψη, διάστημα από τους φορείς της Αριστεράς, είναι η γνώριμη συνταγή που συνδυάζει καταγγελιολογία και μαχητικό συνδικαλισμό. Απαραίτητα πράγματα, αναγκαίο σημείο εκκίνησης, αλλά ανεπαρκές όταν το έδαφος φεύγει κάτω από τα πόδια σου.
Μπορεί αυτή η εικόνα να ανατραπεί; Μπορεί η Αριστερά να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, δηλαδή να αλλάξει η ίδια; Μπορεί να ανατρέψει τον εαυτό της για να είναι, πραγματικά, σε θέση να σταματήσει αυτήν τη λαίλαπα και να γίνει και πάλι απειλή για τους ισχυρούς; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα πάνω στο οποίο καλούμαστε όλοι οι αριστεροί, εντός και εκτός αυτής της αίθουσας, να τοποθετηθούμε.
Δύο σκέψεις ήθελα να καταθέσω στη διάσκεψη που αρχίζει. Η πρώτη αφορά το γιατί της σημερινής κατάστασης, όπως μόλις τη σκιαγράφησα. Η δεύτερη αφορά το νόημα της πρότασης την οποία αρκετοί σύντροφοι του Αριστερού Βήματος καταθέτουμε προς συζήτηση στις δυνάμεις της Αριστεράς και στην ελληνική κοινωνία.
Για την κατάσταση της Αριστεράς, η θέση που θα διατυπώσω είναι ότι το βασικό πρόβλημά της σήμερα είναι ότι δεν έχει πολιτική, ότι δεν είναι σε θέση να παράγει πολιτική. Με άλλα λόγια, το θέμα δεν είναι τόσο μια λάθος πολιτική γραμμή, αλλά μια απουσία γραμμής ή, μάλλον, μια απουσία πολιτικής.
Αλλά αυτό που σήμερα αναδεικνύει η συγκυρία ως άμεση, απόλυτα επείγουσα ανάγκη, είναι ακριβώς το θέμα της πολιτικής, δηλαδή της ικανότητας επιλογής μεταξύ διαφορετικών προτάσεων με καθολικό χαρακτήρα, που αφορούν και απευθύνονται σε όλη την κοινωνία. Κανείς δεν λέει ότι τα μέτρα είναι σωστά και δίκαια, ούτε καν ο ΓΑΠ, κανείς δεν υπερασπίζεται το Μνημόνιο ως τέτοιο, αυτό που απλά λένε οι από πάνω και πολλοί από τους από κάτω είναι «δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». Ή μήπως μπορούμε;
Το πιεστικό, αναπόδραστο, ερώτημα της κοινωνίας σε κάθε πολιτική δύναμη, και πρώτα απ’ όλα στην Αριστερά, είναι: Εσείς τι λέτε; Τι θα κάνατε; Τι πρόταση έχετε; Τι θα κάνουμε με όλους αυτούς με τους οποίους έχουμε μπλέξει;
Αντί να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα, δηλαδή να κάνει πολιτική, η Αριστερά έχασε και συνεχίζει να χάνει πολύτιμο χρόνο υπεκφεύγοντας. Υπεκφεύγοντας μπροστά στο κεντρικό ζήτημα του χρέους. Υπεκφεύγοντας στο θέμα του ευρώ. Αρκούμενη σε ένα μείγμα κινηματισμού για τους μεν, αγωνιστικής γυμναστικής σε σεκταριστική βάση για τους δε. Παραπέμποντας τις λύσεις σε ένα είδος Δεύτερης Παρουσίας, είτε λέγεται «λαϊκή εξουσία», είτε πανευρωπαϊκές λύσεις και μεταρρυθμίσεις μορφωμάτων των οποίων ο συνθλιπτικά αντιδημοκρατικός, συνολικά αποκρουστικός και μη-μεταρρυθμίσιμος χαρακτήρας γίνεται -μέρα με τη μέρα- όλο και πιο αντιληπτός.
Σύμπτωμα όλων των προηγούμενων είναι και η παρούσα πολυδιάσπαση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς χωρίς, για πρώτη φορά ίσως στη ταραχώδη ιστορία της, διακριτό από την κοινωνία πολιτικό περιεχόμενο.
Και έρχομαι τώρα στην πρόταση, πυρήνας της οποίας είναι, όπως ξέρετε, η στάση πληρωμών, η έξοδος από το ευρώ και τα αναγκαία συμπληρώματα που είναι η εθνικοποίηση των τραπεζών, ο έλεγχος της κίνησης των κεφαλαίων και η βιομηχανική πολιτική.
Η πρόταση αυτή, και η υπεράσπιση της, την οποία θα επιχειρήσω με όσα ακολουθούν, είναι κατ’ εξοχήν υπόθεση πολιτική.
Είναι πολιτική πρώτα απ’ όλα γιατί εστιάζεται στο κεντρικό επίδικο, εκεί που συμπυκνώνονται οι αντιθέσεις και παίζεται ο συνολικός συσχετισμός, δηλαδή στο θέμα του χρέους που αποτελεί το θεμέλιο όλου του Μνημονίου.
Είναι, λοιπόν, πρόταση συγκεκριμένης ρήξης και όχι κενές ρητορείες, όπου όλα παραπέμπονται στην έφοδο για τη «λαϊκή εξουσία» ή στην πανευρωπαϊκή εξέγερση για μια «Ε.Ε. των εργαζομένων». Γι’ αυτό και είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί μετωπικά στην πολιτική του κυρίαρχου μπλοκ, στο «κόμμα του Μνημονίου» και στα διεθνή του στηρίγματα.
Είναι πρόταση βαθιά αριστερή, γιατί ανταποκρίνεται στο κοινό περί δικαίου αίσθημα ότι για την κρίση του συστήματος δεν πρέπει να πληρώνουν οι εργαζόμενοι και να διαλύονται οι πιο αδύναμες χώρες. Γι’ αυτό και είναι σε θέση να συσπειρώσει ευρύτερες δυνάμεις, πολύ πέρα από τα σημερινά όρια της Αριστεράς.
Είναι, όμως, ταυτόχρονα βαθιά ρεαλιστική, γιατί κατανοεί ότι η αναδιαπραγμάτευση με στόχο την παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους δεν γίνεται με παρακάλια και κουβεντούλα. αλλά στη βάση ενός συσχετισμού δύναμης. Και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να διαμορφωθεί ένας τέτοιος συσχετισμός από μονομερείς κινήσεις. Υπάρχει πλούσια διεθνή εμπειρία, ειδικά από τη Λατινική Αμερική, που δείχνει ότι μια τέτοια πρωτοβουλία συνιστά καθοριστικής σημασίας διαπραγματευτικό χαρτί, ιδιαίτερα όταν οι οφειλέτες χρωστούν πολλά και μπορούν να προκαλέσουν σημαντική ζημιά στους πιστωτές.
Είναι, τέλος, παρά τα όσα ακούγονται, πρόταση ουσιαστικά διεθνιστική, γιατί κατανοεί ότι η ισχυρότερη ώθηση στον κοινό αγώνα των εργαζόμενων και των λαών δίνεται όταν συγκεκριμένες χώρες και κυβερνήσεις παίρνουν πρωτοβουλίες κάτω από την πίεση του λαϊκού παράγοντα. Γιατί κατανοεί ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης των αγώνων είναι άνισοι από τη μια χώρα στην άλλη, άρα ότι κάπου πρέπει να γίνει η αρχή, όπως έγινε και στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής.
Είναι, όμως, διεθνιστική με μια βαθύτερη έννοια, γιατί καταδεικνύει ότι η αλληλεγγύη και κοινή πάλη των λαών δεν έχει καμιά σχέση με την αποδοχή μορφωμάτων όπως η Ευρωζώνη και η Ε.Ε.  που οικοδομήθηκαν για να διαλύσουν παντού τις κοινωνικές κατακτήσεις και τα δημοκρατικά πλαίσια και για να διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις ανισότητες μεταξύ των χωρών του κέντρου και της περιφέρειας.
Αυτές τις μέρες όλοι μας παρακολουθούμε, με κομμένη την ανάσα, τη μεγάλη σύγκρουση στη Γαλλία, όπου εργαζόμενοι και νεολαία παλεύουν για την ανατροπή των σχεδίων του Σαρκοζί για το Ασφαλιστικό. Όλοι διαισθανόμαστε τι ώθηση θα πάρει και ο δικός μας αγώνας αν νικήσουν, αλλά κανείς άλλος δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τη δουλειά που έχει αναλάβει αυτή τη στιγμή το λαϊκό κίνημα στη Γαλλία.
Κατά τον ίδιο τρόπο, είναι δική μας ευθύνη, ως ελληνική Αριστερά, να κερδίσουμε τον αγώνα για ανατροπή του Μνημονίου. Αν η Αριστερά παραμείνει στη σημερινή ανημπόρια, απλούστατα, θα πάψει να υπάρχει με τη μορφή και την περιορισμένη -έστω- εμβέλεια που ξέραμε.
Η επεξεργασία εναλλακτικής προοπτικής, προγραμματικής πρότασης και μετωπικής δράσης είναι ζήτημα και στοίχημα ζωής για την Αριστερά και για το μέλλον με αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού.

* Ο Στάθης Κουβελάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.
Το κείμενο που δημοσιεύουμε είναι η παρέμβασή του στη Διεθνή Διάσκεψη του Αριστερού Βήματος στην Αθήνα (Πάντειο Παν/μιο),
15-16 Οκτώβρη 2010.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!