Τον γνώρισα πρώτα ως σεναριογράφο. Ο Stefan Ahnhem ήταν αυτός που προσάρμοσε τα βιβλία της σειράς με ήρωα τον Κούρτ Βαλάντερ του Χένινγκ Μάνκελ για την τηλεόραση.

Ομολογώ πως πλην κάποιων εξαιρέσεων –με σημαντικότερη αυτή του Γκούναρ Στόλεσεν– δεν είμαι λάτρης της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας.

Διαβάζοντας ωστόσο το νέο του μυθιστόρημα, «Το τελευταίο καρφί» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση του Βαγγέλη Γιαννίση, βρέθηκα μπροστά σε κάτι διαφορετικό. Πρόκειται για το έκτο βιβλίο της σειράς με ήρωα τον Φάμπιαν Ρισκ, μόνο που εδώ οι ήρωες είναι πολύ περισσότεροι και εμβληματικός είναι ο κακός της ιστορίας, ο αρχηγός της αστυνομίας της Κοπεγχάγης Κιμ Σλέιζνερ.

Συναρπαστικό, γεμάτο ανατροπές, με συχνά επώδυνες εξελίξεις και με εξαιρετικά πορτρέτα των χαρακτήρων, όσο μικρό όλο κι αν παίζουν στην ιστορία. Σαφείς είναι και οι κινηματογραφικές επιρροές στο στιλ της αφήγησης.

Παράλληλα είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα, με τη βαθύτερη έννοια του όρου, που δεν διστάζει να σηκώσει το πέπλο και να μας δείξει τις κρύβεται κάτω από τη «νομοταγή» επιφάνεια στις Σκανδιναβικές χώρες. Έτσι που να αναρωτιέσαι μήπως με μια έννοια είμαστε πράγματι η «Δανία του Νότου», που έλεγε κάποια ψυχή…

Το αίτημά μου για συνέντευξη έγινε αμέσως δεκτό κι έτσι ένα απόγευμα βρεθήκαμε να συζητάμε τηλεφωνικά με τον σημαντικό συγγραφέα της αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι εδώ θα μεταφέρω ένα μέρος αυτής της κουβέντας που πιστεύω έχει το δικό της ενδιαφέρον.

 

Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο

 

Διάβασα σε παλιότερη σας συνέντευξη ότι ως παιδί δεν είχατε ποτέ φανταστεί ως θα ήταν δυνατόν να γίνετε συγγραφέας. Λέγατε πως το να βάζετε τα γράμματα και τις λέξεις στη σωστή σειρά δεν ήταν καθόλου εύκολο για σας. Πώς άλλαξαν τελικά τα πράγματα;
Πράγματι στο σχολείο δεν ήμουνα καθόλου καλός μαθητής και θυμάμαι ακόμη να με αλλάζουν τμήμα και να με κατεβάζουν σε επίπεδο. Αν τότε μου έλεγε κάποιος πως κάποτε θα γινόμουνα συγγραφέας ή θα γελούσα ή θα πίστευα πως με κοροϊδεύει. Προχωρούσα πάντα με αργό ρυθμό στο σχολείο.

Όταν τέλειωσα το σχολείο πήγα σε μια ιδιωτική σχολή και από εκεί βρέθηκα στον χώρο της διαφήμισης. Είχα πολλές ιδέες και ξεκίνησα με σενάρια για διαφημιστικά. Αλλά όσο εξασκείσαι, τόσο μαθαίνεις!

Πάντα μου άρεσε να αφηγούμαι ιστορίες κι έτσι ένα βήμα ήθελε για να φτάσω στον κινηματογράφο, που πάντοτε με γοήτευε. Αρχικά ήθελα να κάνω δική μου ταινία, όπου και να γράψω το σενάριο, αλλά και να τη σκηνοθετήσω, αλλά τελικά είπα να μείνω στο σενάριο και να αφήσω σε άλλον τη σκηνοθεσία.

Δούλευα μαθαίνοντας εκεί, ανάμεσα στα 26 και στα 30 μου. Ήταν πραγματικά διασκεδαστική εμπειρία. Το απολάμβανα πραγματικά.

Κι ύστερα ήρθε η ώρα του Βαλάντερ, όπου ανέλαβα την προσαρμογή του σεναρίου. Κι αυτό υπήρξε μεγάλο σχολείο για μένα. Όμως κάποια στιγμή κουράστηκα να επεξεργάζομαι τους χαρακτήρες που είχε δημιουργήσει κάποιος άλλος συγγραφέας κι έτσι αποφάσισα να πειραματιστώ γράφοντας μια δική μου αστυνομική ιστορία.

Πολλοί νομίζουν ότι στις σκανδιναβικές χώρες λειτουργούν όλα νομότυπα. Κι όμως η διαφθορά είναι παντού

Και προέκυψε ο χαρακτήρας του Φάμπιαν Ρισκ…
Πραγματικά. Ο Ρισκ, ίσως και χωρίς να το κάνω συνειδητά στην αρχή, ήταν στον αντίποδα του Βαλάντερ. Πολύ πιο νέος, χωρίς την κούραση και τα οικογενειακά προβλήματα του Βαλάντερ, πιο αισιόδοξος για το μέλλον.

Βεβαίως τότε δεν φανταζόμουν πως αυτή θα ήταν η αρχή για μια σειρά βιβλίων και μάλιστα με τέτοια απήχηση στο κοινό.

 

Το όνομα του ήρωα; Υπονοεί τα «ρίσκα» που παίρνει;
Ίσως και αυτό. Όμως στην πραγματικότητα όταν ξεκίνησα να γράφω δυσκολευόμουν να του βρω όνομα. Μέχρι που μια μέρα στο τραπέζι του σαλονιού είδα ένα επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής που είχαν αφήσει εκεί τα παιδιά μου: Ήταν το Risk.

«Αυτό είναι!» σκέφτηκα. Να το όνομα του ήρωά μου!

 

Το 2014 κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της σειράς το «Χωρίς πρόσωπο» και μάλιστα κέρδισε το Βραβείο Crimetime στην κατηγορία Μυθιστόρημα της Χρονιάς στη Σουηδία. Οκτώ χρόνια μετά, το έκτο και τελευταίο μέχρι τώρα βιβλίο της σειράς ποιες διαφορές έχει από τα προηγούμενα;
Είναι πιο περίπλοκο από τα προηγούμενα, με ιστορίες που συναντιούνται η μια με την άλλη από διαφορετικούς δρόμους.

Παράλληλα, είναι ένας είδος επιλόγου. Δεν προσθέτω νέους χαρακτήρες, ούτε υπάρχει κάποιος κατά συρροή δολοφόνος. Είναι η ώρα όλοι να «πληρώσουν τον λογαριασμό». Κι κυρίως ο ήρωάς μου, ο Φάμπιαν Ρισκ, που αυτοκτονεί ο γιός του και σίγουρα φέρει ευθύνες γι’ αυτό. Και οι ενοχές τον κατατρέχουν.

Και θέτω κι ένα ερώτημα: Οι άνθρωποι που αποφασίζουν να καταταγούν στην αστυνομία για να πολεμήσουν το «κακό» και πράττουν σωστά, μήπως ταυτόχρονα δίνουν στον εαυτό τους την ευκαιρία να επικοινωνήσει και με τη σκοτεινή του πλευρά;

Υπάρχει ένας τέτοιος διάλογος προς το τέλος του βιβλίου ανάμεσα στον «καλό» και τον «κακό» της ιστορίας που νομίζω αναδεικνύει αυτόν τον προβληματισμό μου, που υπάρχει σε όλο αυτό το τελευταίο μυθιστόρημα.

Το θέμα είναι να μην σε κερδίσει τελικά η σκοτεινή πλευρά…

 

Όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημά σας με τον αρχηγό της αστυνομίας της Κοπεγχάγης. Η αλήθεια είναι πως δεν παρουσιάζεται καθόλου κολακευτική εικόνα για τους πολιτικούς, τους επιχειρηματίες και τους αστυνομικούς της Δανίας και της Σουηδίας…
Πράγματι. Πιστεύω γενικά πως η εξουσία διαφθείρει. Και στις δυο χώρες που ζω και γνωρίζω καλά, υπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Και η διαφθορά φθάνει σε υψηλότατα επίπεδα. Πολλοί νομίζουν ότι στις σκανδιναβικές χώρες λειτουργούν όλα νομότυπα. Κι όμως η διαφθορά είναι παντού, σε κυβερνητικό επίπεδο, σε υψηλά κλιμάκια της αστυνομίας, σε πολιτικούς.

Μέσα από «Το τελευταίο καρφί» νομίζω ανέδειξα και αυτό το πρόσωπο της σκανδιναβικής κοινωνίας…

 

Θα είναι αλήθεια το τελευταίο βιβλίο της σειράς; Δεν σας στενοχωρεί να εγκαταλείψετε τους ήρωες σας;
Βεβαίως και με στενοχωρεί. Είναι κάπως λυπηρό. Σα να εγκαταλείπεις παλιούς σου φίλους. Ωστόσο αν και το χαρακτήρισα ως «επίλογο» δεν είπα ποτέ πως θα είναι και η τελευταία φορά που γράφω π.χ. για τον Φάμπιαν Ρισκ. Αλλά σίγουρα χρειαζόμουν ένα διάλειμμα μετά από έξι βιβλία. Ήδη έχω καταπιαστεί να γράφω κάτι διαφορετικό. Ίσως μετά από αυτό το διάλειμμα, που δεν ξέρω πόσο μπορεί να κρατήσει, να επιστρέψω σε αυτούς τους ήρωες.

Αν και κάποια στιγμή πρέπει να ξέρεις που να σταματήσεις, ώστε να μην επαναλαμβάνεσαι και να έχεις πραγματικά κάτι να πεις, οι ήρωες ζουν μέσα μου. Με συντροφεύουν χρόνια τώρα κι ο αποχωρισμός είναι δύσκολος.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!