Το καθεστώς Ερντογάν δεν αποτελεί μόνο μια μεγάλη απειλή για την ειρήνη και τους λαούς στη Μέση Ανατολή και την Αν. Μεσόγειο. Επιμένοντας σε μια επιθετική πολιτική χαμηλών επιτοκίων έχει οδηγήσει τους λαούς της Τουρκίας στην απόγνωση. Με την τουρκική λίρα να σπάει το ένα μετά το άλλο ρεκόρ υποτιμήσεων έναντι του δολαρίου και του ευρώ. Με τον επίσημο πληθωρισμό να κινείται στην περιοχή του 20% –και με τον πραγματικό πολύ μεγαλύτερο– οι πολίτες με μικρά και μεσαία εισοδήματα οδηγούνται στην απόλυτη φτώχεια. Απελπιστική είναι και η κατάσταση στις μικρές επιχειρήσεις που καθώς αντιμετωπίζουν συνεχείς ανατιμήσεις σε εισαγόμενες και μη πρώτες ύλες οδηγούνται σε οικονομικό αδιέξοδο. Ήδη παρατηρούνται ελλείψεις σε βασικά αγαθά ενώ έχει επιβληθεί δελτίο περιορισμών σε απαραίτητα προϊόντα όπως το λάδι και το ψωμί.

Όλες οι πτέρυγες των αντιπολιτευμένων κομμάτων και μεγάλη μερίδα της κοινωνίας κατηγορούν τον Ερντογάν ως υπεύθυνο για το χάος που επικρατεί. Μεγάλες διαδηλώσεις έχουν ξεσπάσει σε Κωνσταντινούπολη και άλλες μεγάλες πόλεις της Τουρκίας παρά τις απαγορεύσεις και τη βίαιη αστυνομική καταστολή.

Οι μεγάλες τουρκικές επιχειρήσεις επενδύουν στη λογική Ερντογάν που επαγγέλλεται ταυτόχρονα μεγάλους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και γεωπολιτικής επέκτασης, ικανών να καταστήσουν την Τουρκία υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη

Η τεράστια οικονομική μεγέθυνση της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια σήμερα κλονίζεται και μαζί της κλονίζεται η υποστήριξη των πολιτών στο κυβερνητικό κόμμα. Η οικονομική ευμάρεια των τούρκων πολιτών, που αποτέλεσε το εφαλτήριο της πολιτικής κυριαρχίας του Ερντογάν σχεδόν δύο δεκαετίες, μετατρέπεται σταδιακά σε παράγοντα πολιτικής κρίσης και αστάθειας. Ο ίδιος ο τούρκος πρόεδρος δηλώνει αυτάρεσκα ότι «όπως έσωσα τη χώρα στο παρελθόν από την οικονομική κρίση, θα το κάνω ξανά» και αρνείται κατηγορηματικά την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες που ζητά η αντιπολίτευση. Από την πλευρά τους οι πολίτες διαμαρτύρονται διερωτώμενοι «Τι θα τρώμε μέχρι το 2023; Δεν έχουμε την υπομονή ούτε τη δύναμη να περιμένουμε άλλα δύο χρόνια».

Υποκρισία της Δύσης

Δυτικοί αναλυτές και γκουρού των αγορών προεξοφλούν ότι αργά ή γρήγορα η Τουρκία θα αναγκαστεί να καταφύγει στο ΔΝΤ για να εξασφαλίσει δάνειο ώστε να αποπληρωθούν τα αυξανόμενα δημόσια χρέη της, γεγονός που θα πλήξει δραματικά την εικόνα της Τουρκίας ως μέλος του κλαμπ των 20 πλουσιότερων χωρών. Αποδίδουν την αιτία της οικονομικής κρίσης στην «ανορθόδοξη» επιλογή του Ερντογάν να διατηρεί χαμηλά τα τραπεζικά επιτόκια γεγονός που οδηγεί στην υποτίμηση της λίρας και την αύξηση του πληθωρισμού. Την ίδια στιγμή όμως, αν και καταγράφεται μια μικρή απόσυρση κεφαλαίων από την τουρκική οικονομία όπως και μαζική πώληση τουρκικών ομολόγων, όλες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες διατηρούν τις οικονομικές συναλλαγές τους με την Τουρκία. Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία θεωρούν την Τουρκία σημαντικό οικονομικό εταίρο, διευρύνουν διμερώς τις οικονομικές σχέσεις τους με αυτή και υπογράφουν μεγάλά συμβόλαια στρατιωτικών εξοπλισμών και συνεργασίας. Ταυτόχρονα φρενάρουν κάθε συζήτηση σχετικά με την επιβολή οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Άγκυρας για την παράνομη πολιτική της σε Κύπρο, Αιγαίο, Συρία και Λιβύη, προστατεύοντας έτσι τις επενδύσεις τους στην Τουρκία και τα γεωπολιτικά τους ενδιαφέροντα στην περιοχή.

Μεγάλες διαδηλώσεις στις πόλεις της Τουρκίας ενάντια στη φτώχεια. Καθημερινές είναι οι συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις ενώ καταγγέλλονται δεκάδες εκατοντάδες συλλήψεις διαδηλωτών

Ερντογανικής έμπνευσης επιθετική πολιτική

Ο τούρκος πρόεδρος παρουσιάζει την υποτίμηση της λίρας ως «συνομωσία της Δύσης» σε βάρος της Τουρκίας. Δεν διστάζει να καθαιρέσει κεντρικούς τραπεζίτες και οικονομικούς ιθύνοντες, που ο ίδιος διόρισε, όταν τον προτρέπουν να χαλαρώσει την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων για να σταθεροποιηθεί το τουρκικό νόμισμα. Του αρέσει να παρουσιάζει την οικονομική του πολιτική ως μια ακόμα απόδειξη του αγώνα για «ανεξαρτησία της Τουρκίας από τα δεσμά της Δύσης». Όλα αυτά είχαν για καιρό μια απήχηση στην τουρκική κοινωνία μέχρι τη στιγμή που η ακρίβεια οδηγεί στην εξαθλίωση τους άλλοτε ευνοημένους από τις οικονομικές επιτυχίες της χώρας.

Ο Ερντογάν προς το παρόν δεν φαίνεται διατεθειμένος να στρίψει το τιμόνι αλλάζοντας την οικονομική πολιτική του. Όχι γιατί είναι «οικονομικά αδαής ή εμμονικός». Το τουρκικό οικονομικό κατεστημένο και οι μεγάλες επιχειρήσεις επενδύουν στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων καθώς έχουν προσανατολιστεί σε μια εξωστρεφή οικονομική δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα, η υποτίμηση του νομίσματος κάνει τα τουρκικά προϊόντα φθηνότερα στη διεθνή αγορά και τις ξένες επενδύσεις στην τουρκική οικονομία πιο θελκτικές. Σήμερα στην Τουρκία υπάρχουν πάνω από 7.500 γερμανικές επιχειρήσεις και περίπου 1.600 ιταλικές. Συνολικά δραστηριοποιούνται περισσότερες από 74.000 ξένες εταιρείες από 182 διαφορετικές χώρες. Το γεγονός αυτό υπολογίζεται στα σοβαρά από το καθεστώς Ερντογάν. Από την πλευρά τους οι μεγάλες τουρκικές επιχειρήσεις επενδύουν στην πολιτική Ερντογάν που επαγγέλλεται ταυτόχρονα μεγάλους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και γεωπολιτικής επέκτασης, ικανών να καταστήσουν την Τουρκία υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη. Ο κίνδυνος δημοσιονομικής χρεοκοπίας που φαντάζει θανάσιμος υπολογίζεται ότι θα συγκρατηθεί υπό το βάρος του οικονομικού μεγέθους της Τουρκίας, του μεγέθους της εσωτερικής αγοράς της αλλά και της στρατηγικής γεωπολιτικής της θέσης.

Αναμφισβήτητα όλα αυτά παραμένουν ακραίοι υπολογισμοί με καθόλου προφανή κατάληξη.

Το μόνο προφανές είναι ότι η οικονομική αστάθεια της Τουρκίας θα συνεχιστεί και οι λαοί της θα καθίστανται τα κύρια θύματα της πολιτικής επέκτασης αλλά και «καύσιμη ύλη» των επιλογών του τουρκικού καθεστώτος.


Εμιράτα και Κίνα καλύπτουν τα κενά

Επενδύσεις και πετροδολάρια, ανάσα στην τουρκική οικονομία

Η οικονομική κρίση της Τουρκίας δημιουργεί ευκαιρίες επενδύσεων σε δυνάμεις που δεν επιτρέπουν να υπάρχουν οικονομικά ή γεωπολιτικά κενά.

Στην καρδιά της υποβόσκουσας νομισματικής κρίσης της Τουρκίας, η μεγαλύτερη κρατική κινέζικη τράπεζα (Industrial and Commercial Bank of China Limited) ανακοίνωσε την απόφασή της να στηρίξει την Τουρκία ως σημαντικό εταίρο του σχεδίου «Δρόμος του Μεταξιού» και να την παρουσιάσει ως τον σημαντικότερο οικονομικό συνέταιρο στο μεγαλύτερο εμπορικό forum της Κίνας που θα γίνει στα τέλη Νοεμβρίου στη Σαγκάη. Μάλιστα άμεσα, μια κινεζική εταιρεία ηλεκτρονικών συσκευών (η Haier Group Corp) ανακοίνωσε τη δημιουργία μιας νέας παραγωγικής μονάδας στο Εσκίσεχιρ με σκοπό την είσοδο στις αγορές της Ε.Ε.

Πιο εντυπωσιακή όμως ήταν η διακρατική συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Τουρκίας για άμεσες επενδύσεις ύψους 10 δισ. δολαρίων. Οι δύο χώρες παραμέρισαν εχθρότητα και αντιπαραθέσεις χρόνων (η Άγκυρα κατηγορούσε τα ΗΑΕ ότι χρηματοδότησαν το πραξικόπημα κατά του Ερντογάν το 2016 ενώ το Άμπου Ντάμπι κατηγορούσε την Τουρκία για στήριξη των Αδελφών Μουσουλμάνων) και ανακοίνωσαν συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, τα πετροχημικά, την τεχνολογία, τις μεταφορές, τις υποδομές, την υγεία και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η συμφωνία Τουρκίας-Εμιράτων αποτελεί μια «ταπείνωση» της επεκτατικής πολιτικής Ερντογάν στη Μ. Ανατολή, με αντίκρισμα μια σοβαρή οικονομική ανάσα. Αναδεικνύεται έτσι, αν όχι η ορθότητα της οικονομικής πολιτικής του τουρκικού ιερατείου, η δυνατότητα της χώρας να εξασφαλίζει προσωρινές ή πιο μόνιμες αποδράσεις από τις συνέπειες των επιλογών της. Γεγονός που καταγράφεται ως αποτέλεσμα μιας ενεργητικής στάσης.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!