του Andrea Zhok*

Ένα πολύ ενδιαφέρον και ανησυχητικό άρθρο είχε σήμερα στην πρώτη σελίδα της η Corriere. Αρθρογράφος ο Emanuele Trevi, που υπογράφει ως συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Το άρθρο βάλλει κατά μέτωπο ενάντια στην άρνηση εμβολιασμού.

Με δεδομένο ότι, προς αποφυγή αμφιβολιών, your most humble servant (1) είναι εμβολιασμένος και δεν είναι «No-Vax», ο τρόπος με τον οποίο ο Trevi υποστηρίζει τις «αντι-No-Vax» θέσεις του, τα επιχειρήματα που προβάλλονται, πραγματικά αξίζει να μας προβληματίσουν, ειδικά αν σκεφτούμε ότι, τοποθετούμενο ως editorial, το άρθρο καθίσταται αυτομάτως επίσημη έκφραση της ιταλικής «πεφωτισμένης αστικής τάξης».

Γράφει ο Trevi (τα κεφαλαία είναι δικά μου, για έμφαση):

«Η αλήθεια είναι αυτή: κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Δεν τους αρέσει ο Ντόναλντ Τράμπ, δεν λένε ότι η Γη είναι επίπεδη, δεν είναι επιθετικοί ή ηλίθιοι. Είναι ηθοποιοί, μουσικοί, καταστηματάρχες, άνθρωποι που έρχονται σε βιβλιοπαρουσιάσεις, άνθρωποι που συναντάτε για να φάτε παρέα. Το μόνο κοινό τους με το κλασικό no vax είναι μια μνησίκακη δυσαρέσκεια προς την επιστημονική γνώση. Με τίποτα, μα με τίποτα δεν θα ήξεραν να ορίσουν ένα κύτταρο ή μια πρωτεΐνη, αλλά παίρνουν αποφάσεις σοβαρές, όπως το να μην εμβολιαστούν με βάση τη συμβουλή του δασκάλου τους στη γιόγκα ή επειδή ένας φίλος ενός φίλου δουλεύει κάπου και το έχει σίγουρο το πράγμα.

ΠΑΡΑΒΛΕΠΟΥΝ, ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ, ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ, οπωσδήποτε έχοντας έγνοια, ώστε η γνώση να μην γίνεται σφετερισμός, μα έχοντας και αίσθηση ότι η γνώση συνιστά κατάκτηση που έρχεται με βήματα αργά και με αντίτιμο δάκρυα ματωμένα, όχι μια αναζήτηση στο google.

Πιστεύουν ότι δημοκρατία είναι «το να διαμορφώνεις άποψη», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό μες στο μυαλό τους. Και κάνουν λάθος, φυσικά και κάνουν λάθος: όμως είναι άνθρωποι αξιαγάπητοι, η βλάβη όσον αφορά την κατανόησή τους είναι περιορισμένη, ο ναρκισσισμός τους μετριάζεται από χίλιες δυο άλλες αρετές. Μπορούν να προξενούν την αγάπη και την αξίζουν – μας ζητούν να τους ανεχτούμε, όπως μας ανέχονταν να καπνίζουμε ή να τρέχουμε με τα αυτοκίνητα: κανείς δεν είναι τέλειος.

Και, ωστόσο, δεν κάνουν το εμβόλιο: Η πεποίθηση αυτή τσιμεντώνει την ταυτότητά τους και το να προσπαθείς να τους πείσεις είναι σαν να βγάζεις με το ζόρι το δάχτυλο από το στόμα μικρού παιδιού.

Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό, επειδή είμαστε εξαντλημένοι, υπό το κράτος των απογοητευτικών ειδήσεων, που δεν λένε με τίποτα να καλυτερέψουν μια κι έξω, και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους αποχαιρετήσουμε, λέγοντάς τους να σας έχει καλά ο Θεός, να προσέχετε – αν έχετε δεύτερες σκέψεις, είναι εύκολο να κλείσετε ραντεβού [σ.: για το εμβόλιο]. Και οι καινούριοι νόμοι, όπως αυτοί που εφαρμόζει ο σοβαρός αυτός άνθρωπος, ο Μακρόν, και όπως αυτοί που θα πρέπει και εμείς να εφαρμόσουμε αργά ή γρήγορα, είναι πανάκεια, γιατί μας αποτρέπουν από το να αντιγνωμούμε, να αμφιβάλουμε.

ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΑΝΑΜΕΤΡΙΟΥΝΤΑΙ Ο ΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ ΣΕ ΜΙΑ ΕΥΓΕΝΗ ΑΜΙΛΛΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ, ΤΟ ΒΡΙΣΚΩ ΑΠΕΧΘΕΣ. ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΝΏΜΗ ΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΤΡΟΧΟΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ, ΠΡΙΝ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ. Ίσως κάνουμε λάθος όταν δίνουμε υπερβολικά μεγάλη αξία στον διάλογο και στις τέχνες της διαλεκτικής και της πειθούς. Δεν κάνουμε άλλο, από το να μπαίνουμε και εμείς στην αισχρή απειρότητα των απόψεων, του αποκρουστικού “καθένας αξίζει το ίδιο” [“uno vale uno”] (2). Είμαι βέβαιος ότι εμείς που έχουμε εμβολιαστεί, εμείς που δείξαμε εμπιστοσύνη, είμαστε η συντριπτική πλειοψηφία και πράξαμε το σωστό. Μην μας ζητάτε, όμως, να πείσουμε τους άλλους: όχι μόνο δεν είναι σωστό, μα και δεν μπορούμε πλέον».

Πολλά τα ερεθιστικά σημεία, μα εκείνο που βρίσκω εμβληματικό είναι η πράα λογικότητα με την οποία ο αρθρογράφος καταλήγει σε ένα σαφώς αυταρχικό και γαλήνια αντιδημοκρατικό συμπέρασμα, με το χαμόγελο στα χείλη.

Αυτό που πρώτα απ’ όλα έχει μεγάλο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ο αρθρογράφος επικαλείται τη Λογική και την Επιστήμη, αλλά όχι διαμέσου κάποιου λογικού ή επιστημονικού επιχειρήματος. Όχι, η Λογική και η Επιστήμη επικυρώνονται διαμέσου της επίκλησης της Πίστης στο Βέλτιστο.

Και έτσι, η ουσία της δημοκρατίας γίνεται –ipse dixit– «να εμπιστεύεσαι αυτούς που γνωρίζουν», πράγμα που μεταφράζεται πρακτικά ως εξής: η ουσία της δημοκρατίας είναι μια ολιγαρχία.

Ο αρθρογράφος δεν έχει καμία αμφιβολία ότι αν «[είμαστε] υπό το κράτος των απογοητευτικών ειδήσεων, που δεν λένε με τίποτα να καλυτερέψουν μια κι έξω», φταίνε γι’ αυτό οι αμφισβητίες, εκείνοι που δεν στέλνουν τα παιδιά τους να εμβολιαστούν, αντί να εμπιστεύονται την πιο πρόσφατη δήλωση του ιολόγου, που ξεδιάλεξαν τα δελτία των οκτώ.

Η Λογική και η Επιστήμη επικυρώνονται διαμέσου της επίκλησης της Πίστης στο Βέλτιστο. Και έτσι, η ουσία της δημοκρατίας γίνεται –ipse dixit– «να εμπιστεύεσαι αυτούς που γνωρίζουν», πράγμα που μεταφράζεται πρακτικά ως εξής: η ουσία της δημοκρατίας είναι μια ολιγαρχία

ΕΚΕΙΝΟ, ΛΟΙΠΟΝ, που νομίζω πως πρέπει να κατανοήσουμε από τον προβληματισμό που θέτει το άρθρο, είναι το παιχνίδι της κατηγοριοποίησης που γίνεται σε αυτό.

Το άρθρο ξεκινάει γνωστοποιώντας μας τις προγενέστερες πεποιθήσεις του αρθρογράφου, ο οποίος πίστευε ότι ο κόσμος χωριζόταν από τη μια σε κτήνη του Βίκο –που δεν είναι ευλογημένα με το χάρισμα της νοημοσύνης και, ως εκ τούτου, είναι έτοιμα να ψηφίσουν Τράμπ, να διακηρύξουν ότι η Γη είναι επίπεδη και να κάνουν τον Ντράγκι να κλαίει– και, έπειτα, σε «εμάς», τη σώφρονα και καλοπροαίρετη πλειοψηφία.

Η καρδιά του άρθρου συνίσταται στην έκφραση της επίπονης διαπίστωσης του αρθρογράφου ότι σε αυτούς που αμφισβητούν τα εμβόλια δεν περιλαμβάνονται μόνο Επισκέπτες και Μόρλοκ (3) που έχουν βγει από τα έγκατα της γης, αλλά και καταπώς φαίνεται φυσιολογικοί άνθρωποι που ζουν ανάμεσά μας, δίχως να καταπίνουν ζωντανούς αρουραίους (ή τουλάχιστον δίχως να γίνεται αντιληπτό κάτι τέτοιο).

Στο σημείο αυτό, δηλαδή με το που γίνεται κατανοητό και παραδεκτό ότι οι αποστάτες της μιας και αληθινής πίστης δεν φανερώνονται μονομιάς, με ένδειξη κάποιο κατσικοπόδαρο και τη μυρωδιά θειαφιού, η υπομονή του αρθρογράφου γρήγορα εξαντλείται.

Εν ολίγοις, είμαστε η πλειοψηφία, έχουμε δίκιο, μην μας ζητάτε να πείσουμε κανέναν. Η διαλεκτική και η πειθώ μάς έχουν κουράσει, καθένας δεν αξίζει το ίδιο, οι ευγενείς άμιλλες της ενάρετης συμπεριφοράς μάς είναι απεχθείς, και αντί να γινόμαστε μάρτυρες απρεπών διαφωνιών, προτιμότερο είναι να επιβάλει κάποιος τα πράγματα, μια κι έξω.

Θα ήταν εύκολο να σημειώσουμε εδώ απλώς την εσωτερική αντίφαση του να επικαλείσαι τη λογική και την επιστήμη από τη μια, ενώ απορρίπτεις τη διαλεκτική και την πειθώ απ’ την άλλη. Και εξίσου εύκολο θα ήταν να καταγγείλει κανείς ως αντιδραστικό αυταρχισμό μια θέση που επικαλείται την επιβολή, ως το στοιχείο-κλειδί για το κόψιμο των συζητήσεων και των διαφωνιών.

ΟΜΩΣ, ΔΕΝ είναι αυτό το θέμα. Ο καθένας μας έχει βιώσει εμπειρίες παρόμοιες με αυτές που διαπνέουν στη συλλογιστική του Trevi, όπου, μια συλλογιστική που (σε εμάς) φαίνεται ολόσωστη, αντιμετωπίζεται από τον άλλο με πεισματική άρνηση να παραδεχτεί το παραμικρό της.

Οπωσδήποτε, δεν πρόκειται για ζήτημα επίκλησης μιας απλοϊκής άποψης περί δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία πάντοτε ο λαός θα ήταν σοφός από τη φύση του και η λογική σε ίσα μέρη κατανεμημένη ανάμεσα στα άτομα.

Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν συλλογίζονται λογικά, που δεν κινούνται στη βάση σκέψεων λογικών, που γενικά δεν είναι εκπαιδευμένοι σε οποιασδήποτε μορφής κριτική και στοιχειοθετημένη σκέψη. Και σε μια δημοκρατία η παρουσία τους θα ήταν ζητούμενο τέτοιο, που θα έπρεπε να τεθεί στο επίκεντρο των θεμάτων συζήτησης.

Το πραγματικό θέμα, ωστόσο, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι δογματικοί και όσοι τρέφονται με λογικές πλάνες, ΔΕΝ κατανέμονται μονόπλευρα στο κομμάτι της εικόνας, στο οποίο ο Trevi έχει τα μάτια του καρφωμένα.

Ο πυρήνας της συλλογιστικής του στρέφεται εξ ολοκλήρου στο πεδίο του Κακού, στο πεδίο όπου εξ αρχής περίμενε να βρει μονάχα τα «ανόητα και φρικτά κτήνη» του Βίκο και όπου, τελικά, παραδέχεται ότι ναι μεν βρήκε ανόητα κτήνη, που όμως βάζουν αποσμητικά και μοιάζουν «με εμάς».

Αυτό, όμως, άλλο δεν εξυπηρετεί από το να ξαναφέρνει σε πρώτο πλάνο τον κίνδυνο, μονάχα με μεγαλύτερη ένταση.

Όπως για τους Γερμανούς Αρίους της δεκαετίας του 1930, η απουσία φυσικής διαφοροποίησης των μελών της «ακάθαρτης φυλής», το ότι έμοιαζαν «σαν εμάς», συνιστούσε την πραγματική απειλή, που απαιτούσε δραστικές λύσεις, έτσι και σήμερα, η ανακάλυψη ύπαρξης εξωτερικών ομοιοτήτων ανάμεσα σε εμάς –τους λογικούς και δίκαιους– και στα κτήνη, είναι η πραγματική απειλή. Και χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με πλήγμα τελεσίδικο, που να εξοβελίζει την αναποφασιστικότητα με μια πράξη εξουσιαστικής επιβολής.

ΕΔΩ, ΜΕΣΑ σε αυτό το τρίπτυχο κατηγορηματικό πλαίσιο («εμείς που έχουμε δίκιο», «τα δύσοσμα κτήνη» και οι «διαφωνούντες που είναι αξεχώριστα ανακατεμένοι “με εμάς”»), ξεφεύγει του αρθρογράφου μας ένα τέταρτο διαχωριστικό. Αυτή την τέταρτη κατηγορία την αποκαλούμε «Φανατικούς του Καλού», εκείνους που πάντα ασπάζονται την αλήθεια, την οποία αποκαλύπτει η πιο πρόσφατη αυθεντία των μέσων ενημέρωσης και τρομοκρατούνται από τους διαφωνούντες, ως τέτοιους και μόνο.

Οι Μεγαλοϊδεάτες του Καλού δεν έχουν συνήθειά τους την ορθολογική ή επιστημονική πρακτική, παρά υπακούουν σε ό,τι έχει την επίσημη έγκριση του καλού και, αν σήμερα η έγκριση αυτή δίνεται με τη σφραγίδα του ορθολογισμού και της επιστημονικότητας, είναι πανέτοιμοι να συγκατανεύσουν σε αυτά (όπως χθες συγκατένευαν στην καλή κοινωνία ή στον παπά της ενορίας ή στον αρχιερέα).

Η χαρακτηριστική ημιανοψία, από την οποία πάσχουν οι φανατικοί του Καλού, τους εμποδίζει να αντιληφθούν οτιδήποτε προβληματικό στο δικό τους πεδίο, αυτό του Αξιωματικά Αληθινού

Στο πλαίσιο που ο αρθρογράφος μας θέτει, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει καμιά συναίσθηση, ούτε ψήγμα καν, του γεγονότος ότι οι ψευδείς ειδήσεις, οι ιδεολογικές διαστρεβλώσεις, οι αντιφάσεις, η επιχειρηματολογική σύγχυση και οι διάφορες διανοητικές εμπλοκές εμφανίζονται με την ίδια συχνότητα: τόσο μεταξύ των ανεπίσημων φημών, τις οποίες τα «κτήνη» συμβουλεύονται, όσο και μεταξύ των επίσημων φημών, που μεταδίδονται στη ζώνη υψηλής τηλεθέασης.

Η χαρακτηριστική ημιανοψία (4), από την οποία πάσχουν οι φανατικοί του Καλού, τους εμποδίζει να αντιληφθούν οτιδήποτε προβληματικό στο δικό τους πεδίο, αυτό του Αξιωματικά Αληθινού.

Σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφιβολίας, απλώς υπακούστε τον πρώτο στην ιεραρχία όσων δίνουν το πρόσταγμα και κάθε αμφιβολία διαλύεται.

Και τίποτα το αποτρόπαιο δεν θα υπήρχε σε αυτό από μόνο του –άλλωστε, ο δογματικός αυταρχισμός έχει μια στέρεα παράδοση επιτυχίας– αν δεν ήταν το γεγονός ότι, την ίδια αυτή στιγμή, αυτή η ελεεινή πνευματική ισοπέδωση στη βάση των δεδομένων της εξουσίας πλασάρεται ως θρίαμβος της Λογικής και της Επιστήμης.

Ορίστε, είναι από εκεί, κυρίως, που βγαίνει η κραυγή προς τους ουρανούς, για εκδίκηση.

Το να γίνεσαι τυφλός, μουγγός και κουφός απέναντι στην τεχνητή επιλεκτικότητα, με την οποία δίνονται οι ειδήσεις, απέναντι στη χειραγώγησή τους, στις παραλείψεις, στην ακούραστη προπαγανδιστική δραστηριότητα, στην ατέλειωτη διαδοχή αντιφάσεων, χωρίς ποτέ κανείς να θέτει στον εαυτό του το πρόβλημα ότι πρέπει να τις διασαφηνίσει, όλα αυτά είναι κομμάτι των βασικών «δεξιοτήτων» των Φανατικών του Καλού.

Εξαιρετικά ευαίσθητοι στο να ξεσκεπάζουν «εναλλακτικές απάτες», φανερώνεται ξαφνικά ότι στερούνται οι ίδιοι αντιληπτικής ικανότητας απέναντι στα σκουπίδια της προπαγάνδας και της χειραγώγησης, που κυλάνε μέσα από τα επίσημα κανάλια.

Και είναι από την οπτική γωνία αυτή, που καταλαβαίνει κανείς την ειλικρινή έκπληξη του ανθρώπου της περίπτωσής μας, όταν ανακαλύπτει ότι ανάμεσα στους αμφισβητίες υπάρχουν προφανώς λογικά ανθρώπινα όντα, όντα «σαν και εμάς», μα τω Θεώ!

ΕΔΩ, ΟΜΩΣ, μπρος πια στις πιο διαυγείς μορφές διαφωνίας, μπρος σε εκείνους που αναζητούν λόγους άλλους από τη «δημοκρατία ως εμπιστοσύνη σε εκείνους που γνωρίζουν», εδώ ο άνθρωπός μας ξεσπάει και ζητά την παρέμβαση της κατεστημένης εξουσίας.

Επειδή η διαλεκτική και η πειθώ εξαντλήθηκαν, και δεν μπορεί να τους ζητηθεί να κάνουν άλλο υπομονή.

Και καμιά αμφιβολία δεν περνάει από το μυαλό του, καμιά υποψία ότι το πρώτο πρόβλημα σε μια κοινωνία –πολύ περισσότερο αν είναι δημοκρατική, πολύ περισσότερο ακόμα αν στην κίνησή της μπλέκονται χίλια δυο διαφορετικά, ιδιαίτερα συμφέροντα– είναι να μπορεί να ξέρει ΠΟΙΟΣ πραγματικά «γνωρίζει» και ΤΙ πραγματικά «γνωρίζει».

(*) Ο Andrea Zhok είναι καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου.
(**) Μετάφραση: Νίκος Λάιος

Σημειώσεις του μεταφραστή

1) Your most humble servant: ο ταπεινότατος δούλος σας.

2) «Καθένας αξίζει το ίδιο» [«uno vale uno»]: Το σύνθημα αυτό είχε υιοθετήσει το «Κίνημα Πέντε Αστέρων» στην Ιταλία, στο ξεκίνημά του. Έτσι δηλωνόταν –με τρόπο ηχηρό, που έκανε αίσθηση στην κοινωνία– το κίνημα, ως κοινότητα ανθρώπων ίσων μεταξύ τους, ως ανθρώπων που ο καθένας τους αξίζει και όλοι έχουν την ίδια αξία («uno vale uno»). Συνοδευόταν από σχετικές πρακτικές, όπως ένα σύστημα διαδικτυακής ψηφοφορίας, μέσω του οποίου τα μέλη της κοινότητας συμμετείχαν στη λήψη αποφάσεων, στην επιλογή υποψηφίων κ.ά.

3) Επισκέπτες (Visitors): Φανταστικά πλάσματα τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του 1980, του Κέννεθ Τζόνσον. Ήταν ερπετοειδή που ήρθαν στη γη για να την κατακτήσουν, έπαιρναν ανθρώπινη μορφή και έτρωγαν τα ποντίκια ζωντανά.

Μόρλοκ (Morlocks): Φανταστικά πλάσματα του μυθιστορήματος «Η Μηχανή του Χρόνου», του Χ. Τζ. Γουέλλς. Ζούσαν κάτω από την Αγγλία (υποχθόνιοι).

4) Ημιανοψία: Διαταραχή της όρασης, που χαρακτηρίζεται από εξασθένιση του μισού οπτικού πεδίου.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!