Διαβάστε: Μέρος Α’Μέρος Β’Μέρος Γ’, Μέρος Δ’, Μέρος Ε’ ,Μέρος ΣΤ’ 

Ladies and gentlemen – The Greek hour is coming

-Station wwwww, Νιού Γιορκ, Μπόστον, Πιτσιβούργο, Κλίβελαντ, Ντιτρόιτ, Σαν Φραντσίσκο.

-Ladies and gentlemen, Mr. Τζανέτος speaking. Today me produce to you important stuff. The tenor and the other bunch. They are going to sing the greek song. His name is: Δε με ξέρεις, δε σε ξέρω, αλλά σε καταλαβαίνω. That means: Me don’t know you, you don’t know me, but I love you just the same.

-Τώρα φίλοι μου αυτή τη μουσική σάς την προσφέρουνε:

Ο χασάπης τσι Νέας Υόρκης που πουλάει φρέσκα φρέσκα του πάγου κεφαλάκια, ποδαράκια και πατσία από σαλιάγκους.

Από το μπακάλη του Ντιτρόιτ που πουλάει φρέσκιες σαρδέλες, κορδέλες και ποτήρια.

Από το μανάβη του Μπόστο Πιτσιβούργο και Κλίβελαντ που πουλάει μαρούλια με τη ρίγανη.

Από το καφενείο του Κωστή Μπουλεβάρη του Σικάγου που φτιάχνει καφέδες με καφέ και ζάχαρη, πού ‘χει τράπουλες για πρέφα, ναργιλεδάκια που δε σβήνουνε ποτές και κουμπούρες του ’21 για προφύλαξη και για την ησυχία των πελατώνε του.

Και το τελευταίο από τον ψωμά του Σαν Φραντσίσκο που πουλάει ψωμία φρέσκα της ώρας, ιμπορτάντε από την Κίνα.

Λοιπόν, musicians, έτοιμοι!

(Απόσπασμα κωμικού σκετς με τίτλο «O Tzanetos sto radio» από ηχογράφηση του 1932 στη Νέα Υόρκη, σε δίσκο 78 στροφών της εταιρίας Orthophonic του Τέτου ή Τίτου Δημητριάδη, στον οποίο ανήκουν και οι φωνές που ακούγονται. Ο δίσκος παραχωρήθηκε στον Μιχάλη Αδάμ από τον συλλέκτη Ντίνο Παππά, δεύτερης γενιάς μετανάστη με κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή από τη μητέρα του. Το περιεχόμενό του περιλήφθηκε στη συλλογή του συγκροτήματος Café Aman Amerika  με τις διασκευές τραγουδιών που είχαν εκδοθεί στις ΗΠΑ κυρίως στην περίοδο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παραγωγός: Μιχάλης Αδάμ  – Music World Productions, 1995. Στο πλαίσιο της καλής μας συνεργασίας με τον Μιχάλη φέραμε δίσκους, κασέτες και CD  αυτής της παραγωγής από την Αμερική που διανεμήθηκαν σε καταστήματα δίσκων συνδυαστικά με μερικές συναυλίες του συγκροτήματος στην Ελλάδα. Στ. Ελλ.) 

Το τραγούδι

Το τραγούδι είχε μια διαρκή παρουσία στη ζωή των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική. Σ’ αυτό βοηθούν ορισμένοι βασικοί παράγοντες. Στην Ελλάδα και στον Ελληνισμό της Ανατολής δεν υπήρχαν περιοχές χωρίς τις δικές τους μουσικές, χορούς και τραγούδια τα οποία όλα ανήκαν στην προφορική παράδοση, που σημαίνει ότι μεταφέρονταν εύκολα και ανεμπόδιστα από τον κάθε μετανάστη που τα είχε καταχωρημένα στη μνήμη του. Η περίοδος αυτού του ρεύματος μετανάστευσης συμπίπτει χρονικά με την επανάσταση που έφερε ο δίσκος γραμμοφώνου διευκολύνοντας –πέρα από κάθε φαντασία μέχρι τότε- την εγγραφή, αναπαραγωγή και διάδοση της μουσικής. Τρίτος παράγοντας είναι ο μεγάλος αριθμός μουσικών που μετανάστευσαν στην Αμερική απ’ όλα τα μέρη που κατοικούσαν Έλληνες μεταφέροντας μαζί τους τα διαφορετικά όργανα και τις ποικίλες μουσικές τους κληρονομιές. Όχι όλες βιώσιμες μακριά από τις πηγές τους, αλλά πολλές έκαναν νέες εκτός έδρας ζωές μαζί με τις επί τόπου πρωτότυπες δημιουργίες.

Αν αρκετοί απ’ αυτούς τους καλλιτέχνες αξιοποιούν τη νέα τεχνολογία για να κάνουν ηχογραφήσεις, είναι πολλοί περισσότεροι αυτοί που παίζουν και τραγουδούν στις κοινωνικές εκδηλώσεις και στα σημεία όπου συναθροίζονται για λόγους αναψυχής και επαφής οι μετανάστες, ιδίως τα καφενεία που ξεπηδούν παντού όπου έχουν εγκατασταθεί ομάδες Ελλήνων, αλλά και οι ταβέρνες  που έχουν μουσικό πρόγραμμα, συγγενείς και προπομποί των επί αμερικανικού εδάφους ελληνοανατολίτικων καφέ αμάν. Από τις επονομαζόμενες Greektowns που προϋποθέτουν μεγαλύτερες συναθροίσεις ως τις πιο μικρές κοινότητες, οι Έλληνες δημιουργούν χώρους συνεύρεσης πολλαπλών χρήσεων και λειτουργιών σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από μεγάλη κινητικότητα και διασπορά των μεταναστών στις αχανείς πολιτείες της Αμερικής. 

Τα καφενεία

Δυστυχώς, σε σχέση με τη δυναμική που είχε και το ρόλο που έπαιξε το ελληνικό τραγούδι στην Αμερική στην πρώτη φάση με το μαζικό μεταναστευτικό ρεύμα που ξεκινάει από το 1890, πυκνότερο από το 1900 μέχρι το 1924 και αραιό στη συνέχεια μέχρι το 1950, έχουν γραφτεί, βρεθεί ή διασωθεί μάλλον λίγα πράγματα. Εκ πρώτης όψεως αυτό είναι παράδοξο  επειδή έχουμε το αδιάσειστο στοιχείο της δισκογραφικής παραγωγής που είναι πραγματικά εντυπωσιακό σε ποσότητα, ποιότητα και ποικιλία. Γιατί η ηχογράφηση, έκδοση και κυκλοφορία χιλιάδων τραγουδιών σε δίσκους γραμμοφώνου αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη για το πλήθος και την παραγωγικότητα των επαγγελματιών καλλιτεχνών, που μεταφέρουν, συνθέτουν, παίζουν και ηχογραφούν όλα αυτά τα κομμάτια. Κι αυτός ο αριθμός των ηχογραφημάτων αποτελεί ατράνταχτη απόδειξη και για την ύπαρξη πολύ μεγάλου ενδιαφέροντος για τη μουσική και τα τραγούδια εκ μέρους των μεταναστών στους οποίους αποκλειστικά απευθύνονταν. Και με δεδομένο ότι οι μετανάστες, η πολύ μεγάλη πλειονότητα, ήταν φτωχοί και ζούσαν πολύ στριμωχτά μαζί με πολλά άτομα σε μικρά διαμερίσματα ή σε παραγκόσπιτα, ένα γραμμόφωνο με δίσκους σίγουρα θα ήταν μια απρόσιτη και δύσχρηστη πολυτέλεια.

Άρα, η πολύ μεγάλη παραγωγή δίσκων με ελληνικά τραγούδια είναι απόδειξη για τη δημοτικότητα και τη λειτουργικότητά τους. Αλλά για τα πρώτα τουλάχιστον σαράντα χρόνια (1890-1930) δεν έχουν παρουσιαστεί μέχρι σήμερα, από όσους έχουν γράψει για τη ζωή των Ελλήνων στην Αμερική, επαρκείς συγκεκριμένες, λεπτομερείς και εκτεταμένες πληροφορίες για το πού, πότε και πώς παίζονταν οι μουσικές και τα τραγούδια από τους καλλιτέχνες, επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Το γεγονός ότι τα περισσότερα «απομνημονεύματα» γράφτηκαν μετά το 1950 δίνει μια εξήγηση. Ίσως έχει να κάνει και με το γεγονός ότι αυτή η δημοφιλής δραστηριότητα θεωρείτο τόσο φυσική και αυτονόητη που οι συγγραφείς αρκετά χρόνια αργότερα δεν της έδωσαν την πρέπουσα σημασία. Εξάλλου, το σταρ σύστεμ στην αρχή του 20ου αιώνα ήταν ακόμα στα σπάργανα και οπωσδήποτε έξω από τις αντιλήψεις, τις προσβάσεις και τις πρακτικές των φτωχών μεταναστών. Επιπλέον, οι εγγράμματοι ως επί το πλείστον συγγραφείς και, μάλιστα, με την επικράτηση από κάποιο σημείο και μετά της τάσης για ταχύρρυθμο εξαμερικανισμό των Ελλήνων, δεν φαίνεται να είχαν σε πολύ μεγάλη υπόληψη τα δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, ιδίως τα πιο «βαριά», για να τους προσδώσουν την αξία που αυτά είχαν ως δημιουργήματα και ως δομικά συστατικά της ελληνικής παρουσίας στην ξενιτιά.

Και από την Ελλάδα, με ελαφρυντικά την απόσταση και την έλλειψη χρηματοδότησης, δεν έγιναν εμπεριστατωμένες προσπάθειες για να διερευνηθεί συστηματικά και σχολαστικά το ζήτημα της ελληνικής μουσικής στις ΗΠΑ του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, πέρα από το σημαντικό -αλλά επικεντρωμένο σ’ αυτό- έργο της συλλογής των δίσκων γραμμοφώνου και των πληροφοριών που αφορούν τους καλλιτέχνες που σχετίζονται με τα ηχογραφήματα, από σοβαρούς ιδιώτες συλλέκτες, όπως ο Παναγιώτης Κουνάδης και ο Σπύρος Παπαϊωάννου στην Ελλάδα ή ο Dino Pappas (Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου) στις ΗΠΑ. 

Κέντρα συνάθροισης

Μπορεί εύκολα να συμπεράνει κανείς, παίρνοντας υπόψη τα όχι πολλά σχετικά δημοσιεύματα που έχουν περιέλθει στην αντίληψή μας, αλλά και τα έθιμα που κρατούν οι μετανάστες τόσο πιο έντονα όσο πιο κοντά είναι στο χρόνο που μεταναστεύουν, ότι η μουσική και τα τραγούδια που ήξερε ο καθένας από τον τόπο καταγωγής του θα σιγοψιθυρίζονταν στα σπίτια και τις παρέες. Ασφαλώς θα παίζονταν και στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις των Ελλήνων, αλλά κι αυτές μάλλον θα ήταν ορισμένου χαρακτήρα εφ’ όσον ο πληθυσμός τουλάχιστον μέχρι το 1920 ήταν συντριπτικά ανδρικός, που σημαίνει ότι ούτε γάμοι γίνονταν ούτε βαφτίσια με δεδομένο ότι σ’ αυτή την περίοδο ο γάμος με μη Ελληνίδα ήταν σχεδόν καθολικά απαράδεκτος, ενώ δεν υπήρχαν καν Ελληνίδες!

Από πολύ νωρίς, όμως, άνοιξαν τα καφενεία, τα οποία πολλαπλασιάστηκαν πάρα πολύ γρήγορα κι έγιναν το κέντρο της κοινωνικής ζωής των μεταναστών. Πριν χτιστούν οι εκκλησίες, οι οποίες σταδιακά διεκδίκησαν τη θέση του κέντρου της κάθε κοινότητας. Συμπληρωματικά δε, υπήρχαν και άλλες επιλογές. Μπορεί να άκουγες μουσική στα κουρεία που είχαν κάποια ευρυχωρία και κάποιο όργανο που μπορούσε ο κάθε ενδιαφερόμενος να ξεκρεμάσει από τον τοίχο και να παίξει για μια παρέα συμπατριωτών του που σύχναζε εκεί ή σε ένα πάρκο που μαζεύονταν με φαγητά και κρασιά ρεφενέ όταν είχαν ελεύθερο χρόνο και ήταν καλός ο καιρός.

«Πηγαίναμαν και καμιά φορά στις εξοχές τις γιορτές ή την Κυριακή, άμα ήτανε καλός ο καιρός. Πηγαίναμαν στο Γουέρμα Παρκ, στο Θέρμα Παρκ και έξω σε φάρμες. Παίρναμε το τραίνο και πηγαίναμαν. Ψέναμαν κανά αρνάκι που το αγοράζαμε όλοι μαζί. Παίρναμαν τις μπύρες μας κι ό,τι άλλο είχαμαν, μέσα σε κοφίνια και καλάθια, στρώναμε τις κουβέρτες κάτω και τρώγαμε. Άλλοι είχανε μπουζούκια, άλλ’ βιολιά και διασκεδάζαμαν μόνοι μας. Χορεύαμαν τα δ’κά μας εμείς.» (από το βιβλίο της Μαρίας Μαυρίκου «Ο Αμερικάνος», εκδ. Ακρίτας, 2005) 

Ελληνόπουλα έξω από καφενείο στο Ambridge, στην Πενσυλβάνια, το 1938

Πολυθεματικά

Με λίγες φράσεις ο ιστορικός Νταν Γεωργακάς, γεννημένος στην Αμερική, δίνει μια αντιπροσωπευτική εικόνα: «Στο γύρισμα του αιώνα, οι “Ελληνικέςπόλεις” (Greektowns) ήταν πραγματικά εθνικά γκέτο στα οποία οι μετανάστες περνούσαν σχεδόν ολόκληρο το μέρος της μέρας που δεν εργάζονταν. Οι συνθήκες ήταν από τις χειρότερες σε σχέση με όλες τις αμερικάνικες παραγκουπόλεις και οι δήμοι πρόσφεραν ελάχιστες δημόσιες υπηρεσίες. Η καρδιά αυτών των κοινοτήτων ήταν πάντοτε οι καφετέριες της, συνήθως απομιμήσεις του παραδοσιακού καφενείου του χωριού. Στο Λόουελ (σημ.: στη Μασαχουσέτη) το 1910, για παράδειγμα, υπήρχαν περισσότερα από 20 τέτοια καφενεία μέσα στα λίγα τετράγωνα του εθνικού εμπορικού κέντρου∙ άλλα κτίσματα περιλάμβαναν επτά εστιατόρια, δώδεκα κουρεία, έξι φρουτοπωλεία, οκτώ λουστρατζίδικα (σημ.: κανένας τότε δεν τα έλεγε «στιλβωτήρια» που είναι η λέξη που προτιμούν οι ακαδημαϊκοί μελετητές), επτά φούρνοι, εικοσιδύο μπακάλικα και τέσσερα ζαχαροπλαστεία.» (Στοιχεία από το «Μετανάστευση – Πολιτισμικές και κοινωνικές προσαρμογές» του Lawrence Guy Brown)

Είναι πολύ εντυπωσιακό πώς αυτοί οι ξεριζωμένοι μετανάστες, που δούλευαν σαν σκλάβοι, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα είχαν «εξοπλίσει» την κοινότητά τους τουλάχιστον με ένα δικό τους χώρο στον οποίον διεξάγονταν όλες οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές τους συναλλαγές και συναναστροφές. Δηλαδή, τα καφενεία έπαιζαν το ρόλο του επιτελικού κέντρου!

«Οι λιγοστοί εγγράμματοι Έλληνες που ήξεραν να γράφουν αγγλικά κρατούσαν την αλληλογραφία με την πατρίδα και έκαναν τις επαφές με τους δημόσιους φορείς. Στο καφενείο, μπορούσε κανείς να αναζητήσει δουλειά, να βρει κάποια ευκαιρία για γάμο, να παίξει χαρτιά και να συζητήσει πολιτικά. Πολλά καφενεία σχετίζονταν με τόπους προέλευσης ή με κάποιο πολιτικό προσανατολισμό, με ονομασίες όπως «Ο Πελοποννήσιος», «Σπάρτακος» και «Το Σύνταγμα»… Ειδικά για τους εργένηδες (σημ.: που ήταν η μεγάλη πλειονότητα), το καφενείο ήταν σαν ένα κοινοβιακό σαλόνι.» (Dan Georgakas «The Greeks in America», Journal of the Hellenic Diaspora)

Και, βέβαια, στα καφενεία έβγαιναν και τα μουσικά όργανα που είχαν μερικοί, πιάνονταν και τα τραγούδια, ρίχνονταν και οι χοροί τραβώντας στην άκρη τα τραπέζια, δημιουργώντας μια όαση ευφρόσυνη για τους στερημένους μετανάστες. Και όσοι απ’ αυτούς ήταν επαγγελματίες ή είχαν τα προσόντα να γίνουν επαγγελματίες του θεάματος-ακροάματος παρουσίαζαν κάθε είδους θεάματα στις ταβέρνες, οι οποίες λειτουργούσαν παράλληλα με τα καφενεία προσφέροντας μαγειρεμένο φαγητό, αλλά και ποικιλόμορφη ψυχαγωγία. Από μουσικές  με σαντούρια, βιολιά και κλαρίνα (μέχρι να κυριαρχήσει το μπουζούκι) και παραστάσεις θεάτρου σκιών με ηρωικά και σατιρικά έργα (σημ.: γι’ αυτό έχουν εκδοθεί και μερικές δεκάδες δίσκοι με αποσπάσματα από Καραγκιόζη στην Αμερική) μέχρι επιδείξεις άρσης βαρών, ταχυδακτυλουργών και αγώνες πάλης! 

Θαύματα

Ήμουνα μόρτης μια φορά, λεβέντης της Αθήνας
Με λέγανε παλικαρά, μα ψόφαγα της πείνας
Μια δούλα εδώ, μια δούλα εκεί, μια παραμάνα πέρα
Με μπαλωμένο το βρακί και Νικολό καρτέρα
Μα τώρα πού ‘χω τον παρά και είμαι μεγαλείο
Βουτάω σ’ όλες μια χαρά, είμαι ερωτοπουλείο
Σαν μπαίνω στο café aman, τα μάτια σα σηκώνω
Δεν ξέρω αν γιου αντερστάντ, κάθε καρδιά πληγώνω…

(Απόσπασμα από τραγούδι των Λ. Καβαδία – Δ. Ζάττα με τίτλο «Ήμουνα μόρτης μια φορά» (Νέα Υόρκη 1925), το οποίο ηχογραφήσαμε εκ νέου με την ερμηνεία του Λάκη Λαζόπουλου και την επιμέλεια του Παναγιώτη Κουνάδη στο «Παλάς» το 1992 και συμπεριλάβαμε στη σειρά δίσκων βινυλίου και CD «Μέρες Μουσικής 1922-1992» (έκδ. Ντέφι-Σινασός). Επίσης, το 1995, στη Νέα Υόρκη, το συγκρότημα των Ελλήνων Café Aman Amerika ηχογράφησε διασκευασμένο το κομμάτι και το περιέλαβε στον ομώνυμο δίσκο. Στ. Ελλ.)

Για πολλούς από τους μετανάστες που έφυγαν μικροί και ξυπόλητοι από τα απομονωμένα χωριά τους, ο κόσμος του καφενείου ήταν σαν την αυλή των θαυμάτων. Ο έφηβος Χρήστος από τη Λακωνία έμεινε άναυδος όταν το 1903 είδε στο Κολοράντο ένα πρωτόγνωρο γι’ αυτόν θέαμα και άκουσε τραγούδια της πόλης που δεν είχαν ποτέ φτάσει στο χωριό του.

«Στο Πουέμπλο, που δούλεψα για κάποιο διάστημα, θυμάμαι οι Γραικοί είχαν ανοίξει τρία τέσσερα καφενεία κι ένα φούρνο για ψωμί για τους Έλληνες. Ένας Γραικός, πώχε το ένα από αυτά τα καφενεία, ήφερε μια μεγάλη χορευταρού. Από κάτω είχε ένα πουλ χωλ το καφενείο. Γεμάτο εκατόν πενήντα με διακόσια άτομα. Ο ένας πάνω στον άλλον, γιατί θα χόρευε η περιβόητη Αλεξάντρα η Αθηναία. Και μαζωχτήκαν όλοι να δούνε αυτή την περιβόητη χορευταρού. Δεν μπορούσες να περάσεις από τον κόσμο! Πήγα κι εγώ. Ήτανε να μην πάω; Χόρευε τούρκικους χορούς. Ανατολικούς χορούς και τραγούδια. Και τραγούδια της πολιτείας. Εγώ δεν ήξερα τίποτα και στην Ελλάδα δεν είχα κάνει σε πολιτεία, αφού έφυγα μικρός, για να γνωρίζω από ποια μέρη της Ελλάδος ήτανε αυτά τα τραγούδια. Μ’ άρεσαν όμως. Και πήγα κι άλλη φορά με τους συντρόφους μου. Ήμουνα δεκαέξι χρονών.» («Ο Αμερικάνος»)

Όργανο της ψυχής

Ποιος να ξέρει άραγε ποιος ήταν ο λόγος που κάποιοι απ’ αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους μέσα στα λιγοστά πράγματα που χωρούσαν μέσα σε μια βαλίτσα ή ένα μπόγο, έβαζαν κι ένα βιολί ή ένα μπουζούκι; Είναι πολύ πιθανό ότι, αν ήταν μουσικοί, μπορεί να υπολόγιζαν ότι και το όργανο θα μπορούσε να τους δώσει τα πολυπόθητα δολάρια για τα οποία ξεριζώνονταν. Ή, αν είχαν άλλες βλέψεις, μάλλον θα έπαιρναν το όργανο για συντροφιά και παρηγοριά. Ίσως και σαν μέσο για να κάνεις γρήγορα γνωριμίες συνταξιδεύοντας επί βδομάδες με άγνωστους ανθρώπους ή για να συνδέεσαι με τους συμπατριώτες σου και να δίνεις το στίγμα σου στον ξένο τόπο εφ’ όσον ούτε ξένη γλώσσα κατείχες. Το μουσικό όργανο ήταν εργαλείο δουλειάς, ήταν ταυτότητα, ήταν και μέσο επικοινωνίας και αναψυχής. Ευτυχώς, όλα τα λαϊκά μας όργανα ήταν μικρά και φορητά. Δεν ήταν ούτε πιάνα, ούτε τρομπόνια, ούτε κοντραμπάσα.

«Περνούσαμε το χρόνο μας μέσ’ το παπόρ, βλέποντας τίποτα σινεμά που είχανε. Τραγουδάγαμε, παίζαμε διάφορα όργανα που είχαν μαζί τους οι επιβάτες: κλαρίνα, μπουζούκια, βιολιά. Είμασταν περίπου δυο χιλιάδες μετανάσται μέσα στο πλοίο.» είπε στη Μαρία Μαυρίκου ο Ηπειρώτης Κωνσταντίνος Τσιάνος από το χωριό Ρεπετίστη Πωγωνίου, που αναχώρησε για την Αμερική το 1908 σε ηλικία είκοσι ετών. Με το πλοίο «Αθήναι» από τον Πειραιά και με ενδιάμεσους σταθμούς την Καλαμάτα, το Πρίντεζι στην Ιταλία, το Γιβραλτάρ στην Ισπανία και τη Λισσαβώνα στην Πορτογαλία, για να πάρει το βαπόρι επιπλέον επιβάτες, κάρβουνο για τις μηχανές και προμήθειες για τους ταξιδιώτες και το πλήρωμα, έφτασε στη Νέα Υόρκη, εξουθενωμένος όπως όλοι από τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης εν πλω και από τη θάλασσα που λυσσομανούσε στον Ατλαντικό.

Κι από εκεί, οι Έλληνες, οι Ρωμιοί ή Γραικοί όπως αυτοπροσδιορίζονταν τότε, αφού εξασφάλιζαν στο Ellis Island το σταυρό που τους έγραφαν με την κιμωλία στην πλάτη εάν δεν είχαν φυματίωση, τραχώματα ή κάποια αναπηρία που θα τους απαγόρευε την είσοδο στις ΗΠΑ, άρχιζαν μια μυθιστορηματική περιπλάνηση από πολιτεία σε πολιτεία, από πόλη σε πόλη κι από δουλειά σε δουλειά, μέχρι να στεριώσουν κάπου και να πιάσουν χρήματα που ήταν αρκετά όχι μόνο για ζήσουν και να προκόψουν οι ίδιοι, αλλά και για να στείλουν δολάρια κατά προτεραιότητα στην πατρίδα τους για να ξεπληρωθεί το χρέος που είχαν αφήσει για να αποκτήσουν το ακριβό εισιτήριο, για να στηρίξουν τους γονείς και τους παππούδες τους και να φτιάξουν τις προίκες των αδερφάδων τους που αλλιώς θα έμεναν στο ράφι.

Συνεχίζεται

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!