Νέα βάρβαρη επίθεση με πρωτοφανή αύξηση των έμμεσων φόρων. Του Κώστα Λαμπρόπουλου.

Είναι κοινά αποδεκτό ότι το μέγεθος της παραοικονομίας στη χώρα μας –αναπόσπαστο τμήμα της οποίας είναι η φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή, φοροκλοπή κ.λπ. – ανέρχεται στο 35% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου σε 85 δισεκατομμύρια ευρώ, με αποτέλεσμα το κράτος να χάνει έσοδα σε ετήσια βάση περίπου 26 ή, κατά άλλες εκτιμήσεις, 30 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτά τα χρήματα όχι μόνο θα έφταναν και θα περίσσευαν για την κάλυψη των ετήσιων ελλειμμάτων του κράτους, αλλά θα επέτρεπαν ακόμη και το μηδενισμό του δημόσιου χρέους μέσα σε λίγα χρόνια και την εφαρμογή γενναίας κοινωνικής πολιτικής στους τομείς υγείας, παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί το πρόβλημα αντί να επιλύεται, αντιθέτως, διογκώνεται; Σε ερώτηση που έκανα σε έναν -καθ’ όλα άξιο- συνάδελφο, στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, «γιατί αυτή η πολυπλοκότητα του φορολογικού μας συστήματος με την πολυνομία και την πολύπλοκη διαδικασία εφαρμογής του», η αφοπλιστική του απάντηση ήταν: «Για να υπάρχει φοροδιαφυγή».

Υπάρχει τρόπος πάταξης της φοροδιαφυγής; Η απάντηση είναι ναι, αλλά απαιτεί ισχυρή πολιτική βούληση, γιατί το πρόβλημα ήταν, είναι και θα είναι πολιτικό και απαιτεί σύγκρουση με ισχυρά συμφέροντα. Η επίλυση του προβλήματος περνάει μέσα από την απόλυτη τήρηση της νομιμότητας. Όμως, προκειμένου να τηρηθεί η νομιμότητα, είναι πρωτίστως αναγκαίο να καταργηθούν οι νομοθετικές διατάξεις του επιτρέπουν την καταστρατήγηση όλων των λοιπών φορολογικών διατάξεων. Λέγεται συχνά, υπό μορφή ανέκδοτου, ότι η Ελλάδα χρειάζεται ένα μόνο νόμο: αυτόν που θα επιβάλει να τηρούνται όλοι οι άλλοι νόμοι. Το ανέκδοτο αυτό είναι, δυστυχώς, πραγματικότητα στη φορολογία.

 

Μια από τα ίδια

Το υπόμνημα με τα βασικά σημεία του φορολογικού νομοσχεδίου, που κατατέθηκε στη Βουλή με τον τίτλο «Αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής», είναι επανάληψη δεκάδων αντίστοιχων νόμων, που διαχρονικά έχουν ψηφίσει όλες οι κυβερνήσεις, εκφράζοντας μόνο στα λόγια τις «καλές τους προθέσεις» για την πάταξη της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση στο αρχικό Πρόγραμμα Σταθερότητας προέβλεπε ως έσοδα από την πάταξη της φοροδιαφυγής το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου 200 εκατομμυρίων ευρώ, από τα 30 δις ευρώ της ετήσιας φοροδιαφυγής. Ωστόσο, ούτε κι αυτό το ποσό συμπεριλαμβάνεται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που τελικά ψήφισε (2,4 δις ευρώ από τις περικοπές μισθών, συντάξεων και 2,4 δις ευρώ από την έμμεση φορολογία).

Η κυβέρνηση, με πρόφαση την κρίση, προχωράει εκτός από τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και συνταξιούχων, με την περικοπή των μισθών και συντάξεων και σε μια βάρβαρη φορολογική επίθεση μέσω της πρωτοφανούς αύξησης των έμμεσων φόρων.

Την ίδια στιγμή, αφήνει στο απυρόβλητο τους έχοντες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, αφού ο φορολογικός συντελεστής των Α.Ε. για το οικονομικό έτος 2010 μειώνεται κατά μία ποσοστιαία μονάδα στο 24%, με στόχο το 2014 να διαμορφωθεί στο 20% (θυμίζουμε ότι ο φορολογικός συντελεστής των Α.Ε. μέχρι και το οικονομικό έτος 2001 ήταν 40%, επίσης θυμίζουμε ότι ο ειδικός φόρος επί των διαφημίσεων, που προβάλλονται στην τηλεόραση, ο οποίος είχε επιβληθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 1326/1983 σε ποσοστό 30%, στις 25/11/2005 μειώθηκε σε 10%, την 1/11/2006 μειώθηκε σε 5% και από την 1/11/2007 καταργήθηκε). Ενδεικτικές είναι οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, γιατί υπάρχουν πάμπολλες άλλες χαριστικών νόμιμων φοροαπαλλαγών στο διαχρονικά εφαρμοζόμενο φορολογικό σύστημα στη χώρα μας, που το καθιστούν άδικο και αντιλαϊκό.

 

Στο απυρόβλητο οι έχοντες

Τόσο από τα μέχρι τώρα μέτρα που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση, όσο και από το περιεχόμενο του υπομνήματος με τα βασικά σημεία του φορολογικού νομοσχεδίου προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι τα βάρη καλούνται, για μία φορά ακόμα, να τα σηκώσουν τα μόνιμα υποζύγια – είτε σε ανάπτυξη είτε σε ύφεση της οικονομίας της χώρας. Θυμίζουμε ότι οι έχοντες και κατέχοντες κλήθηκαν να συμβάλουν με έκτακτη και εφάπαξ εισφορά (που και αυτή αμφισβητείται ως αντισυνταγματική), σε αντίθεση με τους μισθωτούς και συνταξιούχους, που θα πληρώνουν σε ολόκληρη τη ζωή τους.

Η χώρα έχει ανάγκη από φορολογικό σύστημα που να διακρίνεται για το δίκαιο χαρακτήρα του στην κατανομή των φορολογικών βαρών, ώστε να βρει εφαρμογή η συνταγματική επιταγή και ο καθένας να επιβαρυνθεί ανάλογα με τη φοροδοτική του ικανότητα. Ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα μπορεί να υλοποιήσει μια φορολογική διοίκηση:

• ανεξάρτητη από κάθε είδους κομματικές παρεμβάσεις,

• αξιοκρατικά στελεχωμένη,

• άρτια εκπαιδευμένη, με το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό,

• με σύγχρονα μέσα πληροφορικής

• με πάταξη της διαφθοράς, με νόμους που υπάρχουν αλλά δεν εφαρμόζονται.

 

Ο Κώστας Λαμπρόπουλος είναι εφοριακός υπάλληλος, μέλος του Γ.Σ. της ΠΟΕ-ΔΟΥ.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!