Της Λενιώς Διαλεισμά

Όμως εγώ σαν άλλη πάνκισα θα σας συστηθώ αδελφές μου. Με την τσίμπλα στα μαλλιά και το μάτι να γυαλίζει από λύπη κι από θυμό, αξεδιάλυτες πλάνες. Νόμισα πως για το ταξίδι μόνο το πανί χρειάζεται, μα χωρίς άγκυρα δεν μπορώ να σταματήσω. Ρίχνομαι στα βαθιά, φρενάρω υποσχέσεις μα και πάλι δεν σταματώ.
Και να που τώρα, η άλλοτε ασουλούπωτη βουλιμική ύαινα αποτολμά μια νευρωτική περιπλάνηση μαζεύοντας χίμαιρες, εξιδανικεύοντας αμαρτίες, χορεύοντας μ’ αυτό που ποτέ δεν θα φανεί.
Τρυγώ, τρυγάς, τρυγάμε ή ο μεθυσμένος θα μας μαχαιρώσει πισώπλατα πριν εμείς τον φάμε.
Δεν είναι ώρα για δέντρα, μα πρέπει να γίνεις τέτοιο αν θες να πας όπου έχεις τελοσπάντων να πας. Με τα κλαδιά -και την καρδιά- υψώνω το χέρι, δηλώνω ξένη, σταματάω αυτοκίνητα μα δεν μπορώ να μπω μέσα. Τρέχω στο πλάι τους, οι οδηγοί με ανοιχτές τις πόρτες εξακολουθούν την πορεία τους, επιβραδύνουν, αλλά δεν μ’ αφήνουν ακόμα ν’ ανεβώ. Τις ρίζες μου επικαλούμαι, τους μιλάω «ελληνικά» κι αφήνομαι στο έλεος της κάθε εποχούμενης ύβρεως μετανιώνοντας και πονώντας κάθε φορά μέσα σ’ αυτό. Αναγκάζομαι να με ξε-ριζώσω και να με επιδείξω, ώστε να με αποδείξω, να μπω στο γαμημένο αυτοκίνητο που θα με πάει όπου με πάει.
Όταν φτάσουμε εκεί που δεν πηγαίναμε, έρχεται το καλύτερο: η ύβρις κλειδώνει το μερσεντές, βγάζει λεφτά, μου σπρώχνει τα μπούτια. Προσπαθώ να μην κλάψω, δεν ξέρω πότε θα βγω από δω. Χρειάζομαι άμεσα ένα φτυάρι να με θάψω, χώμα να σκαλίσω, μέσα του να μπω.
Είμαι, ήμουνα και θα ’μαι μια γροθιά στη μέση της αφέλειας που διάλεξα να σκεπαστώ. Ώρες σαν στρείδι πνίγει, ώρες αποδίδει ξενιστές, μου τους φοράει να γυαλίζουν στο λαιμό.
Θυμάσαι πώς περιμέναμε τα σώματα να μας έρθουν από απέναντι αλμυρά και φουσκωμένα; Αγναντεύαμε σήμερα, όπως χτες κι όπως άλλοτε με το βλέμμα σταθερό στο βασικό μας το κενό. Κομμένα πλαστικά, εξαρτήματα από μηχανές, σκασμένα μπαλόνια από βάρκες φουσκωτές, μα πουθενά οι άνθρωποι, πουθενά εμείς…
«Ανάπνευσε το δικό σου ουρανό, τούτος εδώ ψέματα λέει» (είπες και λες). Κάτσαμε μόνοι και ζητούσαμε να ρουφήξουμε κάποιου είδους θείο δράμα, ή θέαμα, ζωή που βράζει και μας ξεβράζει, ιστορίες απόκοσμες, εωθινές. Αντ’ αυτού δελφίνια μας κυκλώσανε, τρία δελφίνια εμάς τόσο κοντά γυρέψανε, που αρνήθηκα να ακούσω το μήνυμα, πόσο μάλλον να πιστέψω στην αποστολή.
Η απόγνωση και τ’ όνειρο είναι το ίδιο πράγμα: να βαδίζεις κάπου χωρίς να ξέρεις προς τα πού πας. Κι αυτό μονάχα που τα διαφοροποιεί είναι το αν κοιτάζεις το κενό από πάνω ή από κάτω, αν κρατιέσαι ή αν αφήνεσαι.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!