Μια συζήτηση με την πανεπιστημιακό και επιμελήτρια του βιβλίου Έρη Σταυροπούλου. ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον Κώστα Στοφόρο

«Το βιωματικό υλικό χρειάζεται τη συνεργασία της τέχνης με τη ζωή και της φαντασίας τη μαγεία, το φως το ιδεολογικό και της αλήθειας την πνοή. Τη δύναμη να περνάς από το ατομικό στο γενικό, από το εγώ στο εμείς κι σκαλοπάτι-σκαλοπάτι ν’ ανεβαίνεις από το ύψος εκείνο που μπορείς να διακρίνεις το πλάτος και το βάθος της ζωής και της ανθρώπινης μοίρας»

Διδώ Σωτηρίου*
Το δούλεψε τριάντα ολόκληρα χρόνια χωρίς να καταφέρει να το ολοκληρώσει. Είχε θεωρηθεί χαμένο, μέχρι που ανακαλύφθηκε στα αρχεία της… Πρόκειται για τα Παιδιά του Σπάρτακου της Διδώς Σωτηρίου, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις Εκδόσεις Κέδρος. Θα μπορούσα να γράψω πολλά για τις συγκινήσεις που μου προκάλεσε τόσο η ιστορία της ανακάλυψης, όσο και η ίδια η ανάγνωση του μυθιστορήματος. Νομίζω, όμως, ότι το καλύτερο είναι να δώσω το λόγο στην Έρη Σταυροπούλου, καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που μόχθησε πάνω από τα χειρόγραφα και μας παρουσίασε μια εξαιρετικά επιμελημένη και κατατοπιστική έκδοση.
Θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για το πώς ανακαλύφθηκε αυτό το ανέκδοτο μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου; Ποια προβλήματα αντιμετωπίσατε μέχρι να καταφέρετε να το παρουσιάσετε στη συγκεκριμένη μορφή;
Ένα μικρό απόσπασμα από αυτό το μυθιστόρημα είχε δημοσιευτεί το 1991 στο περιοδικό Tο Δέντρο με την επισήμανση ότι προέρχεται από ανέκδοτο μυθιστόρημα. Έπειτα βρέθηκε ένα μικρό μέρος μαζί με άλλα χειρόγραφα στο πατάρι του σπιτιού της Σωτηρίου, στα Άνω Ιλίσια. Τέλος, όταν το αρχείο της Σωτηρίου (όσο τουλάχιστον είχε σωθεί) δόθηκε από την Έλλη Παππά και τον Nίκο Ν. Mπελογιάννη στο E.Λ.I.A.-ΜΙΕΤ (Eλληνικό Λογοτεχνικό και Iστορικό Aρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης) και ταξινομήθηκε από την κ. Σοφία Mπόρα, συγκεντρώθηκαν σε ένα ντοσιέ όλα τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος, αλλά εντελώς μπερδεμένα και ακατάστατα. Με βάση, λοιπόν, ένα σχέδιο της Σωτηρίου κατέταξα τις σχετικές σελίδες κατά επεισόδιο και αποκατέστησα τη σειρά των σελίδων σε όσες ενότητες υπήρχε αρίθμηση. Στη συνέχεια διαμόρφωσα με βάση το υπάρχον υλικό το κάθε κεφάλαιο, επιλέγοντας την καλύτερη και πληρέστερη μορφή, όπου υπήρχαν περισσότερες από μία. Έπρεπε να κάνω μια πολύ δύσκολη δουλειά ταξινόμησης και επιλογής. Με βοήθησε, βεβαίως, πάρα πολύ το ότι είχα δουλέψει και προηγουμένως με άλλα έργα της Σωτηρίου.
Η ιστορία των χειρογράφων της Διδώς Σωτηρίου μου φαίνεται πως από μόνη της θα μπορούσε να είναι το υλικό ενός μυθιστορήματος. Τι είναι αυτό που σας έχει αγγίξει περισσότερο σε αυτή την υπόθεση;
Με έχει συγκινήσει πολύ ο συνεχής αγώνας της να γράψει όλες αυτές τις ιστορίες της που αφορούν σε τραγικές ώρες της ελληνικής ιστορίας (Μικρασιατική Καταστροφή, πόλεμος, Εμφύλιος, μετεμφυλιακή τρομοκρατία) και από την άλλη ο αντίστροφος αγώνας της να καταστρέψει, καίγοντας ή βράζοντας και πολτοποιώντας όσα χειρόγραφά της μπορούσαν να της δημιουργήσουν πρόβλημα. Εξίσου συγκινητικές είναι αυτές οι απροσδόκητες ανακαλύψεις χειρογράφων της σε κρύπτες, τοίχους, ταράτσες, όλος αυτός ο μόχθος και η αγωνία για το αν θα διασωθούν τα γραπτά της.
Γράφετε πως ολοκληρωμένα «Τα παιδιά του Σπάρτακου θα ήταν ένα μυθιστόρημα τουλάχιστον εφάμιλλο με τα Ματωμένα Χώματα». Τι καινούργιο φέρνει αυτό το βιβλίο για τους αναγνώστες της Διδώς Σωτηρίου;
Η Σωτηρίου με Τα παιδιά του Σπάρτακου παραμένει, ως ένα βαθμό, σταθερή στη συγγραφική της πορεία. Προσέθεσε, όμως, και νέα εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία στη θεματική, στον κοινωνικό προβληματισμό της αλλά και στη γραφή της. Θέλοντας να αφηγηθεί μια ιστορία από την πορεία του αριστερού εργατικού κινήματος στη χώρα μας, διάλεξε τον Σπάρτακο ως παγκόσμια γνωστό σύμβολο εξέγερσης και ακατάβλητης μαχητικότητας και τοποθέτησε τη δράση σε μια πόλη της Θράκης, το Σουφλί, που δεν είχε απασχολήσει τους λογοτέχνες μας, όπως η Aθήνα, η Θεσσαλονίκη ή τα Γιάννενα. Πρόβαλε, επίσης, τη σκληρή ζωή και τους συνδικαλιστικούς αγώνες των σηροτρόφων, θέμα επίσης άγνωστο στο αναγνωστικό κοινό.
Tέλος, η μετέπειτα μεταφορά της δράσης στην Aθήνα τής επέτρεπε να αναπτύξει νέα επιμέρους θέματα, που δεν είχε προβάλει σε άλλα βιβλία της. Για παράδειγμα, τοποθετώντας την πρωταγωνιστική οικογένεια σε μια προσφυγική εργατική συνοικία, μπορούσε να συνδέσει τους ήρωές της με τους Μικρασιάτες κατοίκους της και να τους εντάξει στο ευρύτερο αγωνιστικό και μαχητικό πνεύμα τους, ενώ η συμμετοχή ορισμένων προσώπων στην παράνομη αντιστασιακή δράση των αριστερών τη δεκαετία του 1950 την οδηγούσε να αναπτύξει και αυτό το θέμα.
Επιπλέον, σ’ αυτό το μυθιστόρημα και μάλιστα στη μορφή που μας παραδόθηκε, η συγγραφέας φαίνεται να προωθεί μοντερνιστικές τεχνικές, που είχε ήδη δοκιμάσει στη γραφή του Κατεδαφιζόμεθα.
Μπορείτε να μας πείτε, σε γενικές γραμμές, την υπόθεση του βιβλίου; Ποιο πιστεύετε πως θα ήταν το τέλος που θα του έδινε η συγγραφέας;
Η υπόθεση θα διαδραματιζόταν αρχικά στη Θράκη και πιο συγκεκριμένα στο Σουφλί και κατόπιν στην Aθήνα, ενώ θα διαρκούσε από τις αρχές του 20ού αιώνα ώς την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο. Η ιστορία αφορά την οικογένεια του Ανέστη και της Λαμπρινής αλλά και των δέκα παιδιών τους, που αγωνίζονται να επιβιώσουν στις πολύ δύσκολες συνθήκες της εποχής. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Nεόφυτος, έχει ιδρύσει λίγο πριν από τη δικτατορία του Mεταξά μια μικρή οργάνωση με κοινωνικοπολιτικούς στόχους και με το όνομα «Oι μαχητές του Σπάρτακου», εμπνευσμένος από την καταγωγή του Σπάρτακου από τη Θράκη αλλά και από τις αναλογίες που βρίσκει ανάμεσα στους δούλους και τους κοινωνικά απόκληρους, που αποτέλεσαν το στρατό του μονομάχου, και στις νεαρές εργάτριες που βασανίζονται στα εργοστάσια μεταξουργίας του Σουφλίου. Στο δεύτερο μέρος προβάλλεται κυρίως η δράση του Νεόφυτου, που βρίσκεται παράνομος στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Γύρω του κινούνται άλλοι ζωντανοί και ενδιαφέροντες χαρακτήρες: πρώην αριστεροί που εξελίσσονται σε βολεμένους μεγαλοαστούς, ιδεολόγοι αριστεροί, φοβισμένοι και αδιάφοροι τύποι, συμπαραστάτες αλλά και προδότες. Στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι του Νεόφυτου και της Αλίκης διακρίνουμε ομοιότητες με τα πρόσωπα και τις περιπέτειες του Νίκου Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά. Στο τέλος είναι βέβαιο ότι θα συλλαμβάνονταν ο Νεόφυτος και η Αλίκη και θα δικάζονταν. Από το κείμενο της Σωτηρίου δεν προκύπτει ότι θα τους εκτελούσαν. Ίσως το τέλος να μην ήταν τραγικό. Εγώ στο τέλος τοποθέτησα ένα μονόλογο της αδελφής του Νεόφυτου, της Βασιλιώς, που διατυπώνει με λόγια απλά την αξία των αγώνων τους.
Τι είναι αυτό που δεν της επέτρεψε, μέσα στα τριάντα χρόνια που το δούλευε, να ολοκληρώσει Τα παιδιά του Σπάρτακου;
Το μυθιστόρημα την απασχόλησε πράγματι για τουλάχιστον τριάντα χρόνια, με μεγάλες διακοπές και διαλείμματα, είτε όταν οι συνθήκες της ζωής της ήταν δύσκολες είτε για να γράψει άλλα έργα της, την Εντολή και το Κατεδαφιζόμεθα. Ανάμεσα στις αιτίες για τις οποίες το μυθιστόρημα δεν ολοκληρώθηκε, πρέπει να λογαριάσουμε τη διακοπή της επικοινωνίας της με τις κύριες αφηγήτριές της, που αποφυλακίστηκαν και γύρισαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους ή πέθαναν. Αν υπολογίσουμε πόσο ακριβής και πιστή στην πραγματικότητα ήθελε να είναι, αντιλαμβανόμαστε πόσα προβλήματα της δημιούργησε η προηγούμενη αιτία. Είναι, επίσης, πιθανό να αντιμετώπισε προβλήματα στη σύνθεση του υλικού της, καθώς είχε καταπιαστεί με μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο (περίπου μισό αιώνα) αλλά και με μια περιοχή, τη Θράκη, την οποία ασφαλώς δεν γνώριζε τόσο καλά.
Ο ίδιος ο τίτλος που θέλησε να δώσει (αρχικά Η κόρη του Σπάρτακου) νομίζω πως μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους…
Πράγματι το μυθιστόρημα το είχε προαναγγείλει η Σωτηρίου ήδη από το 1962 με αυτόν τον τίτλο και ηρωίδα Μια σύγχρονη Θρακιώτισσα εργάτρια. Πιστεύω ότι ήθελε να αποτίσει φόρο τιμής σε όλες τις γυναίκες που έδωσαν αγώνες συνδικαλιστικούς ή πολέμησαν τους Γερμανούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή συμμετείχαν στον Εμφύλιο και δικάστηκαν εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Στο αρχείο της υπάρχουν αρκετές χειρόγραφες και δακτυλόγραφες σελίδες με αφηγήσεις γυναικών πολιτικών κρατουμένων σχετικές με τη σύλληψη και την κράτησή τους, καθώς και σχετικά με τις εκτελέσεις άλλων γυναικών, ενώ έχει γράψει και σχετικά διηγήματα (στο βιβλίο Τυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες, 2004). Βρίσκουμε, επίσης, σημειωμένους τους τίτλους Το συναξάρι των αριστερών κοριτσιών και Πορτρέτα κοριτσιών. Να μην ξεχνάμε ότι είχε γράψει και τη μυθιστορηματική βιογραφία της ηρωίδας της Aντίστασης Hλέκτρας Aποστόλου (Hλέκτρα, 1961). Μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε, έχοντας υπ’ όψιν μας τον αρχικό τίτλο Η κόρη του Σπάρτακου και επιπλέον το ιδιαίτερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον της για το γυναικείο κίνημα, ότι σχεδίαζε αρχικά να γράψει ένα μυθιστόρημα στο οποίο θα πρωταγωνιστούσαν γυναίκες με δράση στην Αριστερά. Υπήρχαν, άλλωστε, και τα δικά της βιώματα, οι αγώνες, η δίκη και η φυλάκιση της αδελφής της, Έλλης Παππά, αλλά και η γνωριμία της Σωτηρίου με Θρακιώτισσες φυλακισμένες, στις αφηγήσεις των οποίων στηρίχτηκε το μυθιστόρημα.
*Σημείωση από το αρχείο της.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!