Μια συνομιλία με το σκηνοθέτη Αλέξη Τσάφα με αφορμή την ταινία του Μιντέλο – Πίσω από τον ορίζοντα.

Στο προηγούμενο φύλλο του Δρόμου, αναφερόμενοι στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Τσάφα Μιντέλο – Πίσω από τον ορίζοντα που συνεχίζει να προβάλλεται στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμος» στο Νέο Κόσμο, προαναγγείλαμε τη σημερινή του συνέντευξη. Ο σκηνοθέτης, που τα τελευταία οχτώ χρόνια ζει και δουλεύει στο μακρινό Πράσινο Ακρωτήρι, καταγράφει με την κινηματογραφική του μηχανή τις απλές καθημερινές στιγμές της ζωής των κατοίκων της χώρας αυτής αλλά και τα σημαντικότερα πολιτιστικά της δρώμενα. Ο φακός του κινείται ανάμεσα στο ιστορικό κέντρο και τις φαβέλες, στα θέατρα και τις φάμπρικες, στα γήπεδα και τα σούπερ μάρκετ, ακολουθεί τους ψαράδες και τους ναυτικούς. Η ταινία καταγράφει με ευαισθησία και σεβασμό αξίες ξεχασμένες στον αυτάρεσκο δυτικό πολιτισμό… Ας τον ακούσουμε.

Πώς βρεθήκατε στο Πράσινο Ακρωτήρι, κ. Τσάφα;

Πήγα για κάποια δουλειά, γοητεύτηκα από τους ανθρώπους, έμαθα τη γλώσσα και έμεινα. Είναι ένας τόπος που σε προκαλεί να τον γνωρίσεις από κοντά.

Τι πραγματικά σας άγγιξε σ’ αυτόν τον τόπο;

Οι άνθρωποι. Πρόκειται για μια ράτσα μοναδική, ένα μείγμα Αφρικανών που διασταυρώθηκαν με τους Πορτογάλους αποικιοκράτες. Το Πράσινο Ακρωτήρι είναι πρόσφατο έθνος, καθώς τα πρώτα στοιχεία εθνικής του συνείδησης αποκτήθηκαν πριν από τρεις εκατονταετίες περίπου. Σε αυτό βοήθησαν πάρα πολύ προσωπικότητες που ηγήθηκαν της πολιτικής του αντιαποικιακού αγώνα στην Αφρική. Από το Κάπο Βέρντε κατάγεται ο Αμίλ Καρκαμπράλ, ένας από τους μεγάλους ηγέτες της ανεξαρτησίας των Αφρικανών, ισότιμος του Λουμούμπα και του Μαντέλα, ο οποίος έδωσε τη ζωή του στον αγώνα. (Τον σκότωσαν οι μυστικές υπηρεσίες λίγο πριν την ανεξαρτησία της χώρας του.) Ο σπόρος όμως που είχε ρίξει άνθισε γρήγορα. Επί έντεκα χρόνια η χώρα κυβερνήθηκε από ένα μαρξιστικό καθεστώς το οποίο έβαλε τα θεμέλια στην παιδεία, στην υγεία και στο κοινωνικό κράτος. Ήταν ένα καθεστώς πολύ ενδιαφέρον που αξίζει κάποτε οι ερευνητές της Ευρώπης να ασχοληθούν μαζί του.
Σαν τόπος δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Πολλοί στην Ελλάδα νομίζουν ότι είναι κάτι εξότικ, σαν τα Μπόρα-Μπόρα ή τη Χαβάη. Όχι, είναι σαν τις Κυκλάδες, με ηφαιστιογενή εδάφη και ξεραΐλα, μαστίζεται συχνά από ανέμους, έχει ανομβρία και πολλή φτώχεια. Η ανεργία φτάνει το 60%, το διαθέσιμο εισόδημα είναι σχεδόν μηδενικό, οι περισσότερες οικογένειες έχουν ευκαιριακές εργασίες που τους δίνουν ελάχιστα εισοδήματα κι όμως επιβιώνουν χωρίς καμιά απολύτως μιζέρια, σχεδόν ευτυχισμένοι. Κι αυτό διότι έχουν μάθει να σέβονται τις αξίες της φύσης και της ζωής, έχουν δημιουργήσει ένα σοβαρό πολιτισμό τον οποίο έχουν εντάξει στην καθημερινή τους ζωή.

Δεν είναι κάπως αντιφατικό η φτώχεια να συμβαδίζει με ένα σοβαρό πολιτισμό;
Πολύ σημαντικό ρόλο για να φτάσουμε ως εδώ έπαιξε το εκπαιδευτικό σύστημα, που αυτή τη στιγμή θεωρείται από τους διεθνείς οργανισμούς το καλύτερο και πιο οργανωμένο σε όλη την αφρικανική ήπειρο. Δεν υπάρχει καθόλου αναλφαβητισμός, όλα τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο (πρωτοβάθμιο – δευτεροβάθμιο) και όσοι έχουν έφεση συνεχίζουν στην τριτοβάθμια.
Η εκπαίδευση είναι η βάση για να προσεγγίσεις από τα παιδικά σου χρόνια τον πολιτισμό, και στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι ενταγμένος ο πολιτισμός.

Αυτή την ποιότητα θελήσατε να καταγράψετε στην ταινία σας;

Ακριβώς! Το φιλμ καταγράφει τη ζωή όπως πραγματικά είναι. Δεν κρύβουμε κάτι, δεν δείχνουμε τίποτε το τουριστικό, δεν παίρνουμε συνεντεύξεις, δεν κάνουμε σχόλια.
Αυτό έχει ενδιαφέρον για τον Έλληνα θεατή, διότι μπορεί να κάνει παραλληλισμούς με το δικό του τρόπο ζωής, να συνειδητοποιήσει πόσο η κατανάλωση και τα πρότυπα όπως προβάλλονται από τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να σε κάνουν δυστυχισμένο.
Εκεί τα παιδιά είναι πάντα γελαστά, δεν έχουν παιδοψυχολόγους, δεν έχουν ειδικά προβλήματα, δεν έχουν περιττές ανάγκες.

Θυμίζει κάπως η ατμόσφαιρα την Ελλάδα του ‘50;

Εγώ που πρόφτασα τη δεκαετία του ’60 στην Ελλάδα, βρήκα στη χώρα αυτή πάρα πολλά πράγματα που παραπέμπουν στα παιδικά μας χρόνια. Με άλλους ρυθμούς ζωής και άλλες σχέσεις των ανθρώπων.

Κάποια παραδείγματα;
Στο Κάπο Βέρντε αν δεν έχεις χρήματα για να πάρεις τα απαραίτητα της ημέρας, θα σου δώσει ο γείτονάς σου και σε ανάλογη περίπτωση θα ανταποδώσεις. Αν γίνει ένα δυστύχημα και σκοτωθούν οι γονείς, τα παιδιά δεν θα πάνε σε ίδρυμα. Θεωρείται ντροπή για την κοινωνία, θα τα κρατήσουν ή συγγενείς αν υπάρχουν κι αν όχι, θα τα αναλάβει η γειτονιά.

Θεωρείτε ότι τέτοια παραδείγματα αλληλεγγύης μπορούν εν μέσω κρίσης να λειτουργήσουν εμψυχωτικά για τον Έλληνα θεατή;

Δεν ξέρω πόσο έτοιμοι θα ήμασταν να αντιμετωπίσουμε ανάλογες συνθήκες. Για μένα πάντως ήταν ένα μεγάλο μάθημα που με έκανε καλύτερο σαν άνθρωπο και σαν πολίτη.

Από όσα μας λέτε η ευτυχία δεν φαίνεται να είναι συνάρτηση οικονομικών δεικτών…

Σε μεγάλο βαθμό ισχύει αυτό. Να μην τα ωραιοποιούμε όμως τα πράγματα, υπάρχουν και προβλήματα, δεν είναι όλα ιδανικά.
Οι νέοι αρχίζουν να ονειρεύονται έναν τρόπο ζωής σαν αυτόν που βλέπουν στα βραζιλιάνικα και πορτογαλικά σίριαλ που μέσω της δορυφορικής τηλεόρασης έχουν εισβάλει στη ζωή τους. Θέλουν άλλα ρούχα, άλλη διασκέδαση, μοτοσυκλέτες, ό,τι τέλος πάντων τους προβάλλεται από την οθόνη, πράγματα απαγορευτικά εννοείται, για τα οικονομικά της κοινωνίας τους.

Τι παράγει το Πράσινο Ακρωτήρι;
Δεν παράγει τίποτα! Αυτό είναι το περίεργο. Δεν έχει φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, δεν έχει τίποτε να εξάγει. Τα εισοδήματα της χώρας προέρχονται από τα εμβάσματα των υπερτριπλάσιων σε σχέση με τον πληθυσμό μεταναστών της. Από κει και πέρα βοηθά λίγο ο τουρισμός και κάποιες επενδύσεις ξένων εταιριών, κυρίως πορτογαλικών (λόγω συγγένειας της γλώσσας), που βρίσκουν στο νησί φτηνά εργατικά χέρια, καλή νομοθεσία και χαμηλή φορολογία.

Να κλείσουμε με κάτι ακόμη για το ντοκιμαντέρ, γιατί μιλήσαμε πιο πολύ για τη χώρα…

Μα αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε ένα έντυπο σαν το Δρόμο που έχει μια πιο κοινωνική διάσταση. Θα ήθελα να προειδοποιήσω ότι η ταινία είναι έμμεσα πολιτική, με την έννοια ότι δεν παρεμβαίνει, δεν σχολιάζει. Καταγράφει και παρουσιάζει απλώς, αφήνοντας τον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, να κάνει τα δικά του σχόλια.

Κάποια άλλη στόχευση σας ενδιαφέρει;
Κοιτάξτε, το ντοκιμαντέρ ήταν ένα σημαντικό πρώτο βήμα για το υπουργείο Πολιτισμού της χώρας αυτής αφού την εκπροσώπησε σε 11 διεθνή φεστιβάλ, αποσπώντας βραβεία και καλές κριτικές. Μέσα στους στόχους μου λοιπόν είναι η διάδοση του πολιτισμού αυτής της χώρας και η ανάπτυξη σχέσεων με την Ελλάδα, που αυτή τη στιγμή είναι ανύπαρκτες. Με αυτή την ευκαιρία θα ήθελα να αναφερθεί η μικρή κοινότητα των Καμποβερντιανών της Ελλάδας.
Με ενδιαφέρει πολύ να δουν κάτι που αφορά τον πολιτισμό του τόπου τους, να νιώσουν για λίγο υπερήφανοι για την καταγωγή τους. Αυτό που έχω εισπράξει τα τελευταία χρόνια είναι ότι έχουν σκύψει λίγο το κεφάλι, επειδή δουλεύουν σε επαγγέλματα για τα οποία δεν καμαρώνουν, θεωρούν ότι δεν αξίζει να ασχολείται κανείς μαζί τους. Αυτός είναι ο δεύτερος λόγος που ήθελα να γίνει η προβολή στην Ελλάδα.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!