Στεναχωρήθηκα πολύ τη μέρα που η φίλη μου Λένα Διβάνη αισθάνθηκε την ανάγκη να γράψει με ανεξήγητη βιασύνη το απαράδεκτο σχόλιό της για τον «τζαμπατζή».

Τρομακτικά πράγματα (απολύσεις, αυτοκτονίες, βασανιστήρια, κατεδαφίσεις οικισμών κ.λπ.) που συνέβαιναν ταυτόχρονα και ρήμαζαν τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων, στην ΕΡΤ, στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στους καταυλισμούς των τσιγγάνων, δεν την αναστάτωναν το ίδιο έντονα ώστε να βγει στην άκρη του δρόμου και να γράψει ένα καυστικό τουίτ εναντίον του Καψή ή του Δένδια. Την εκνεύρισαν πολύ τα σχόλια των άλλων στο τουίτερ εναντίον του ελεγκτή που προσπαθούσε με υπέρμετρο ζήλο να εξασφαλίσει το 1,20 ευρώ που δεν είχε καταβάλει εκείνη τη μέρα ο Θανάσης στο δημόσιο ταμείο, αλλά δεν άξιζε ούτε ένα αιχμηρό τουίτ η απαλλαγή των ιδιοκτητών ΠΑΕ από τα χρέη εκατομμυρίων ευρώ που φορτώθηκαν κι αυτά στις πλάτες του λαού ή το θράσος του Σταυρίδη που διεκπεραίωνε διαπλεκόμενος το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας; Πώς διαμορφώνεται, αναρωτήθηκα, αυτή η ιεράρχηση στο μυαλό ενός καλλιεργημένου και εύστροφου διανοούμενου;
Και λυπήθηκα που ένας άλλος παλιός μου γνώριμος, ο Κώστας Ρεσβάνης, μετά από διακόσια χρόνια στο συγκρότημα Λαμπράκη, υπό τον πατέρα Καψή (ο γιος του υπουργός), τον πατέρα Καραπαναγιώτη (η κόρη του υπουργός) και τον πατέρα Ψυχάρη (ο γιος του βουλευτής), γράφει σαν συνταξιούχος που ξυπνάει κάθε πρωί νοσταλγώντας το γραφείο του και νιώθοντας το χρέος του απέναντι στον αέναο εργοδότη του. Θυμάμαι τον Ρεσβάνη σαν ένα ευγενή και καλλιεργημένο άνθρωπο, αλλά πολύ σεβαστικό με την εξουσία. Τον είχα ξεχάσει, μέχρι που διάβασα προχτές ένα κείμενό του, με χαρακτήρα αυστηρής νότας προς τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, με αφορμή την καταδίκη από τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ της επιδρομής που πραγματοποίησε η αστυνομία στο Πολυτεχνείο για να δημιουργήσει κλίμα ανομίας και τρόμου. Χωρίς πρόκληση, χωρίς τυπικές διαδικασίες και χωρίς ευρήματα, εκτός από τα σπρέι χρώματος που τα εμφάνισαν για σπρέι πιπεριού. Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς, γιατί ένας παλαίμαχος δημοσιογράφος, και δη των πολιτιστικών, ωθείται να γράψει ένα τέτοιο κείμενο που καλύπτει την αστυνομική αυθαιρεσία με φρασεολογία μάλιστα ακροδεξιού υπουργού. «Έσπασε ένα ακόμα μολυσματικό απόστημα, η αστυνομία», έγραψε ο Ρεσβάνης. Δηλαδή, 40 χρόνια στο ΔΟΛ, ο Ρεσβάνης ούτε είδε ούτε άκουσε κάτι μεμπτό για τις πολυσχιδείς δραστηριότητες του συγκροτήματος, ούτε προφανώς έχει να πει κάτι αυστηρό, έστω εκ των υστέρων, για το χρέος των 245 εκατ. ευρώ που έχει το Μέγαρο Μουσικής από τη διαχείριση Λαμπράκη για το δεύτερο κτίριο που κατέφαγε μέρος του Πάρκου Ελευθερίας και φορτώνεται τώρα στον ελληνικό λαό. Ούτε είδε ούτε άκουσε. Έχει όμως το σθένος, να εγκαλέσει τον Λαφαζάνη για μια δήλωσή του, λέγοντας του, «Άκου, Παναγιώτη Λαφαζάνη…». Ούτε ο Μανδραβέλης δεν θα το έκανε τόσο χοντροκομμένα.

Δημόσιοι υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου
Υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία αποκτούν μόνο όσοι εργάζονται στο κράτος. Κι όμως, έχω γνωρίσει υπαλλήλους σε ιδιωτικές εταιρίες που η δημοσιοϋπαλληλική τους μυρουδιά σπάζει μύτη. Όταν, μέσα σου, κάθε σπίθα αντίστασης σε ένα σάπιο σύστημα, στο οποίο αναγκαστικά εργάζεσαι, για τα προς το ζην, έχει προ πολλού σβήσει και μέσα σου βασιλεύει ένα καμένο τοπίο, σε τι διαφέρεις από έναν δημόσιο υπάλληλο που έχει αποδεχτεί τη μοίρα του και έχει πλήρως προσαρμοστεί στη γραφειοκρατία του συστήματος;
Εάν ο συμβιβασμός έχει γίνει η δεύτερη σου φύση, εάν ποτέ δεν έχεις πάρει το μέρος των αδυνάτων όταν αυτό συγκρούεται με τα συμφέροντα των εργοδοτών σου, εάν δεν έχεις ποτέ αντιπαρατεθεί με τα αφεντικά σου σε μια ολόκληρη καριέρα, ξέροντας ότι είναι βουτηγμένα στη διαπλοκή και τη διαφθορά, τι διαφορά έχει να είσαι υπάλληλος 35 χρόνια στη Γενική Γραμματεία Τύπου από το να είσαι 35 χρόνια υπάλληλος στο συγκρότημα Λαμπράκη; Στα ίδια ασφυκτικά όρια έχεις εργαστεί, και ίσως στη Γραμματεία να είναι πιο χαλαρά τα πράγματα γιατί όταν αλλάζουν οι κυβερνήσεις, οι υπουργοί και οι γραμματείς, αλλάζει και η γραμμή, γίνεται ένα ανακάτεμα, ενώ στο συγκρότημα Λαμπράκη ή στο συγκρότημα Μπόμπολα, η γραμμή είναι ίδια και αμετακίνητη, δια παντός. Τι να λέμε τώρα; Λες και δεν ξέρουμε πως προσαρμόστηκαν γενιές και γενιές δημοσιογράφων στα καλούπια των συγκροτημάτων. Κι όταν προσαρμοστείς, μέσα στα χρόνια, νομίζεις ότι ασκείς και ελεύθερη δημοσιογραφία. Αυτή είναι η πλάκα. Και από αριστερός στη δεκαετία του ’60, καταλήγεις υπερασπιστής των αστυνομικών επιδρομών στα πανεπιστήμια, σήμερα!
Δεν πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι που εμφανίζουν διαταραχή στην ισορροπία των αξιολογικών τους κριτηρίων είναι διεφθαρμένοι. Αλλά διαισθάνομαι ότι για τους παραπάνω και αρκετούς άλλους λόγους, πολλοί διανοούμενοι έχουν υποστεί μέσα στα χρόνια σοβαρές φθορές, μεγαλύτερες ή μικρότερες. Άλλοι διαφθάρηκαν και άλλοι φθάρηκαν. Και φοβάμαι ότι είναι πολύ δύσκολο να το συνειδητοποιήσουν.

Στέλιος Ελληνιάδης

Υ.Γ. Απελπίζομαι με τη «γλώσσα» ορισμένων «αγαναχτισμένων», που εκφράζονται σαν Χρυσαυγίτες όταν διαφωνούν με κάποιον ή ενοχλούνται από τις απόψεις του. Εάν πρόκειται να αντικαταστήσουμε τη μία χυδαιότητα με μία άλλη, αλίμονό μας!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!