Του Σταμάτη Μαυροειδή. Αν λίγο πριν από τη φιλάνθρωπη εμφάνιση του Γ. Νταλάρα στο Ίλιον -άρα πριν απ’ τα γιαούρτια – επέλεγαν κάποιοι να αφήσουν έξω από την είσοδο της συναυλίας δίσκους του καλλιτέχνη που μέχρι τότε κρατούσαν στη δισκοθήκη του σπιτιού τους, αυτός θα «ερμήνευε» τη χειρονομία ως ευθεία αποστροφή προς τα τραγούδια του και φθόνο προς το πρόσωπό του.

Αν τον υποδέχονταν με γιαούρτια -όπως συνέβη στα Λιόσια – θα έκανε ένα πιο «τολμηρό» βήμα μιλώντας για πρακτικές βίας που δεν έχουν σχέση με τον πολιτισμό και τη δημοκρατία. Αν τον ρωτούσαν για την Άννα, εξαδέλφη του Ραγκούση και σύντροφό του, θα έλεγε ότι την στηρίζει αλλά δεν την ψηφίζει. Αν ζητούσαν τη γνώμη του για το Μνημόνιο -που ψήφισε με τα δυο της χέρια η Άννα- θα απαντούσε πως στο πραγματικό δίπολο «καταστροφή ή Μνημόνιο» η επιλογή του θα ήταν μία, η… δεύτερη εννοείται.
Εάν τον ρωτούσαν γιατί αποφάσισε να απευθυνθεί σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία στο λεηλατημένο απ’ το Μνημόνιο πλήθος, θα απαντούσε ότι ήθελε απλώς να φωτίσει το θλιμμένο αίσθημά του…
Αυτός είναι ο Νταλάρας;Ισως να είναι, αν έτσι πιστεύει ο ίδιος. Ο κόσμος πάντως, που κάποτε τον πήρε αγκαλιά απ’ την Κοκκινιά, γιατί τότε τραγούδαγε τον πόνο του, δεν είναι πια ίδιος. Όχι επειδή δεν κατάφερε να τον ακολουθήσει στη διαδρομή που τον έφερε στο… μεγάλο σπίτι, όσο γιατί τώρα συνειδητοποιεί την προδοσία που υπέστη από ένα διεφθαρμένο σύστημα στο οποίο ο κ. Νταλάρας συμμετέχει ως οργανικό του μέρος. Δεν είναι, λοιπόν, οι συναυλίες και το ταλέντο που προπηλακίζονται. Είναι η εμφανής μετατόπιση του καλλιτέχνη στη μεταμφιεσμένη πλευρά του κόσμου, σ’ εκείνη που ενώ σπρώχνει το πλήθος στην χωματερή της δυστυχίας, κατόπιν προσφέρει μελωδικές χάντρες για να μετριάσει την οργή του. Αυτό «μυρίζεται» το ένστικτο του κόσμου, στο ξέφτισμα ενός συμβόλου που στράβωσε στο δρόμο και αντιδρά. Δεν μπορεί, λοιπόν, να εμφανίζεται αφελής ο κ. Νταλάρας, να κάνει πως δεν καταλαβαίνει, να προσποιείται δηλώνοντας στα Νέα ότι αυτά που του συμβαίνουν σήμερα τα ξανάζησε στη χούντα.
Αντί να προ(σ)τρέχει στα σαλόνια των μεγάρων μουσικής και σ’ εκείνα των εφημερίδων του Λαμπράκη, αντί να συνδιαλέγεται αφ’ υψηλού με τις εκλεκτές τους πένες και να υιοθετεί τα επιχειρήματά τους, θα ‘πρεπε μάλλον να αναρωτηθεί μήπως με όλα αυτά, είναι ο ίδιος που νομιμοποιεί μια χούντα η οποία υπό την πρόφαση της δημοκρατίας είναι ήδη εδώ; Αν δεν τον απασχολούν τα παραπάνω, ας μη παραπονιέται για τα γιαούρτια συνεπώς, γιατί το «πέταγμά» τους στους καιρούς που πλησιάζουν θα φαντάζει ευγενική χειρονομία. Κι ας τελειώνει, επιτέλους, η υποκρισία περί κινδύνου της δημοκρατίας από τη βία των «άκρων» που την απειλούν. Ο κόσμος -που είναι πάντα κέντρο κι όχι άκρο- ξέρει τι πραγματικά σημαίνει βία, την αισθάνεται κάθε μέρα στο κορμί και την ψυχή του. Σ’ αυτή τη βία θέλει το τραγούδι και τον καλλιτέχνη συνοδό και αρωγό του.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!