Κι ύστερα ο νόμος θα επιβάλει τη λήθη, κι εμείς θα την αποδεχτούμε; Είμαστε έτοιμοι να υπακούσουμε; Να ξεχάσουμε το θάνατο, όπως ξεχνάμε το μισοάδειο πακέτο τσιγάρα στο τραπεζάκι του πολύβουου καφενείου; Ε, όχι βέαια, θλιβερέ επαίτη, ασήμανττων ρόλων στην ιλαροτραγωδία “Γονυκλισία μπροστά στην εξουσία”.

Του Μάρκου Δεληγιάννη.

Άνοιξα πριν από μερικές μέρες μηχανικά την τηλεόραση. Εκείνη τη στιγμή η οθόνη φιλοξενούσε τη μορφή κάποιου ασήμαντου θιασάρχη, κάποιου περιοδεύοντος πολιτικού μπουλουκιού. Ο ατάλαντος ηθοποιός έτεινε τον δείκτη του δεξιού χεριού του, σαν στρατηλάτης που διατάζει έφοδο, και με στόμφο, υποδείκνυε: Επιτέλους, να λειτουργήσει ο νόμος! Επρόκειτο για τη γνωστή διαμαρτυρία των μεταναστών στη Νομική Σχολή. Τι αστείο! Ο νόμος.
Η σκέψη μου με ταξίδεψε στης μνήμης τα πλούσια λιμάνια. Ήμουν έφηβος όταν πρωτοδιάβασα τον Κώστα Βάρναλη και μάλιστα την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Η μνήμη ανέσυρε την παρακάτω παράγραφο από το εν λόγω βιβλίο και τα μάτια της σκέψης διαβάσανε: «Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη που φτασμένος στα έσχατα της απελπισίας του παραδίδεται για να σωθεί στο έλεος των θεών και στους νόμους των κλεφτών».
Πόσο επίκαιρος αλήθεια είναι σήμερα ο δάσκαλος! Ο νόμος και η τάξη. Ενώ την ίδια στιγμή τα γαντζωμένα δάκτυλα των 250 μεταναστών πάνω στα συρματοπλέγματα κάνουν ύστατη προσπάθεια ν’ αγγίξουν τη ζωή τους που φεύγει. Η ματιά τους γεμάτη απορία και κατάπληξη προσπαθεί να τρυπήσει το σκοτάδι της απάθειας. Ο πόνος του ξεριζωμού. Η απελπισία στήνει καρτέρι στον θάνατο που ελλοχεύει. Η αξιοπρέπεια τσαλαπατιέται. Αμέτρητες οι ταπεινώσεις. Κι η ελπίδα; Ελπίδα υπό αίρεση. Ίσως είναι καλύτερη από το τίποτα. Ελπίδα πόρνη με τα δόλια σου τεχνάσματα, πόσο μας εκμαυλίζεις!
Αναρωτιέμαι, τι άραγε να λέει ο νόμος για την αλυσίδα εκατοντάδων χιλιάδων εγκλημάτων εις βάρος της ανθρωπότητας; Πάντα οι ίδιοι θύτες: Οι ύαινες που τρέφονται με ανθρώπινη δυστυχία. Πάντα τα ίδια θύματα: Τα έκπληκτα μάτια των καταφρονεμένων. Αυτοί, που εσείς, οι επαίτες της εξουσίας, έχετε βαφτίσει παράνομους.
Νόμος και τάξη. Ενώ τα πουλιά, δραπέτες έρημης γης, άλαλα κοιτάζουν τον θάνατο που πλησιάζει. Τον θάνατο που ο νόμος επέλεξε. Κι όμως, θέλουν κι αυτά να ζήσουν, όσο θέλουμε κι εμείς. Μα ο νόμος θέλει να τα σκοτώσει. Σκεφτείτε, τους οδοιπόρους της νύχτας, τα πουλιά που τους άρπαξαν τη φωλιά τους, καθώς στρίβουν τη γωνιά έρημου δρόμου, και βλέπουν φως, ψηλά στο παράθυρό σου, και εσύ τα εκτελείς. Κι ύστερα ο νόμος θα επιβάλει τη λήθη, κι εμείς θα την αποδεχτούμε; Είμαστε έτοιμοι να υπακούσουμε; Να ξεχάσουμε το θάνατο, όπως ξεχνάμε το μισοάδειο πακέτο τσιγάρα στο τραπεζάκι του πολύβουου καφενείου; Ε, όχι βέβαια, θλιβερέ επαίτη, ασήμαντων ρόλων στην ιλαροτραγωδία: «Γονυκλισία μπροστά στην εξουσία». Καιρός να σου θυμίσω εγώ τις δικές μας ξεχασμένες παρανομίες, υπερασπιστή της έννομης τάξης:
Ήταν τότε που οργανώναμε αποδράσεις από το επιτηρούμενο αγκυροβόλιο της χούντας. Θυμάσαι τότε; Με σβηστές μηχανές απομακρυνθήκαμε από τα βρόμικα νερά του ολοκληρωτισμού που λέκιαζαν τον ουρανό και μόλυναν τις ακτές της πατρίδας. Βάλαμε πλώρη για το βορρά. Πλησιάσαμε τις σιωπηλές ακτές, τυλιγμένες με το βαρύ ρούχο της ομίχλης, ναυαγοί εμείς, της μεγάλης νύχτας. Μας δέχτηκαν σαν ικέτες. Άκουσαν τον καημό μας. Αφουγκράστηκαν τα τραγούδια μας και εμείς περιμέναμε της νύχτας το θάνατο για να μπαρκάρουμε κατά το νοτιά. Γιατί: Όποιος γυρίζει στην πατρίδα δεν είναι νικητής, αλλά για να ’σαι νικητής πρέπει να γυρίσεις στην πατρίδα. Τούτο είναι δάνειο από του Μπρεχτ την κληρονομιά. Ύστερα, όταν κάποιος ξωμάχος ταξιδευτής μού ψιθύρισε της πείρας του το καταστάλαγμα, κατάλαβα: Η εξορία είναι της ψυχής ο βιαστής. Όποια κι αν είναι η εξορία σου, ακόμα κι αν δεν είναι πολιτική. Είναι ξερίζωμα της καρδιάς. Σκέψου, ακόμα κι εκείνον τον άνθρωπο που πηγαίνει στη γωνιά να αγοράσει τσιγάρα και δεν ξαναγυρνά ποτέ, σαν να έγινε καπνός. Είναι όμως κι η άλλη εξορία: Χωρίς ποτέ να ’χεις φύγει από πουθενά αισθάνεσαι εξόριστος. Σαν να γεννήθηκες στα ξένα και από εκεί δεν έφυγες ποτέ.
Τούτες τις νύχτες του χειμώνα που ο θάνατος έστησε καρτέρι στο αύριο, οι νεκροθάφτες, αφού φόρεσαν τη μάσκα της ντροπής, προβάρανε πανάκριβα κοστούμια και πλουμιστές γραβάτες για την τελετή της εκφοράς του μέλλοντός μας. Εμείς, μετανάστες στο ίδιο μας το σπίτι που δεν είναι πια δικό μας, τι θα κάνουμε;
Καιρός, σύντροφοι, να υψώσουμε το θυμωμένο μας οδόφραγμα. Και εκεί στην πιο ψηλή κορφή, ανάμεσα στις πολύχρωμες σημαίες, να καρφώσουμε το στίχο του ποιητή:

Και πάλι στον αγώνα σκοτωμένοι,
αλλ’ όχι νικημένοι. Η φλόγα μένει
κατάκορφα σε στήθια και σε νου,
στα πέρατα της γης και τ’ ουρανού…

(Κ. Βάρναλης)

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!