Με αφορμή άρθρο του Γιάννη Αλμπάνη στον Δρόμο. Του Γιώργου Τσίπρα

Στο προηγούμενο φύλλο του Δρόμου (4/8/2012) δημοσιεύτηκε ένα άρθρο του Γιάννη Αλμπάνη (Γ.Α.) για τη Σφαγή στη Συρία και τη στάση της Αριστεράς. Ορισμένοι από τους συλλογισμούς του άρθρου δίνουν τη δυνατότητα να σκεφτούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένες όψεις του σύγχρονου κόσμου. Αυτός είναι και ο λόγος της συντροφικής κριτικής που ακολουθεί. Το άρθρο του Γ.Α. είναι μόνο η αφορμή. Εισαγωγικά να διευκρινίσω ότι δεν αισθάνομαι μέρος εκείνης της Αριστεράς την οποία ο Γ.Α. κατηγορεί ότι «δυσκολεύεται να καταδικάσει το καθεστώς Άσαντ που σφάζει το λαό του».
Ο Γ.Α. ξεκινά το άρθρο του με μια υπόθεση εργασίας. Θέτει το ερώτημα ποια θα ήταν η αντίδραση της Αριστεράς στην περίπτωση που «μια φιλοαμερικανική και φιλοϊσραηλινή δικτατορία» βομβαρδίζει, δολοφονεί, βασανίζει. Ο Γ.Α. εκβιάζει μια φορσέ απάντηση προβάλλοντας μια υποθετική περίπτωση που δεν είναι καθόλου συμμετρική με την περίπλοκη περίπτωση της Συρίας. Θα ήταν ελαφρώς πιο συμμετρική αν υποθέταμε, ας πούμε, ότι Κίνα και Ρωσία παρέχουν αθρόα οπλισμό στους εξεγερμένους, ότι πρόκειται για χώρα με ορθόδοξη πλειοψηφία και ότι ακροδεξιοί ορθόδοξοι μισθοφόροι από την ανατολική Ευρώπη μάχονται το «καθολικό» καθεστώς καθοδηγούμενοι από κλιμάκια της ρωσικής FSB, ότι την εξέγερση χρηματοδοτούν για δικούς τους λόγους το Πακιστάν και η Ιαπωνία κ.ο.κ. Τώρα ο Γ.Α. θα έθετε με λιγότερη αυτοπεποίθηση το ερώτημα ποια θα ήταν η αντίδραση της Αριστεράς. Αν επιπλέον υποθέσουμε ότι ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς στην υποθετική μας χώρα καταγγέλλει την ξένη επέμβαση και συμφέροντα που υπηρετούν οι ένοπλοι, τότε ο Γ.Α. μπορεί να είναι περίπου βέβαιος ότι ένα μεγάλο τμήμα της εδώ Αριστεράς, χωρίς να πάψει να είναι αντίθετο στη φιλοαμερικανική δικτατορία, θα συντασσόταν με την εκεί Αριστερά.
Με άλλα λόγια, ο Γ.Α. υπεραπλουστεύει με τεχνητό τρόπο μια αντικειμενικά περίπλοκη και αντιφατική περίπτωση, όπως είναι η περίπτωση της Συρίας, η οποία δεν επιδέχεται «καθαρές» θέσεις. Σχεδόν το σύνολο των τοποθετήσεων Σύρων διανοουμένων και στελεχών της Αριστεράς, είτε παίρνουν τη μια είτε την άλλη θέση, συμμερίζονται αυτή την αντιφατικότητα που εξαφανίζει ο Γ.Α. με την υπόθεση εργασίας της «φιλοαμερικανικής δικτατορίας».
Είναι προφανές ότι ανάμεσα στο στυγνό, ολιγαρχικό, νεοφιλελεύθερο καθεστώς Άσαντ και το λαό του είμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη με το συριακό λαό όσο αντιδυτικός κι αν είναι(;) ο Άσαντ. Ωστόσο ανάμεσα στο Άσαντ και την άτυπη ξένη επέμβαση (η Τουρκία σε συνεργασία με τις ΗΠΑ μόνο άμεση εισβολή δεν έχει ενεργήσει ακόμη) δεν είμαστε με την ξένη επέμβαση και την εγκαθίδρυση ενός ελεγχόμενου από τη Δύση νέου καθεστώτος μόνο και μόνο γιατί τάχα έτσι ανατρέπεται ο αντι-λαϊκός Άσαντ, αδιαφορώντας για το ποιόν του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (ΕΣΣ), το αν θα είναι τελικά λιγότερο αντιλαϊκός από τον Άσαντ κ.ο.κ.
Ο Γ.Α. επικαλείται γενικές αρχές όπως ότι «είμαστε γενικά εναντίον της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας» (συμπεριλαμβανομένης της ρωσικής κ.λπ.) ή ότι πρέπει να είμαστε «αμείλικτοι με τους κάθε είδους δικτάτορες-σφαγείς». Θα συμφωνήσει όμως, επίσης, πως πρέπει οι λαοί να μπορούν να λύνουν μόνοι τους τα εσωτερικά προβλήματα των χωρών τους, χωρίς ξένη κατοχή (Αφγανιστάν και Ιράκ) και χωρίς ξένη επέμβαση (Λιβύη και Συρία). Συνεπώς, η επίκληση γενικών αρχών δεν είναι αρκετή να δώσει μια «καθαρή» λύση στο πρόβλημα.
Ο Γ.Α. επικαλείται την περίπτωση της Λιβύης για να επισημαίνει πως «η συμμαχία των αντιπολιτευόμενων με το ΝΑΤΟ δεν άνοιξε το δρόμο στην άφεση των αμαρτιών του Καντάφι». Ωστόσο, και οι αμαρτίες του Καντάφι δεν δίνουν άφεση αμαρτιών ούτε στην ξένη επέμβαση ούτε στο «ό,τι ήθελε προκύψει» στην μετά Καντάφι Λιβύη αρκεί να πέσει ο Καντάφι. Η κατάσταση η οποία έχει προκύψει εκεί δεν είναι πιο φιλολαϊκή από το κανταφικό καθεστώς, δεν είναι λγότερο αυταρχική στις μεθόθους διακυβέρνησης, το βιοτικό επίπεδο χειροτέρευσε, η χώρα διαμελίζεται και συντελείται ένα γενναίο ξεπούλημα στα πετρέλαια. Αν όλα αυτά συνδυαστούν με το ότι ειδικά στη Λιβύη η εξέγερση διευθύνθηκε σχεδόν εξαρχής από ένα τμήμα του πρώην κανταφικού καθεστώτος σε επαφή με τη Δύση, δεν μένουν πολλοί λόγοι να δικαιολογηθεί η στήριξη που εκφράστηκε τότε από τμήμα της Αριστεράς για τους ένοπλους που έριξαν τον Καντάφι με τη βοήθεια των Μιράζ και F-16.
Η αντιφατικότητα της κατάστασης στη Συρία φαίνεται και από την εξαιρετικά δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει η δημοκρατική αντιπολίτευση που στεκόταν ενάντια στον Άσαντ αλλά και στην ξένη επέμβαση. Επίσης, το τι αισθάνεται ο συριακός λαός, κάτι που έχει τη σημασία του παρά τα εκβιαστικά διλήμματα, δεν είναι ούτε αυτό τόσο ξεκάθαρο όσο το θέλουν τα δυτικά ΜΜΕ. Για παράδειγμα, πέρα από τους αλεβίτες, ολόκληροι πληθυσμοί όπως οι Χριστιανοί ή οι Κούρδοι καθόλου δεν προτιμούσαν, μέχρι πρόσφατα, την κατάσταση που θα προέκυπτε από μια νίκη του ΕΣΣ έναντι του Άσαντ και αυτό όχι γιατί ήταν ευνοημένοι μέχρι τώρα από το καθεστώς.
Υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα. Ο Γ.Α. θεωρεί ότι «εγείρεται κι ένα δεύτερο, πολιτικό ζήτημα». Αναρωτιέται αν η στάση που κριτικάρει «πηγάζει από την αντίληψη ότι δεν είμαστε γενικά εναντίον της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, αλλά ότι υπάρχουν τρόπον τινά φιλικοί ιμπεριαλισμοί, με τους οποίους μπορεί και να συμπορευτούμε. Τι είδους όμως Αριστερά είναι αυτή που χωρίζει τους ιμπεριαλισμούς σε… περισσότερο και λιγότερο ιμπεριαλιστικούς;». Ο Γ.Α. εκφράζεται με απόλυτο τρόπο για το ζήτημα, ενώ η πραγματικότητα και η ιστορία είναι κι εδώ πιό αντιφατική και πιο πλούσια. Θα διαφωνούσε μήπως ο Γ.Α. ότι ο φασιστικός άξονας συνιστούσε μετά το ’41 κάτι διακριτό από τον αγγλοαμερικανικό άξονα που «συμμαχούσε» με τους σοβιετικούς; Πολύ διαφορετικές εποχές σίγουρα. Ωστόσο, η γεωπολιτική σήμερα είναι εξίσου και περισσότερο σύνθετη.
Στην πραγματικότητα η υπόθεση εργασίας του Γ.Α. δεν θα μπορούσε να γίνει απολύτως συμμετρική όσο κι αν προσπαθούσε. Ο σύγχρονος κόσμος δεν είναι συμμετρικός ανάμεσα στο Δυτικό Μπλοκ και ό,τι αυτό εκφράζει από τη μια μεριά και απ’ την άλλη τη Ρωσία, την Κίνα, τις BRICS και άλλους παίκτες. Η δεύτερη ομάδα δεν αποτελεί καν ομάδα με δικό της πρόγραμμα, πολιτικά και ιδεολογικά δεν εκπροσωπούν κάποιο αντίπαλο στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό δέος, δεν υπάρχουν στεγανά και αποκλειστικότητες ανάμεσα στις δύο ομάδες (μήπως άλλωστε υπήρχαν τέτοια στεγανά παλιά απέναντι στο φασιστικό κόσμο;). Ωστόσο, η πρώτη ομάδα, το Δυτικό Μπλοκ ή αλλιώς ο ευρωατλαντικός άξονας, δεν παύει να εκπροσωπεί σήμερα κατά κύριο λόγο το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα κυριαρχίας, το νεοφιλελευθερισμό και την παγκόσμια επιβολή του, το εκστρατευτικό ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, το Washington Consensus, την Ε.Ε., δεν παύει να διευθύνει την παγκόσμια χρεομηχανή και τον πολεμικό σωφρονισμό των απείθαρχων, να στηρίζεται στο νεοχιτλερικό Ισραήλ στην ανατολική Μεσόγειο και άλλα πολλά. Ο ιδιαίτερος πολιτικός στόχος να ηττηθεί ειδικά το δυτικό μπλοκ και ό,τι αυτό πρεσβεύει, είναι ένας σωστός πολιτικός στόχος, που δεν σημαίνει να βλέπει κανείς τους υπόλοιπους ως «φιλικούς ιμπεριαλισμούς», αλλά να διακρίνει διαφορετικές δυνάμεις, ρόλους και συνασπισμούς, μεγαλύτερους και μικρότερους εχθρούς, και να κρατά αντίστοιχη στάση.
Ο κόσμος που ζούμε δεν είναι συμμετρικός. Για παράδειγμα η Συρία, ενώ εφαρμόζει χρόνια τώρα νεοφιλελεύθερες πολιτικές στο εσωτερικό και δεν βαδίζει έξω από τις ράγες της παγκοσμιοποίησης, όπως σε ένα βαθμό το κάνουν η Κούβα ή η Βενεζουέλα, ενισχύει ωστόσο τη Χεσμπολά στον Λίβανο, μια αντι-ιμπεριαλιστική οργάνωση που αντιστέκεται στο Ισραήλ, έχει κατά καιρούς ενισχύσει και άλλες οργανώσεις, συμμαχεί με το Ιράν ενάντια στην αμερικανική πολιτική στην περιοχή, είναι αντίπαλος του Ισραήλ. Αντίστοιχα μπορεί να σημειώσει κανείς τις σχέσεις της Ρωσίας με τη Βενεζουέλα, την πολιτική της μη-επέμβασης που κρατά η Κίνα στην περίπτωση του Νεπάλ κ.ο.κ.
Ο λόγος που η Δύση επιθυμεί την ανατροπή Άσαντ είναι γιατί ανήκει στις λιγοστές δυνάμεις που δεν κινούνται σε αρμονία με το ευρωατλαντικό μπλοκ κυριαρχίας στην περιοχή, αποτελώντας μια σχετικά ανεξάρτητη χώρα στην περιοχή. Συνεπώς, δεν είναι καθόλου η περίπτωση όπου αυτό που διακυβεύεται είναι η αλλαγή αφεντικού, χώρια που η Ρωσία για τον Άσαντ δεν αποτελεί καν αφεντικό με την έννοια που αποτελούν π.χ. οι ΗΠΑ για το Στρατό στην Αίγυπτο ή ακόμη και στην Τουρκία… Είναι μήπως αδιάφορο για τους λαούς της Μέσης Ανατολής αν θα υπάρχει έστω το σημερινό στάτους (ή εκείνο προ της επέμβασης στο Ιράκ) ή αν θα επιτευχθεί μια αμερικανο-ισραηλινή συνολική εξουδετέρωση της Συρίας, του Ιράν, της Χεσμπολά και, κατά συνέπεια, πολύ μεγαλύτερη πίεση σε όλους τους υπόλοιπους στην περιοχή; Σίγουρα όχι. Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να υποστηρίξουμε τον Άσαντ ενάντια στο λαό του; Σε καμιά περίπτωση.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει πάλι με τη σειρά του ότι είμαστε αδιάφοροι στο ενδεχόμενο να έχουμε μια ανατροπή του Άσαντ αλά Λιβύη ή, το πιθανότερο, μια ιρακινοποίηση της Συρίας.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!