Του Δημήτρη Σεβαστάκη.
Το γιουχάισμα των αναγνωρίσιμων πολιτικών προσώπων είναι έκφραση της λαϊκής οργής, της αγανάκτησης, της απελπισίας ή είναι αντεστραμμένη τηλεόραση, μια θεαματική δράση που «γράφει» στο φακό;

Η Αριστερά έχει λόγο να πριμοδοτεί τέτοιες εκφραστικές ευκολίες, εκτονώσεις που μένουν πολιτικά αμετάφραστες και που δεν αφήνουν ίχνος πολιτικής επεξεργασίας; Αυτό το μαζικοποιούμενο φαινόμενο, η αποκαθήλωση, το γιαούρτι στο πρόσωπο, αφήνει κάτι πίσω του, μια δεύτερη σκέψη στον πικραμένο πολίτη που χειροδικεί, αφήνει έστω μια χαρακιά κριτικής που αφορά τη δομή ολόκληρου του οικονομικοπολιτικού και πολιτιστικού συστήματος; Μήπως είναι σαν την οργή των οπαδών, της αδικημένης από την διαιτησία ομάδας, σαν τη στιγμιαία οργή του αυξημένου λογαριασμού και των αντιπαθητικών κοινοχρήστων; Ποιος ξέρει. Θα φανεί.
Εκείνο που δεν είμαι σίγουρος ότι θα φανεί, είναι αν ο φόβος του επαγγελματία τηλεοπτικού πολιτικού, θα βελτιώσει τα πολιτικά παραγόμενα στον τόπο μας.
Εάν ο φόβος του να περπατήσει στην Ακαδημίας, στη Σόλωνος, θα βελτιώσει και τη δουλειά του –εκτός φυσικά από τις δουλείες του στον σπόνσορα από τα αυξημένα έξοδα φρούρησης. Εκείνο, επίσης, που ξέρω είναι ότι όσες φορές το σύστημα ήθελε την βαλβίδα αποσυμπίεσης ανοιχτή, όσες φορές ήθελε την χύτρα ταχύτητας ψόφια και άδεια, το έκανε χωρίς φόβο ή τύψεις: Θυσίαζε μερικά παιδιά του, πέταγε στις τίγρεις κάποιους κακούς ή πιο εκτεθειμένους και συνέχιζε ωραία τη δουλειά του απερίσπαστο και αποκαθαρμένο. Διότι το σύστημα, το δικό μας επαρχιώτικο, στρεψόδικο και παρασιτικό ψευδοσύστημα, αυτός ο εσμός οικογενειακών, φεουδαρχικών και εξαγορασμένων δικτύων, έχει τους τρόπους να γλιστράει ώστε να επιβιώνει και να μακροημερεύει. Μπορεί να γιαουρτώνει το ίδιο του το πρόσωπο, να αυτομαστιγώνεται οργισμένο από τη δική του αναλγησία, αρκεί να γλιτώσει. Το σύστημα θέλει τις σηκωμένες μπάρες, θέλει τους αναγνωρίσιμους κακούς, θέλει την Αριστερά σερνάμενη πίσω από την σκόνη της προφάνειας. Όλα αυτά τα θέλει το σύστημα, γιατί θέλει πάνω απ’ όλα ακέραιο και θαλερό τον ίδιο εαυτό του, κρυμμένο, παραλλαγμένο, επιμελή συλλέκτη και σφετεριστή του λαϊκού κόπου. Το σύστημα…
Αλλά πάλι σκέφτομαι μήπως με τη μαζική, πηγαία αποδοκιμασία των πολιτικών καριέρας, ανορθώνεται το χαμένο ηθικό, το λιωμένο από την ειδησιογραφία, σθένος; Σκέφτομαι, ας θυμώνει ο κόσμος αφού δεν μπορεί να σκεφτεί, αφού η κυρία Αριστερά δεν τον βοηθάει να εκλογικεύσει.
Μακριά από την πολιτική κουλτούρα μου αλλά και την κουλτούρα της μεταδικτατορικής Αριστεράς η αυτοδικία, έρχεται σιγά-σιγά κοντά, απλώνεται παντού, ξαναγυρνάει στις μέρες του ’60, κυρίως από αυτούς που –πιτσιρικάδες και νοήμονες– δεν έζησαν και δεν καθηλώθηκαν στο ’60.
Ας κρατήσουμε την ελπίδα. Είναι προτιμότερη και πιο επείγουσα από την απελπισία.

* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, επ. καθηγητής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!