Τι δείχνουν τα παραδείγματα Ισλανδίας και Λετονίας. Της Αλίκης Βεγίρη

Όταν μια χώρα αναγκάζεται να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της, έχει στη διάθεσή της τυπικά δυο δρόμους: αυτόν της εσωτερικής υποτίμησης κι αυτόν της νομισματικής υποτίμησης. Όταν δεν μπορεί να κάνει το δεύτερο, όπως η Ελλάδα λόγω ευρώ και η Αργεντινή, μια δεκαετία πρωτύτερα λόγω ενός πέσο δεμένου σφιχτά στο δολάριο, τότε κάνει το πρώτο.
Η Ισλανδία και η Λετονία αποτελούν δυο διακριτά παραδείγματα χωρών οι οποίες, ευρισκόμενες στη δίνη της κρίσης την ίδια περίπου εποχή, αποφάσισαν να την αντιμετωπίσουν η κάθε μια με το δικό της, διαφορετικό τρόπο. Αν και αμφότερες είχαν την ελευθερία ενός δικού τους νομίσματος για να υποτιμήσουν, εν τούτοις μόνο η Ισλανδία το έπραξε, ενώ η Λετονία προτίμησε να κρατήσει ανέγγιχτη τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός της ως προς το ευρώ, (καθότι προσβλέπει πεισματικά στο 2014 για την είσοδό της στην ΟΝΕ) και να προβεί στη λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση», όρος βέβαια καθαρά ευφημιστικός, όπως και τόσοι άλλοι άλλωστε που εφευρίσκει ο σύγχρονος καπιταλισμός για να σκεπάζει τις βρομιές του, μια και η «εσωτερική υποτίμηση» δεν είναι άλλη από την ανεπίστρεπτη εσωτερική κοινωνική καταστροφή, η οποία μεταφράζεται σε υψηλή ανεργία, εξευτελιστικούς μισθούς, διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών και άλλα τινά, για τα οποία άλλωστε έχουμε ιδίαν πείρα.
Ας υποθέσουμε ότι αυτοί που χαράσσουν τις πολιτικές έχουν αγαθές προθέσεις και ότι η επιλογή τους, της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας διά της «εσωτερικής υποτίμησης» γίνεται για λόγους μεγιστοποίησης του οφέλους στο μικρότερο χρονικό διάστημα. Επειδή όλες οι προβλέψεις στα οικονομικά γίνονται πάντοτε εκ των υστέρων, ως αποτίμηση δηλαδή των γεγονότων που έχουν ήδη συμβεί, ας δούμε, λοιπόν, κι εμείς εκ των υστέρων κατά πόσον η μέθοδος αυτή έφερε τους πολυαναμενόμενους καρπούς.
Η Αργεντινή ως το πιο τρανταχτό παράδειγμα, με πολλές ομοιότητες σε σχέση με την Ελλάδα, έφτασε στη χρεοκοπία αφού έζησε κι αυτή για μια δεκαετία συντροφιά μ’ ένα σκληρό νόμισμα, το οποίο όλο αυτό το διάστημα της ροκάνισε όση ανταγωνιστικότητα της είχε απομείνει, της αύξησε τα εσωτερικά και εμπορικά ελλείμματα, κι ανάγκασε τις επιχειρήσεις της να μεταναστεύσουν στη γειτονική Παραγουάη. Όταν τον Δεκέμβρη του 2001, η Αργεντινή χρεοκόπησε και αποδεσμεύτηκε απ’ το δολάριο, η πορεία της οικονομίας της άρχισε ήδη από το πρώτο μισό του 2002 να παίρνει την ανιούσα, πορεία η οποία κρατήθηκε σταθερά ανοδική μέχρι σήμερα.
Η Ισλανδία, σε αντιπαράθεση με τη Λετονία, τόσο στο οικονομικό όσο και το κοινωνικό πεδίο, βγαίνει για πολλούς λόγους κερδισμένη, καθότι οι Ισλανδοί με το δικό τους νόμισμα εν είδη αμορτισέρ, βίωσαν την κρίση πολύ πιο μαλακά. Συγκεκριμένα, η μέγιστη πτώση του ισλανδικού ΑΕΠ, που έλαβε χώρα ανάμεσα στο τρίτο τρίμηνο του 2008 και στο δεύτερο τρίμηνο του 2010, ήταν στο 13,5%, ενώ το ΑΕΠ της Λετονίας, ανάμεσα στο τελευταίο τρίμηνο του 2007 και το αντίστοιχο του 2009, καταποντίστηκε κατά 25,1%, το μεγαλύτερο ποτέ στην ιστορία. Αν η ανεργία στην Ισλανδία τη διετία 2009-2010 έπαιξε γύρω στο 8%, στη Λετονία τα αντίστοιχα επίσημα νούμερα για το ίδιο διάστημα ήταν κοντά στο 20% Επιπλέον, σε σχέση με τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους, ακόμα και το ίδιο το ΔΝΤ παραδέχτηκε ότι η Ισλανδία κατόρθωσε να το περάσει μέσα από τον κυκλώνα της κρίσης αλώβητο, σε αντίθεση με τη Λετονία, αλλά και τις υπόλοιπες Βαλτικές, που το έκαναν σμπαράλια. Για να μη μιλήσουμε και για την απαράμιλλη αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού λόγω μετανάστευσης, που πλήττει για τόσες συνεχόμενες χρονιές τη Λετονία.
Στην έξοδο του 2011, αμφότερες οι οικονομίες δείχνουν λίγο-πολύ τα ίδια σημάδια ανάκαμψης, αλλά με κόστος πολύ διαφορετικό για το ίδιο, ας πούμε, αποτέλεσμα. Ένα κόστος, το οποίο εν τέλει δεν μπορεί να αγνοηθεί αν θέλουμε να προδικάσουμε την εξέλιξη που θα έχουν οι δυο αυτές χώρες μελλοντικά.
Κι ένα τελευταίο, πρόσφατο πάλι παράδειγμα έρχεται από τη σύγκριση της Ιταλίας με τη Μ. Βρετανία.  Η Ιταλία, ως μέλος της ΟΝΕ, δεν μπορεί να προβεί σε νομισματική υποτίμηση, ενώ η Μ. Βρετανία μπορεί. Η Ιταλία με σαφώς μικρότερο έλλειμμα και χρέος βρίσκεται στα όρια αποκλεισμού από τις αγορές, ενώ η Μ. Βρετανία με την υποτίμηση της λίρας κατά περίπου 15% συνεχίζει ν’ απολαμβάνει το τριπλό της ΑΑΑ, χωρίς προς το παρόν να ενοχλείται από κάποιο δύστροπο οίκο. Τουναντίον, η Ιταλία αναγκάζεται να προβεί σε «εσωτερική υποτίμηση», λαμβάνοντας μέτρα, τέτοια που κάνουν ακόμα και την ίδια την υπουργό Φρονέρο που τα εισήγαγε να ξεσπάσει σε λυγμούς, χαλώντας έτσι με τα πικρά της δάκρυα το μέχρι πρότινος ωραίο πρόσωπο της Ιταλίας.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!