Του Σταύρου Γεωργά. Απ’ ό,τι φαίνεται, μου διαφεύγει η ουσία της νέας πραγματικότητας – στη θέση της οποίας ξέμεινα να βλέπω μιαν εξ αντικειμένου (υπογραμμίζω, εξ αντικειμένου) παρανοϊκή κατασκευή. Οπότε θεώρησα σκόπιμο να ελέγξω το ίδιο το νόημα της παράνοιας, μήπως και καταλάβω τι μου συμβαίνει. Προτίμησα, μάλιστα, ν’ αναχθώ στις πηγές: απευθείας στις παρατηρήσεις του Φρόιντ «σχετικά με μια αυτοβιογραφικά καταγεγραμμένη περίπτωση παράνοιας» – γνωστές με τον κωδικό «O πρόεδρος Σρέμπερ»…

Eκεί διάβασα ότι ο εν λόγω πρόεδρος ήταν για δέσιμο, διότι, λέει, πίστευε ότι «οι ανθρώπινες μορφές που έβλεπε» (στην τηλεόραση; σε πάνελ; σε γήπεδα;) «ήταν προϊόντα θαυμάτων, φευγαλέα φτιαγμένοι άντρες» κι «ο ίδιος υπήρχε μόνο σε μια δεύτερη, κατώτερης αξίας μορφή» (ίσα-ίσα για να ψηφίσει). Eπιπλέον, ανησυχούσε «για την εξάπλωση μιας γενικής νευρικότητας», στις Αγορές προφανώς και μέσω αυτών στους ανθρώπους τριγύρω του «και ανηθικότητας» – συνέπεια της οποίας ήταν «να ξεσπάσουν εξοντωτικές επιδημίες στην ανθρωπότητα» (από γενετικά μεταλλαγμένες τροφές λόγου χάριν ή από τη διαρροή στη Φουκουσίμα). Όμως, το καλύτερο έρχεται μετά:
«Mερικά χρόνια αργότερα, όταν ο δρ Σρέμπερ είχε επιστρέψει στην ανθρώπινη κοινότητα και ξαναπήρε στα χέρια του τα βιβλία, τις παρτιτούρες και τα άλλα πράγματά του, δεν μπόρεσε να ανακαλύψει σε αυτά τίποτε που θα συμβιβαζόταν με την παραδοχή ενός χάσματος στην ιστορία της ανθρωπότητας». Kαι τότε προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι από την εξωτερική άποψη, όλα παραμένουν όπως πριν. Στο ερώτημα αν, παραταύτα, έχει επιτελεσθεί στα πάντα μια βαθιά εσωτερική αλλαγή θα επανέλθω».
Αλλ’ αυτό αποδεικνύει οριστικά ότι διαβάζω παρωχημένα συγγράμματα κι άκρη δεν θα βγάλω ποτέ. Θέλω να πω: Σήμερα, ο δρ Σρέμπερ δεν θα είχε την πολυτέλεια να διαχωρίσει μιαν «εξωτερική» και μιαν «εσωτερική» άποψη. Θα ήταν ένας οξυδερκής χρονικογράφος -και η παράνοιά του θα συνέπιπτε με την οξυδέρκειά του: Γιατί θα ήταν αδύνατον να σκεφτεί κάτι τόσο τρελό που να μην το βλέπει πραγματοποιημένο – κι εξίσου αδύνατον να μην αντιληφθεί τη δομή ενός παραληρήματος σ’ όσα ακριβώς του υπαγορεύουν να θεωρεί ως λογικά δεδομένα οι κάμερες κι οι κλούβες παντού, τα Μνημόνια και ο τρόμος της χρεοκοπίας… Kαι θα αισθανόταν, εντέλει, σαν να ανεστράφη η κλεψύδρα κι οι παρανοϊκες δομές «ρέουν», ας πούμε, απ’ την πραγματικότητα προς το νου του – αν έκανε μια βόλτα στους δρόμους της Αθήνας, από το Σύνταγμα ώς τον Άγιο Παντελεήμονα. Θα του ήταν αδύνατον, λόγου χάριν, να πει τι πλειοψηφεί τελικά ή θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι η αντίφαση δεν υφίσταται πλέον ως έννοια. Η εν λόγω παραδοχή όμως ώς χθες (με βάση τα παρωχημένα συγγράμματά μου) θα τον κατέτασσε στους παρανοϊκούς. Ενώ, αντιθέτως, η προσπάθεια να άρει την αντίφαση, αναζητώντας ταξικές αναφορές και ιδεολογικές παραμέτρους, σ’ αυτήν την τροοποιούμενη και αυτοακυρούμενη εντέλει πλειοψηφία, την κι εδώ κι εκεί «ακομμάτιστη», θα τον κατέτασσε σ’ έναν νέο τύπο παρανοϊκών, σήμερα, τώρα.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!