Του Noam Chomsky. Στην καλοκαιρινή έκδοση του περιοδικού της Αμερικανικής Ακαδημίας Πολιτικών Επιστημών, διαβάζουμε πως είναι «κοινό θέμα» πως οι ΗΠΑ, που «πριν από λίγα μόλις χρόνια χαιρετίστηκαν ως κυρίαρχες του κόσμου -ένας κολοσσός με ασύγκριτη δύναμη και απαράμιλλη έλξη– βρίσκονται σε παρακμή, αντιμέτωπες με τη δυσοίωνη προοπτική της οριστικής τους παρακμής».

Είναι, πράγματι, κοινός τόπος και υπάρχει λόγος. […] Αρχικά, πρέπει να δούμε ότι η παρακμή, στην πραγματικότητα, άρχισε από το ζενίθ της αμερικανικής ισχύος, αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και η θριαμβολογία της δεκαετίας του 1990 ήταν κατά βάση μια αυταπάτη. Επιπλέον, αυτό που θεωρείται συνήθως παρεπόμενο –πως η δύναμη θα μεταβιβαστεί στην Κίνα και την Ινδία– είναι άκρως αμφίβολο. Πρόκειται για χώρες φτωχές και με σοβαρά εσωτερικά προβλήματα. Στο εγγύς μέλλον δεν υπάρχει κανένας ανταγωνιστής, όσον αφορά την παγκόσμια ηγεμονία.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι πολιτικοί σχεδιαστές των ΗΠΑ εκτιμούσαν ότι η χώρα θα έβγαινε από τον πόλεμο έχοντας συντριπτική ισχύ. Τα αρχεία αποδεικνύουν με σαφήνεια ότι «ο πρόεδρος Ρούσβελτ αποσκοπούσε να ηγεμονεύσουν οι ΗΠΑ στο μεταπολεμικό κόσμο», εκτιμά ο Τζέφρι Γουόρνερ, ιστορικός. Αναπτύχθηκαν σχέδια για τον έλεγχο της λεγόμενης Μεγάλης Περιοχής, δηλαδή του Δυτικού Κόσμου, της Άπω Ανατολής, της πρώην Βρετανικής Αυτοκρατορίας –συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμων πετρελαϊκών αποθεμάτων της Μέσης Ανατολής– και όσο το δυνατόν μεγαλύτερου μέρους της Ευρασίας ή τουλάχιστον του πυρήνα της, δηλαδή των δυτικοευρωπαϊκών βιομηχανικών περιοχών και των χωρών της Ευρώπης, οι οποίες θεωρούνταν κρίσιμες για την εξασφάλιση του ελέγχου των ενεργειακών πηγών της Μέσης Ανατολής. […] Για κάθε τμήμα της Μεγάλης Περιοχής είχε προσδιοριστεί μια «λειτουργία» στο πλαίσιο του παγκόσμιου συστήματος. Ο «Ψυχρός Πόλεμος», που ακολούθησε, αφορούσε κατά κύριο λόγο προσπάθειες των δύο υπερδυνάμεων να επιβάλουν την τάξη στις σφαίρες επιρροής τους, δηλαδή η ΕΣΣΔ στην Ανατολική Ευρώπη και οι ΗΠΑ στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.
Ώς το 1949, η Μεγάλη Περιοχή είχε ήδη σοβαρά περιοριστεί με την «απώλεια της Κίνας», όπως συνήθως αποκαλείται… Αμέσως μετά, η Νοτιοανατολική Ασία άρχισε να βγαίνει εκτός ελέγχου, και η Ουάσινγκτον διεξήγαγε τους φρικτούς πολέμους στην Ινδονησία και τις μεγάλες σφαγές του 1965, καθώς οι ΗΠΑ αποκαθιστούσαν την κυριαρχία τους στην περιοχή. […]
Αλλά η παρακμή ήταν αναπόφευκτη, καθώς ο βιομηχανικός κόσμος ανοικοδομήθηκε και η αποαποικιοποίηση ακολούθησε την αγωνιώδη πορεία της. Μέχρι το 1970, το μερίδιο των ΗΠΑ στον παγκόσμιο πλούτο, αν και ακόμη εξαιρετικά μεγάλο, είχε μειωθεί περίπου στο 25%. Ο βιομηχανικός κόσμος γινόταν «τριπολικός» με σημαντικότερα κέντρα τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ασία (με επίκεντρο τότε την Ιαπωνία) ήδη να εμφανίζεται ως η πιο δυναμική περιοχή.
20 χρόνια αργότερα, η ΕΣΣΔ κατέρρευσε. Η αντίδραση της Ουάσινγκτον μας διδάσκει πολλά σχετικά με την πραγματικότητα του Ψυχρού Πολέμου. Η τότε κυβέρνηση Μπους (πατρός) αμέσως δήλωσε ότι οι πολιτικές της θα παραμείνουν λίγο-πολύ αμετάβλητες, κάτω όμως από διαφορετικά προσχήματα. Οι τεράστιες στρατιωτικές εγκαταστάσεις θα διατηρούνταν, αλλά όχι για την άμυνα έναντι των Ρώσων, αλλά για να αντιμετωπιστεί η «τεχνολογική ανάπτυξη» δυνάμεων του Τρίτου Κόσμου. Με παρόμοιο τρόπο αιτιολογήθηκε η αναγκαιότητα διατήρησης της «αμυντικής βιομηχανικής βάσης», ευφημισμός για την προηγμένη βιομηχανία που εξαρτάται από κρατικές επιδοτήσεις και σχέδια. Οι δυνάμεις επέμβασης παρέμειναν με το στόχαστρο στραμμένο στη Μέση Ανατολή.[…] Η κυβέρνηση Κλίντον διακήρυξε το δικαίωμα των ΗΠΑ να χρησιμοποιούν μονομερώς τη στρατιωτική δύναμη για να εξασφαλίσουν «απεριόριστη πρόσβαση σε κρίσιμες αγορές, ενεργειακά αποθέματα και στρατηγικούς πόρους». Διακήρυξε, επίσης, ότι πρέπει να «αναπτυχθούν» στρατιωτικές δυνάμεις στην Ευρώπη και την Ασία «προκειμένου να διαμορφώσουν τις απόψεις των ανθρώπων για εμάς» και «να διαμορφώσουν γεγονότα που θα έχουν επιπτώσεις στους οικονομικούς πόρους και την ασφάλειά μας».
Αντί να μειωθεί ή να εξαφανιστεί, όπως θα ανέμενε κανείς, αν πίστευε τη σχετική προπαγάνδα, το ΝΑΤΟ επεκτάθηκε προς ανατολάς, παρά τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί, όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ συμφώνησε να επιτρέψει να προσχωρήσει στο ΝΑΤΟ η ενοποιημένη Γερμανία. Είναι γεγονός πως την κατάρρευση της εχθρικής υπερδύναμης ακολούθησε μια περίοδος ευφορίας, με συγκινητικές ιστορίες και μύθους για το «τέλος της ιστορίας» και με ενδεή επιδοκιμασία της εξωτερικής πολιτικής Κλίντον. […] Τίποτα δεν έμπαινε εμπόδιο στην «ιδεαλιστική Νέα Τάξη που ήταν αποφασισμένη να βάλει τέλος στην απανθρωπιά», που εν  τέλει θα μπορούσε να προχωρήσει ανεμπόδιστα προς το διεθνώς αναδυόμενο πρότυπο της ανθρωπιστικής επέμβασης.
Δεν ήταν όλοι τόσο γοητευμένοι. Τα παραδοσιακά θύματα, ο Πλανητικός Νότος, καταδίκασαν με δριμύτητα «το αποκαλούμενο “δικαίωμα” της “ανθρωπιστικής επέμβασης», βλέποντας σ’ αυτό απλά το παλιό «δικαίωμα» της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Πιο νηφάλιες φωνές, προερχόμενες από την πολιτική ελίτ στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι για μεγάλο τμήμα του κόσμου οι ΗΠΑ «γίνονταν μια εγκληματική υπερδύναμη», θεωρούμενη ως «η μοναδική, και πιο σημαίνουσα από όλες τις άλλες, ορατή απειλή για τις κοινωνίες τους» και πως «το πρώτιστο εγκληματικό κράτος σήμερα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες». Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Μπους υιό, μετά βίας ήταν δυνατόν να αγνοήσει κανείς την όλο και πιο εχθρική για τις ΗΠΑ παγκόσμια κοινή γνώμη. Εν τω μεταξύ, η παρακμή συνεχιζόταν. Την τελευταία δεκαετία, «χάθηκε» η Νότια Αμερική. […]
Όμως, ακόμα σοβαρότερες ήταν κινήσεις για ανεξαρτησία στη Μέση Ανατολή. Ο μεταπολεμικός σχεδιασμός αναγνώριζε πως ο έλεγχος των ασύγκριτων ενεργειακών αποθεμάτων της Μέσης Ανατολής θα σήμαινε «ουσιαστικά παγκόσμιο έλεγχο», σύμφωνα με τα λόγια του A.A. Μπερλ, σημαντικού συμβούλου του Ρούσβελτ. Αντίστοιχα, η απώλεια του ελέγχου της περιοχής θα απειλούσε τα σχέδια της παγκόσμιας κυριαρχίας που αρθρώθηκαν με σαφήνεια κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και υποστηρίχτηκαν παρά τις σημαντικές αλλαγές που έγιναν από τότε στην παγκόσμια τάξη.
Ένας ακόμα κίνδυνος για την ηγεμονία των ΗΠΑ ήταν η πιθανότητα σημαντικών κινήσεων προς τη δημοκρατία. Ο Μπιλ Κέλερ, σημαίνων συντάκτης των New York Times, γράφει με συγκινησιακή φόρτιση για τη «λαχτάρα» της Ουάσινγκτον «να σφιχταγκαλιάσει τους επίδοξους δημοκράτες στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή». Ενώ οι από παλιά υφιστάμενες πολιτικές των ΗΠΑ, με τακτικές προσαρμογές, παραμένουν σταθερές, έχουν υπάρξει μερικές σημαντικές αλλαγές από την κυβέρνηση Ομπάμα. Ο Γιόσι Ντρίζεν, στρατιωτικός αναλυτής, παρατηρεί πως η πολιτική Μπους ήταν η σύλληψη (και τα βασανιστήρια) των υπόπτων, ενώ ο Ομπάμα απλώς τους δολοφονεί, με μια ταχεία αύξηση των τρομοκρατικών όπλων (μη επανδρωμένων αεροσκαφών) και τη χρήση των ειδικών δυνάμεων, που σχεδιάζουν την ανάπτυξη δολοφονικών ομάδων σε 120 χώρες. Με αριθμό ίσο με το σύνολο του στρατού του Καναδά, οι δυνάμεις αυτές αποτελούν στην πραγματικότητα ιδιωτικό στρατό του προέδρου, θέμα με το οποίο έχει ασχοληθεί λεπτομερειακά ο Νικ Τερς, ερευνητής δημοσιογράφος στην ιστοσελίδα Tomdispatch. […]
Όπως μαρτυρούν τόσο αυτές όσο και πολλές άλλες εξελίξεις, αν και η ηγεμονία των ΗΠΑ παρακμάζει, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις φιλοδοξίες τους.

Απόσπασμα άρθρου, πηγή: https://english.al-akhbar.com/content/american-decline-causes-and-consequences 24/8/2011)

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!