Αρχική κοινωνία Το όνειδος του Nεοέλληνα

Το όνειδος του Nεοέλληνα

Eπειδή… δεν φτάσαμε ερήμην μας ως εδώ. Της Μαρίας Πετρίτση

Πάσχα του 2012. Περπατάμε δύο άνθρωποι στα στενά της παλιάς πόλης της Κέρκυρας. Γύρω μας κτίρια του 17ου αιώνα, πλατείες με πλατάνια, ελιές, πέτρινα πεζοδρόμια, μαρμάρινες καμάρες. Και λόγω των ημερών και λόγω φυσικής ατμόσφαιρας το περιβάλλον αποπέμπει μια ιερότητα επιβλητική. Ο ουρανός είναι μουντός. Οι κουβέντες έχουν την ένταση ψιθύρου.
Μου λέει ο διπλανός μου:
«Θες να ιδρύσουμε μια εταιρία;».
«Τι εταιρία;», ρωτάω.
«Μια εταιρία που θα επιδοτεί την αποκλειστική χρήση ξύλινων πατζουριών στην πόλη της Κέρκυρας, όπως ορίζεται άλλωστε και στην απόφαση της Ουνέσκο».
«Καλή ιδέα. Όμως το ξύλο θέλει δουλειά για να συντηρηθεί, συνεπώς ο Νεοέλληνας βολεύεται καλύτερα με πλαστικό και αλουμίνιο. Οι προτιμήσεις του υπερβαίνουν τους κανόνες».
«Η εταιρία επιδοτήσεων θα συνοδεύεται και από μια τρομοκρατική οργάνωση», συνεχίζει ακάθεκτος. «Που θα ξηλώνει τα πλαστικά και τα αλουμίνια από τα παράθυρα και θα αφήνει μόνο το ξύλο».
«Εσύ μονάχος σου θα σώσεις την Κέρκυρα;», ρωτώ παραπέμποντας στα λόγια του Καζαντζάκη.
«Εγώ», απαντά και δεν χαμογελάει.
Ο ίδιος άνθρωπος με πληροφόρησε λίγες μέρες αργότερα:
«Η ενοικιάστρια στην Κέρκυρα έβαλε κλιματιστικά στην πρόσοψη του κτιρίου».
«Δεν ξέρει πως στην παλιά πόλη απαγορεύονται τα κλιματιστικά;».
«Την προειδοποίησα, αλλά εις μάτην. Τώρα μου έκανε μήνυση η Αρχαιολογική Υπηρεσία».
«Τότε είναι υποχρεωμένη να το αναλάβει η ίδια».
«Το ανέλαβε. Μου είπε πως η υπάλληλος που ασχολήθηκε με το φάκελό της για τα διαδικαστικά της πρότεινε να βγάλει τα κλιματιστικά, να περιμένει να γίνει ο έλεγχος στο διατηρητέο και μετά να τα ξαναβάλει».
«Έγκλημα. Το δέχτηκε;».
«Προεκλογική περίοδος είναι, όλα γίνονται. Θα τα ξηλώσει προσωρινά και σε δυο βδομάδες θα τα ξαναβάλει στη θέση τους. Έχει άκρη, είπε…».
Όνειδος.
Αυτό ήταν ένα απλό, εξειδικευμένο παράδειγμα που έτυχε να ζήσω προσωπικά σε ένα από τα πιο γοητευτικά μα και πολύπαθα σημεία του πλανήτη. Το όνομα του τόπου δεν έχει σημασία. Τέτοια συμβαίνουν παντού. Θα μπορούσα να αναφέρω άλλα χίλια τέτοια παραδείγματα. Όχι μόνο για ανίερες οικολογικές καταστροφές και πολιτισμικά εγκλήματα αλλά και για νέους ανθρώπους, χωρίς όραμα και ελπίδα, που θα ψηφίσουν Χρυσή Αυγή από άγνοια του κινδύνου, δειλία και εκδίκηση, για αδίστακτους μεσήλικες που αυτή την κρίσιμη ώρα «κανονίζουν» να διοριστεί το παιδί τους στο Δημόσιο επειδή «τώρα πρέπει, τώρα που γυρίζει», προσφέροντας στο καθεστώς τα απαιτούμενα ανταλλάγματα, για δήθεν λεοντόκαρδους αγωνιστές που αλλάζουν γήπεδο και απόψεις, σύμφωνα με την κατεύθυνση του ανέμου συμμαχώντας με τον αντίπαλο για ίδιον όφελος. Για παρασκηνιακά σενάρια που θυμίζουν ταινία επιστημονικής φαντασίας ή κακόγουστο αστείο κι όμως αποτελούν την πραγματικότητα της σύγχρονης χρεοκοπημένης Ελλάδας του 2012. Όλα αυτά όμως είναι γνωστά, ακόμα και σε όσους προτιμούν να εθελοτυφλούνε.
Δεν αναρωτιέμαι πια πώς και γιατί έχουμε φτάσει στον πάτο του βαρελιού. Ούτε γιατί μας συμβαίνουν όσα παθαίνουμε. Δεν απορώ με τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα. Δεν με ξενίζει η γενική κατάντια. Μόνο λύπη νιώθω, και ντροπή.
Είναι βέβαιο πως δεν φτάσαμε ερήμην μας ώς εδώ. Και πως στη ζωή, τελικά, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο μέσος Νεοέλληνας έπαψε να «θέλει να λέγεται άνθρωπος» έτσι όπως περιγράφει τον Άνθρωπο στο ομώνυμο ποίημά του ο Τάσος Λειβαδίτης:
[…] «Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ’ τις φωνές,
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
[…] Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν’ άστρο, να ονειρεύεσαι.
Είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να σου λέει τα όνειρά της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ’ άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.»
Κάτι παρόμοιο έλεγε και στην Ασκητική του ο Καζαντζάκης, μιλώντας για προσωπική ηθική και για μια συλλογική ευθύνη που στις μέρες μας φαίνεται πως ο μέσος Νεοέλληνας προτιμά να μην αναγνωρίζει:
«Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα! […] Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. […] Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω».
Αν δεν σωθεί, εμείς φταίμε.
*Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας

 

Σχόλια

Exit mobile version