Αναμφίβολα υπάρχει μεγάλη κρίση στην πολιτική σκηνή, η οποία δεν περιορίζεται στα κοινοβουλευτικά κόμματα εξουσίας τα οποία παρουσιάζουν έντονες διαλυτικές τάσεις.

Και η Αριστερά, που ανεβαίνει σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, βρίσκεται σε μια διαρκή κρίση αξιοπιστίας με την αθεράπευτη πολυδιάσπασή της και τις άλλες χρόνιες αδυναμίες της. Αλλά σοβαρή κρίση διέρχεται και ο λεγόμενος αντιεξουσιαστικός χώρος ο οποίος αναπτύχθηκε εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Φαίνεται ότι η διεύρυνση της επιρροής του δυναμώνει το χώρο, αλλά και τον αποσαρθρώνει.
Οι πιο συνειδητοποιημένοι, όπως διαφαίνεται στις κρίσιμες αναμετρήσεις, γίνονται έρμαια ενός ασύντακτου ρεύματος ομοϊδεατών τους. Εξαφανίζονται μέσα στο κύμα που δημιούργησαν ή, για την ακρίβεια, συνέβαλαν στη δημιουργία του δίνοντάς του ένα πολιτικό περίβλημα με βασικές αρχές, θέσεις και προτάσεις. Η τραγωδία στη Marfin, έκανε πολλούς να σκεφτούν που πάει το πολυπλόκαμο κίνημά τους και να αντιδράσουν προτού αυτό εκφυλιστεί. Αλλά η πίεση από κάτω διαρκώς μεγαλώνει. Ένα κίνημα που δεν είναι τόσο ανοργάνωτο όσο ισχυρίζεται το ίδιο, ούτε τόσο οργανωμένο όσο υποστηρίζουν οι αντίπαλοί του, καθώς αυξάνεται σε συμμετοχές και απλώνεται σε επιρροή, χάνει την όποια συνοχή του και αποκτάει ένα ασαφές στίγμα που ορίζεται όλο και πιο πολύ από ξεσπάσματα. Ομάδες και άτομα με άποψη και σχέδιο γίνονται περιθωριακές μέσα στο ίδιο το κίνημά τους.

 

Πολιτική ή τσαμπουκάς;
Όσο εντείνεται η οικονομική εξαθλίωση και μεγαλώνουν οι κοινωνικές ανισότητες, όλο και πιο ελκυστική γίνεται ως αυτοσκοπός η συμμετοχή για σύγκρουση. Και οι «καθαρές» ιδέες για άμεση δημοκρατία, αυτοθέσμιση, κατάργηση του κράτους, κοινωνία χωρίς αστυνομία και φυλακές, και άλλες «αξίες» που κανένας ενσυνείδητος πολίτης δεν μπορεί να αρνηθεί την ουσία τους, γίνονται προκάλυμμα για ασυδοσία, εγωισμούς, ανθρωποφοβία, τυφλή βία και δίψα για εξουσία. Ναι, δίψα για εξουσία έστω της στιγμής.
Η σύγκρουση με την αστυνομία μπορεί να εξασκεί τους νέους στις οδομαχίες, αλλά δίνει και στο κράτος την ευχέρεια να εξασκεί με πραγματικά πυρά και πραγματικούς ανθρώπους-στόχους, κι όχι με ομοιώματα στις σχολές, τις δυνάμεις καταστολής που είναι χρήσιμες για τις απεργίες, τις διαδηλώσεις και, μην το υποτιμήσουμε, για τις μεγάλες εκρήξεις που φοβούνται και για τις οποίες προετοιμάζονται πυρετωδώς. Κι όταν, μάλιστα, οι συγκρούσεις συνδέονται με καταστροφές στους χώρους εργασίας των πολιτών, η προπαγάνδα της εξουσίας τροφοδοτείται με πολύ πειστικά επιχειρήματα που χειραγωγούν την κοινή γνώμη και φρενάρουν τις τάσεις που ζυμώνονται για κοινωνική απελευθέρωση. Η εικόνα των καμένων και λεηλατημένων μαγαζιών με γυναικεία εσώρουχα και παπούτσια, είδη κάμπινγκ και βιβλία, των σπασμένων φαναριών και αυτοκινήτων, αναιρεί τον όποιο συμβολισμό μπορεί να έχει η καταστροφή του Starbucks που θεωρείται brand του ιμπεριαλισμού ή μιας τράπεζας που λυμαίνεται την κοινωνία. Το αίσθημα αδικίας, ο αποκλεισμός, η ταπείνωση και η ανεργία είναι φυσικό να προκαλούν οργή και εκδίκηση, αλλά η οργή και η εκδίκηση δεν αποτελούν από μόνες τους γνωρίσματα ενός πολιτικού κινήματος απελευθέρωσης. Η απόγνωση, ο θυμός και η ανυπομονησία μπορεί να κινητοποιούν, αλλά δεν ανατρέπουν.
Ανάλογα με τις συνθήκες κάθε εποχής, όλα τα προαναφερθέντα μπορούν να οδηγήσουν σε κινήματα απελευθέρωσης, αλλά και σε κινήματα ακόμα μεγαλύτερης υποδούλωσης στην εξουσία, φασιστικά. Οι εξεγέρσεις για να είναι σε κατεύθυνση απελευθέρωσης από τα δεσμά της εξουσίας, δεν μπορεί να είναι τυφλές και αυθόρμητες, ούτε «τύπου αυθόρμητες», γιατί ενδέχεται να οδηγήσουν σε αντίθετα αποτελέσματα. Άλλο πράγμα να κατανοείς τα αίτια για το μένος και την καταστροφική μανία του αδικημένου, κι άλλο να επενδύεις σ’ αυτά.
Οι πιο προβληματισμένοι αναρωτιούνται αν ο αντιεξουσιαστικός χώρος ωριμάζει βασανιστικά ή εκφυλίζεται δυναμικά. Γιατί άραγε δεν κρατάει τον κόσμο που επηρεάζει; Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η μαζικοποίηση των μαύρων μπλοκ στις διαδηλώσεις, άλλο τόσο χαρακτηριστική είναι η περιορισμένη συμμετοχή ανθρώπων μέσης ηλικίας και μεγαλύτερης. Πέρα από το προφανές πλεονέκτημά του να προσελκύει νέους, δείχνει επίσης ότι πολλοί απ’ αυτούς καθώς ενηλικιώνονται αποσύρονται από την ενεργό δράση ή εντάσσονται στο σύστημα ως μικροαστοί που έκαναν μια περιπετειώδη περαντζάδα από το «χώρο». Ο νεανικός τσαμπουκάς δεν δημιουργεί αυτομάτως επαναστάτες ζωής.

Ματαιοδοξία και αυταρέσκεια
Ταυτίζεται η κοινωνική οργή και το ταξικό μίσος με την απελευθερωτική πολιτικοποίηση; Συχνά, οι εξάρσεις λειτουργούν μάλλον εκτονωτικά και μερικές φορές εμπεριέχουν στοιχεία εντελώς αντιδραστικά, ανελεύθερα, αντιδημοκρατικά και αυταρχικά. Άλλο έξαλλος κι άλλο επαναστάτης.
Προχτές, έβλεπα νέους εικοσάρηδες να φεύγουν με κάτι πελώρια σπαθιά από το οπλοπωλείο που διέρρηξαν στην πλατεία Ομονοίας. Ένα τέτοιο σπαθί ούτε να το πουλήσεις μπορείς, ούτε να το χρησιμοποιήσεις. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το κρεμάσεις στον τοίχο του σπιτιού σου όπως κρεμάνε οι κυνηγοί τα κεφάλια των ελαφιών με τα κέρατα, ως τρόπαιο μιας μάχης ενάντια στον άγνωστο και απόντα καταστηματάρχη. Από ματαιοδοξία έως βλακεία, δηλαδή.
Μπορείς να καις κινηματογράφους γιατί σου θυμίζουν την κοινωνία του θεάματος που απεχθάνεσαι, αλλά τότε πρέπει να κάψεις και τα σχολεία που μαθαίνουν γράμματα στους άθλιους μικροαστούς και τα πανεπιστήμια από τα οποία βγαίνουν όλοι οι μελλοντικοί εξουσιαστές. Μπορείς και να φαντάζεσαι ότι θα κάψεις όλη την πόλη που έχεις χίλιους λόγους να μισείς, και πριν το καταλάβεις να σκέφτεσαι περισσότερο σαν μικρός Νέρωνας (ο αυτοκράτορας έκαψε τη Ρώμη) ή μικρός Αλέξανδρος (ο μέγας κατέκαψε τη Θήβα και την Περσέπολη) παρά ως επαναστάτης αναρχικός.
Οι επαναστατημένοι εργάτες δεν έκαψαν την Πετρούπολη, το ’17, ούτε καν τα παλάτια του τσάρου, ούτε ο Κάστρο με τον Τσε την Αβάνα, ούτε οι Ισπανοί αναρχικοί τη Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη.
Κάποια παιδιά από τις γειτονιές θεωρούν τα νεοκλασικά σαν σύμβολα της πλουτοκρατίας. Κι αυτό ενισχύεται από τη στρεβλή μετατροπή τους σε τράπεζες.
Είναι γεγονός ότι η απαξίωση των ωραίων νεοκλασικών γίνεται εδώ και χρόνια από το κράτος, τα κόμματα, τους δημοσιογράφους, τους επενδυτές, τους ιδιοκτήτες και τους δημάρχους που μυξοκλαίνε, τάχα μου γιατί στεναχωρέθηκαν από τις καταστροφές. Χιλιάδες υπέροχα κτήρια, σπίτια, σινεμά και θέατρα, κατεδαφίστηκαν για να γίνουν σουπεμάρκετ, πολυκατοικίες και γκαράζ, χωρίς να κλάψει κανένας τους. Ο Κακλαμάνης, επί θητείας του, άφησε, μεταξύ άλλων, να γκρεμίσουν το θαυμάσιο μέγαρο του κινηματογράφου «Άττικα», σήμα κατατεθέν της πλατείας Αμερικής, και τώρα σκούζει, λες και τα κτήρια δεν καταστρέφονται με μπουλντόζες παρά μόνο με φωτιές. Το ιστορικά και αρχιτεκτονικά ενδιαφέρον «Γκριν Παρκ», στο Πεδίο του Άρεως, ρημάζει εγκαταλειμμένο, επί Καμίνη και Σγουρού, όπως και αμέτρητα άλλα, παντού. Το υπόδειγμα αρτ νουβό Ακροπόλ κάηκε, επί Γερουλάνου. Κι από πολλά νεοκλασικά που απαλλοτριώθηκαν από τράπεζες και εταιρίες, κρατήθηκαν μόνον οι προσόψεις και από πίσω χτίστηκαν άχαρα πολυώροφα κτήρια, που τα αποκαλούν παραπλανητικά διατηρητέα! Υποκρισία και ψέμα!
Όμως, τα έργα τέχνης, όπως ένα κτήριο που έχτισε ο Τσίλερ, μόνο νομικά ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους. Τα εκμεταλλεύεται η άρχουσα τάξη, αλλά διαχρονικά αποτελούν μέρος της κοινής πολιτιστικής κληρονομιάς. Κάτι που οι αντιεξουσιαστές επικαλούνται όταν κατεβάζουν τραγούδια από το διαδίκτυο, υποστηρίζοντας ότι ανήκουν σε όλους και όχι στις πολυεθνικές εταιρίες που τα εκδίδουν.
Οι ομάδες που πιστεύουν (βάσιμα) ότι ο συσσωρευμένος πλούτος είναι κλεμμένος από τους εργαζόμενους και τον διεκδικούν, όχι καίγοντας τα νεοκλασικά, αλλά καταλαμβάνοντάς τα για να τα χρησιμοποιήσουν σαν χώρους συνάντησης, κατοικίας και δημιουργίας (βλ. κτήριο Λέλας Καραγιάννη), χάνονται μέσα στις πυρπολήσεις και ισοπεδώνονται. Όπως χάνονται κι αυτοί που παίρνουν ένα πρώην σχολείο και το λειτουργούν είκοσι χρόνια (βλ. Βίλα Αμαλία), ένα ασφαλτοστρωμένο πάρκινγκ και το κάνουν πάρκο (βλ. πάρκο Ναυαρίνου) ή εμποδίζουν να μετατραπεί ένα αλσύλιο σε πάρκινγκ (βλ. πάρκο Κύπρου).
Η κρίση δημιουργεί στρεβλώσεις και συγχύσεις. Άνθρωποι που διέσωσαν ωραία κτήρια, και άνθρωποι που καίνε ωραία κτήρια που δεν τα ελέγχουν ή απλά τα θεωρούν «παράπλευρη απώλεια» αλά αμερικέν. Χωρίς καν να αναλογίζονται ότι έτσι προστατεύουν κι αυτοί μόνο κτήρια που είναι «δικά τους», σαν ιδιοκτήτες.

Πέτρες στο Σύνταγμα, βράχοι στα διαμερίσματα
Όσον αφορά τη μεγάλη συγκέντρωση της περασμένης Κυριακής, είναι φανερό ότι οι εμπρηστές και οι πλιατσικολόγοι εξυπηρέτησαν το σύστημα, το οποίο ούτε φοβάται τις στρακαστρούκες τους, ούτε ιδρώνει το αφτί του με πυρπολήσεις μπουτίκ και υποκαταστημάτων τραπεζών και ταχυδρομείων. Την ώρα που καιγόταν το Αττικόν, παρ’ όλο που τα κανάλια δείχνανε πλάνα, κανένας δημοσιογράφος ή πολιτικός δεν έδειχνε να συγχύζεται που καταστρεφόταν ένα τόσο σημαντικό κτήριο. Ανησυχούσαν μόνο για την έκβαση της ψηφοφορίας στη Βουλή. Με τον Τσίλερ, η προπαγάνδα θα ασχολιόταν αργότερα, μετά εορτής. Το σύστημα δεν φοβάται οτιδήποτε μπορεί να αξιοποιήσει προς όφελός του, ένα πετροπόλεμο ή μια φωτιά, ενώ, π.χ., φοβάται τις «απαλλοτριώσεις» ειδών πρώτης ανάγκης από τα σουπερμάρκετ που μοιράζονται στις λαϊκές αγορές, γιατί αυτό συνδέει το κίνημα με την κοινωνία και υπονομεύει τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται η οικονομία της αγοράς.
Την περασμένη Κυριακή, το σύστημα, ήθελε να εμποδίσει τη διαρροή των βουλευτών και την αποσύνθεση των κομμάτων, ήθελε να εμποδίσει την κατάρρευση της κυβέρνησης, ήθελε να αποτρέψει την καταψήφιση του μνημονίου. Γι’ αυτό, ήθελε να διαλύσει πάση θυσία τη μεγάλη μαζική συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών μπροστά στη Βουλή και να δυσφημίσει το κίνημα που ενώνει τους λαούς από τη Μαδρίτη ως το Κάιρο. Και θα τη διέλυε, έτσι και αλλιώς, με προβοκάτορες ασφαλίτες που είχε απίκο. Αλλά το σύστημα δεν χρειάζεται να ενεργοποιεί τους προβοκάτορές του όταν οι τακτικές του διευκολύνονται από τους ίδιους τους κινηματικούς που χρησιμοποιούνται σαν δολώματα ή σαν πυροκροτητές της καταστολής.
Εξάλλου, το σύστημα, ελέγχει την επικοινωνία, όσο κι αν το κίνημα αναπτύσσει τους δικούς του διαύλους. Στρατιές ολόκληρες δημοσιογράφων που μεταλλάσσουν το ψέμα σε αλήθεια οργιάζουν πρωί-μεσημέρι-βράδυ μέσα σε κάθε διαμέρισμα. Τα κινήματα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους αυτό τον παράγοντα. Τα όπλα της ελεγχόμενης δημοσιογραφίας είναι πολύ πιο ισχυρά και αποτελεσματικά από τα ρόπαλα και τις φισούνες των ΜΑΤ. Εμείς πετάμε πέτρες στους δρόμους κι αυτοί ρίχνουν κάθε μέρα βράχους παραπληροφόρησης μέσα στα διαμερίσματα. Κι όμως, αυτοί που σπάνε μάρμαρα και καίνε μαγαζιά αδιακρίτως, νομίζουν ότι κατατρόπωσαν την εξουσία!
Η καθεστωτική δημοσιογραφία τρέφεται με το υλικό που της προσφέρει ο νεαρός που σπάει και καίει. Η κατά τη γνώμη του επαναστατική πράξη γίνεται τζάμπα θέαμα και φόβητρο για μικροαστούς καταναλωτές. Και προσφέρει άλλοθι στην εξουσία για περισσότερα φασιστικά μέτρα, νόμους περιοριστικούς για τις κινητοποιήσεις και την ελεύθερη έκφραση, γιγάντωση των δυνάμεων ασφαλείας, μιλιταρισμό και τρομοκρατία.
Δεν υποτιμώ καθόλου τα αίτια που αναφλέγουν τα μυαλά. Το σύστημα σε υποχρεώνει να δουλεύεις στην κυριολεξία για ένα πιάτο φαΐ, ενώ ταυτόχρονα σε διαφθείρει με υποσχέσεις για απεριόριστη ευημερία. Σε τι να ελπίζει ένας νέος που παίρνει 500 ευρώ (αν βρει δουλειά); Για να αποκτήσει ένα υπολογιστή, ένα τηλέφωνο ή μια τηλεόραση πρέπει είτε να υποσιτίζεται συστηματικά για να εξοικονομήσει αρκετές εκατοντάδες ευρώ που κοστίζουν τα στοιχειώδη «εργαλεία» της σύγχρονης ζωής, είτε να σπάσει τον Κορασίδη και τον Γερμανό για να τα κλέψει!
Και οι νέοι που είναι αποκλεισμένοι και εξεγείρονται δεν είναι πια μια μικρή μειοψηφία. Είναι χιλιάδες και γίνονται όλο και πιο ανυπόμονοι, γιατί δεν τους λείπουν μόνο τα υλικά αγαθά, αλλά και οι ελπίδες! Σκληραίνουν, γίνονται παράτολμοι και δεν τους τρομάζει ούτε η βία ούτε η φυλακή.
Όσο αβάσταχτη είναι η φτώχεια, άλλο τόσο αβάσταχτη είναι η στέρηση που σε εξουθενώνει κοινωνικά, σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δεν έχεις καμία θέση, ότι δεν είσαι τίποτα! Ο σημερινός άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει να μην είναι ή να μην έχει τίποτα μέσα σε μια κοινωνία που ελάχιστοι τα έχουν όλα. Η εξωφρενική ανισότητα προκαλεί αλυσιδωτές εκρήξεις, συνειδητές και ασυνείδητες. Άλλος γίνεται επαναστάτης κι άλλος κακοποιός. Κι άλλος μπερδεύει το ένα με το άλλο και γίνεται κακός επαναστάτης.

Αυτογνωσία
Ο αντιεξουσιαστικός χώρος έχει ιδέες, δυναμισμό και ασυνήθιστα μεγάλη δόση ανιδιοτέλειας. Άθελά του επιδρά ευεργετικά και στην Αριστερά επισημαίνοντας τη γραφειοκρατία της και τη διολίσθησή της στο σύστημα. Ας δώσει, όμως, προσοχή και στην κριτική των αριστερών ότι καπελώνεται από τους πυρήνες των εμπρηστών του.
Ο αντιεξουσιαστικός χώρος αντιμετωπίζεται ως απολίτικος από το πολιτικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο για ευνόητους λόγους. Αλλά αυτό δεν δημιουργεί την κρίση του «χώρου». Η κρίση του δημιουργείται όταν ο ίδιος ο αντιεξουσιαστικός χώρος αντιμετωπίζει απολίτικα τον εαυτό του.

Στέλιος Ελληνιάδης

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!